Τέχνη, συνάντηση και αλληλεγγύη σε έναν κατακερματισμένο κόσμο.
Η έκθεση Between Imagination and Hope συγκροτεί έναν πολυεπίπεδο αλλά και επείγοντα καλλιτεχνικό διάλογο γύρω από τη δυνατότητα σύνδεσης σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη διάσπαση, αλλεπάλληλες κρίσεις και βαθιά ριζωμένα τραύματα.
Ενταγμένη στο πρόγραμμα «KunstRaumGoethe» του Ινστιτούτου Γκαίτε Κύπρου, λειτουργεί ως τόπος συνάντησης καλλιτεχνικών πρακτικών, εμπειριών και αφηγήσεων.
Στο επίκεντρό της βρίσκονται γυναίκες καλλιτέχνιδες που, μέσα από διαφορετικές διαδρομές και βιώματα, συγκροτούν ένα πεδίο κοινών αναζητήσεων γύρω από το παρόν και το μέλλον σε ένα πεδίο όπου η φαντασία και η ελπίδα αναδεικνύονται ως εργαλεία κατανόησης, αντίστασης και επαναδιατύπωσης της συλλογικής εμπειρίας.

Από την έναρξή του το 2020, το «KunstRaumGoethe» επιδιώκει να δημιουργήσει έναν χώρο ανταλλαγής ανάμεσα σε καλλιτέχνες και επιμελητές από την Κύπρο και τη Γερμανία, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία και την κριτική σκέψη.
Η 4η έκδοση του θεσμού συμπυκνώνει αυτή τη φιλοδοξία με ιδιαίτερη ένταση. Σε επιμέλεια της Δρ. Katharina Koch, η οποία προσέγγισε το κυπριακό πλαίσιο μέσα από επιτόπια έρευνα, η έκθεση επικεντρώνεται στην αναζήτηση μορφών αλληλεγγύης πέρα από διαχωριστικές γραμμές.
Η Koch φέρνει στο εγχείρημα μια επιμελητική προσέγγιση που δίνει έμφαση στη διαθεματικότητα και τον φεμινισμό, μια στάση που αντικατοπτρίζεται άμεσα στον τρόπο που διαμορφώθηκε το σύνολο της έκθεσης.
Η αφετηρία της έκθεσης αντλεί έμπνευση από τη σκέψη της Audre Lorde, Αμερικανίδας συγγραφέως και ακτιβίστριας για τα πολιτικά δικαιώματα, η οποία υποστήριξε ότι η διαφορά δεν αποτελεί αδυναμία αλλά πηγή δύναμης.
Στο καθοριστικής σημασίας δοκίμιό της «The Master’s Tools Will Never Dismantle the Master’s House» (1984), η Lorde, που αυτοπροσδιορίζεται ως «μαύρη, λεσβία, μητέρα, ποιήτρια, μαχήτρια» επιμένει ότι οι πραγματικές συμμαχίες δεν βασίζονται στην ομοιότητα αλλά στην αναγνώριση των άνισων θέσεων και εμπειριών, και ότι η σιωπή γύρω από τη διαφορά οδηγεί σε αναπαραγωγή διαφορετικών μορφών βίας.

Αυτή η αντιμετώπιση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο κυπριακό πλαίσιο, όπου τα βαθιά τραύματα στον κοινωνικό ιστό πολλαπλασιάζονται, ενώ για δεκαετίες κυριαρχούν παράλληλες αλλά μη επικοινωνούσες αφηγήσεις.
Οποιαδήποτε ουσιαστική θέση που να αφορά τη δυνατότητα πλέον τόσο για φαντασία όσο και ελπίδα δεν μπορεί να στηριχθεί σε απλοϊκά ιδεώδη μοναδικής ή ακόμα και κοινής ταυτότητας, αλλά απαιτεί αποδοχή των διαφορετικών ιστορικών τραυμάτων.
Η έκθεση επιχειρεί να δημιουργήσει έναν χώρο επούλωσης όπου αφηγήσεις που αφορούν το φύλο, τον τόπο και την συγγένεια διαφόρων αγώνων τίθενται σε διάλογο για να ακουστούν και όχι για να συγχωνευθούν. Η Κύπρος, ως μετα-αποικιακός χώρος με σύνθετες γεωπολιτικές εντάσεις, εντάσσεται έτσι σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ως ένας χώρος όπου η διαφορά μπορεί να μετατραπεί σε προϋπόθεση συνύπαρξης.
Οι τρεις καλλιτέχνιδες που συμμετέχουν – η Μαριάντρη, η Nurtane Karagil και η Sophie Utikal – προσεγγίζουν αυτά τα ζητήματα μέσα από διαφορετικές πρακτικές. Τα έργα τους, που περιλαμβάνουν σχέδια, πίνακες, έργα από υφάσματα και εγκαταστάσεις, κινούνται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο οικείο και το ξένο, στο τραύμα και τη θεραπεία.
Η υλικότητα των έργων και ιδιαίτερα η χρήση του υφάσματος αποκτά συμβολική διάσταση: το ύφασμα ως φορέας μνήμης, ως επιφάνεια εγγραφής εμπειριών, αλλά και ως επιφάνεια επανόρθωσης.
Η Nurtane Karagil, αντλώντας από το κοινωνικοπολιτικό τοπίο της Κύπρου, αναπτύσσει μια εικαστική γλώσσα που συνδυάζει το προσωπικό βίωμα με ευρύτερες οικολογικές και πολιτικές ανησυχίες. Το έργο της χαρακτηρίζεται από μια εύστοχη χρήση του χιούμορ, το οποίο λειτουργεί όχι ως αποφόρτιση αλλά ως στρατηγική αντιμετώπισης του χάους και της σύγχυσης. Μέσα από μια αισθητική που θυμίζει παιδική αφέλεια και με σαφείς αναφορές στη ποπ κουλτούρα, αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της καθημερινότητας και τις εντάσεις της μνήμης. Η προσέγγιση της υπογραμμίζει την αδυναμία πλήρους συμφιλίωσης με το παρελθόν, ενώ η φαντασία δεν αποτελεί φυγή από την πραγματικότητα αλλά έναν τρόπο επαναδιαπραγμάτευσής της.

Η Μαριάντρη εστιάζει στην υλικότητα και τη σωματικότητα, χρησιμοποιώντας κληρονομημένα, ευρεθέντα ή κατασκευασμένα υφάσματα που φέρουν πάνω τους τα ίχνη άλλων χεριών και άλλων χρόνων. Το έργο της διερευνά τη σχέση ανάμεσα στο σώμα και την ταυτότητα, τη μνήμη και το ανήκειν, με μια τρυφερότητα που αναγνωρίζει την ευαλωτότητα ως μορφή γνώσης.
Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί (ραφές, κόμποι, στρώσεις) δεν είναι απλώς υλικές επιλογές αλλά χειρονομίες που παραπέμπουν σε διαγενεακή μεταβίβαση: σε αυτό που μαθαίνεται σιωπηλά, από σώμα σε σώμα, από γενιά σε γενιά.
Μέσα από αυτή την ποιητική της φροντίδας, το τραύμα δεν αποκρύπτεται αλλά μετασχηματίζεται και κρατιέται με προσοχή, όπως κρατά κανείς κάτι εύθραυστο που αξίζει να διασωθεί.
Στο έργο «Hide and Seek» (2026), η Μαριάντρη συναντά την Karagil με τρόπο που καθιστά τη συνεργασία τους αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του έργου. Η αφετηρία είναι μια χειρονομία που φέρει έντονο συμβολικό βάρος: η Karagil προσφέρει στη Μαριάντρη ένα σετ ζωγραφικής με αριθμούς από το παλιό στοκ ενός μαγαζιού της θείας της.
Οι εικόνες του σετ απεικονίζουν μια κοπέλα σε διαφορετικές στερεοτυπικές «μεταμφιέσεις» (Αμερικανίδα, Ευρωπαία, Τσιγγάνα) αναπαράγοντας κιτς φαντασιώσεις για την εθνοτική και πολιτισμική ταυτότητα. Η Μαριάντρη παρεμβαίνει σε αυτές τις εικόνες μέσα από κέντημα, επανεγγράφοντας τις μορφές με νήμα και μετατρέποντας το προκαθορισμένο σχέδιο σε πεδίο διαπραγμάτευσης.

Αυτό που υπόσχεται να είναι αθώο παιδικό υλικό αποκαλύπτει, κάτω από την επιφάνειά του, τον τρόπο με τον οποίο η ταυτότητα κατασκευάζεται, τυποποιείται και μπορεί, τελικά, να ανατραπεί.
Το χιούμορ της Karagil μεταφέρεται εδώ ως μια λεπτή αλλά διαρκής υπονόμευση της σοβαρότητας που συχνά συνοδεύει τις αφηγήσεις γύρω από την ταυτότητα και το τραύμα. Η πράξη της «καθοδηγούμενης» ζωγραφικής γίνεται παιγνιώδης, φέρει εντός της μια κριτική στάση απέναντι σε συστήματα ελέγχου και κανονικοποίησης. Ο τίτλος λειτουργεί επίσης πολλαπλά: υποδηλώνει το παιχνίδι της απόκρυψης και της αποκάλυψης, τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και περιεχομένου. Οι χειρονομίες της μιας καλλιτέχνιδας γίνονται ορατές μέσα από την παρέμβαση της άλλης, δημιουργώντας ένα έργο όπου η συγγραφικότητα δεν είναι πλέον ατομική αλλά διαλογική, αντανακλώντας ευρύτερα ζητήματα συνεργασίας και εμπιστοσύνης σε ένα πλαίσιο όπου οι διαχωρισμοί εξακολουθούν να καθορίζουν τις σχέσεις.
Η Sophie Utikal προσεγγίζει παρόμοια ζητήματα μέσα από μεγάλης κλίμακας υφασμάτινα έργα που συνδυάζουν διαφορετικά επίπεδα αφήγησης.
Οι συχνά παραστατικές μορφές της, από τις οποίες απουσιάζουν στοχευμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων, αφηγούνται ιστορίες για τη μητρότητα, την κοινότητα και τη μοναξιά, εξετάζοντας ταυτόχρονα την αποξένωση από το σώμα σε σχέση με κυρίαρχες κανονικότητες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαγενεακή μετάδοση του τραύματος, αλλά και στις δυνατότητες θεραπείας μέσω της συλλογικότητας.
Οι ραφές και οι ενώσεις στα έργα της δεν είναι απλώς τεχνικές επιλογές αλλά ορατές πράξεις αποκατάστασης, που υποδηλώνουν τη συνεχή διαδικασία επανασύνδεσης με τον εαυτό και τους άλλους.
Κοινός άξονας των τριών καλλιτεχνικών πρακτικών είναι η έννοια της συνάντησης. Είτε πρόκειται για τη συνάντηση διαφορετικών κοινοτήτων, είτε για τη συνάντηση με το παρελθόν ή το ίδιο το σώμα, η έκθεση αναδεικνύει τη σημασία της αμοιβαίας ακρόασης.
Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία συχνά διαμεσολαβείται από επιφανειακές ή συγκρουσιακές μορφές λόγου, η τέχνη προτείνει έναν εναλλακτικό τρόπο σχέσης: πιο αργό, πιο προσεκτικό, πιο ευαίσθητο. Παράλληλα, η έκθεση θέτει ερωτήματα για τον ρόλο της τέχνης σε περιόδους κρίσης: μπορεί να συμβάλει στην επούλωση τραυμάτων; Μπορεί να δημιουργήσει πραγματικούς χώρους διαλόγου; Αυτό που προκύπτει είναι ότι η τέχνη, όταν λειτουργεί συλλογικά και ενσυνείδητα, μπορεί να ανοίξει ρωγμές στον κυρίαρχο λόγο και να επιτρέψει την ανάδυση εναλλακτικών αφηγήσεων.
Η έννοια της ελπίδας, όπως προτείνεται στον τίτλο, δεν παρουσιάζεται ως εύκολη ή δεδομένη αλλά ως κάτι εύθραυστο. Η φαντασία λειτουργεί ως εργαλείο που επιτρέπει την υπέρβαση των υπαρχόντων ορίων, όχι με την έννοια της ουτοπίας, αλλά ως δυνατότητα επαναπροσδιορισμού της πραγματικότητας.
Το παράλληλο πρόγραμμα της έκθεσης, με συζητήσεις, εργαστήρια και προβολές ταινιών, ενισχύει αυτή τη διάσταση, μετατρέποντάς την σε ζωντανή διαδικασία ανταλλαγής. Η πολυγλωσσικότητα των ξεναγήσεων και των εκδηλώσεων υπογραμμίζει την πρόθεση για συμπερίληψη, αναγνωρίζοντας τις πολλαπλές ταυτότητες που συνυπάρχουν στο κυπριακό πλαίσιο.
Σε αυτή την ένταση ανάμεσα στο ορατό και το αποσιωπημένο διαμορφώνεται ο χώρος όπου η φαντασία και η ελπίδα μπορούν να συνυπάρξουν ως ανοιχτές δυνατότητες και όχι ως λαμπερά προσχήματα.
- «Between Imagination & Hope», Goethe-Institut Nicosia, Μάρκου Δράκου 21, 1102 Λευκωσία. Μέχρι 05/06.
Ξεναγήσεις:
Αγγλικά στις 7 Μαΐου στις 6μμ, Ελληνικά 15 Μαΐου στις 6μμ, Τουρκικά στις 22 Μαΐου στις 6μμ. Παρακαλώ όπως δηλώσετε συμμετοχή εδώ.
Προβολές σε συνεργασία με το Σωματείο Εικαστικών Καλλιτεχνών και Θεωρητικών Τέχνης – φυτωριο:
- Lotte am Bauhaus, 29/04, 19:00-21:30. Ακολουθεί συζήτηση με τους Ευαγόρα Βανέζη, Κυριακή Κώστα.
- Girls / Museum, 27/05,19:00-21:30.Ακολουθεί συζήτηση με τους Ευαγόρα Βανέζη, Μελίτα Κούτα.
Ελεύθερα, 26.04.2026