Στις  2 Μαΐου 1919 με το παλαιό ημερολόγιο (15 Μαΐου με το νέο), ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην προκυμαία της ιστορικώς ελληνικής Σμύρνης. Μια περιοχή που, ακόμη και τότε-πέντε πλήρεις αιώνες μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1424- διατηρούσε έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Σε ένα πολυεθνοτικό και πολυθρησκευτικό περιβάλλον, άνω του 55% του πληθυσμού ήταν χριστιανοί, ενώ σημαντική παρουσία είχαν και εβραϊκές και άλλες κοινότητες. αποβιβάζονται στην προκυμαία της ιστορικώς ελληνικής Σμύρνης. Μια περιοχή που, ακόμη και τότε -πέντε πλήρεις αιώνες μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1424- διατηρούσε έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Σε ένα πολυεθνοτικό και πολυθρησκευτικό περιβάλλον, άνω του 55% του πληθυσμού ήταν χριστιανοί, ενώ σημαντική παρουσία είχαν και εβραϊκές και άλλες κοινότητες.

Η ανάληψη της διοίκησης της Σμύρνης δεν υπήρξε μονομερής ενέργεια της Ελλάδας. Αποτέλεσε απόφαση των Συμμάχων μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ελλάδα ανατέθηκε προσωρινά η στρατιωτική κατοχή και διοίκηση της περιοχής, υπό συμμαχική εποπτεία.

Η παρουσία αυτή:

-στηρίχθηκε στα δικαιώματα κατοχής που απορρέουν από την ήττα των Οθωμανών,

– και αργότερα βρήκε διεθνή νομιμοποίηση με τη Συνθήκη των Σεβρών, η οποία προέβλεπε: η  ελληνική διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης για πέντε έτη,  και εν συνεχεία δυνατότητα δημοψηφίσματος για την οριστική ένωση με την Ελλάδα. Δεν θα επεκταθώ εδώ στα όσα ακολούθησαν. Θα σταθώ μόνο σε μια πικρή, σχεδόν αδιανόητη πτυχή της εποχής: τον βαθμό στον οποίο ο εθνικός διχασμός είχε διαβρώσει το εσωτερικό μέτωπο.

Διότι, την ώρα που η είδηση της αποβίβασης προκαλούσε ενθουσιασμό υπήρχαν και εκείνοι που την υποδέχονταν με κατήφεια. Και όχι μόνον αυτό. Υπήρξαν -και μάλιστα μορφωμένοι, ακόμη και πολιτικοί- οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να εύχονται την είσοδο των εχθρών στην ίδια την Αθήνα, προκειμένου να ματαιωθεί ο θρίαμβος της αντίπαλης παράταξης.

 Η μαρτυρία του ιερέα Γ. Παπαναγιώτου, από το μικρασιατικό μέτωπο, είναι αποκαλυπτική: «… Κατέφθασε εις Αθήνας η ευχάριστος είδησις περί της αποβιβάσεως ελληνικού στρατού εις την πρωτεύουσα της Ιωνίας, την Σμύρνην. Η χαρά, η αγαλλίασις, ο ενθουσιασμός εζωγραφίζετο εις το πρόσωπον των Ελλήνων δια την ευχάριστον διπλωματικήν νίκην της Ελλάδος. Δυστυχώς όμως παρετηρούντο και τινές Έλληνες κατηφείς και σκυθρωποί απογοητευμένοι επι τη λαμπρά θριαμβευτική νίκη. Και γεννάται το ερώτημα: Οι άνθρωποι ούτοι ελυπούντο, διότι διησθάνοντο τα μέλλοντα να συμβώσιν ή έβλεπον τον θρίαμβο της αντιθέτου πολιτικής μερίδος; Η πικρή όμως αλήθεια είναι ότι τα μίση και τα πάθη είχον φθάσει εις τοιούτον βαθμόν, ώστε υπήρξαν άνθρωποι ουχί αμόρφωτοι, αλλά ανεπτυγμένοι και μάλιστα πολιτικοί, οίτινες ηύχοντο την άφιξιν Γερμανοβουλγαροτούρκων εις Αθήνας, παρά την ελληνοσυμμαχικήν νίκην…»

Εδώ δεν έχουμε απλώς μια διαφωνία πολιτική. Έχουμε την ηθική εκτροπή ενός διχασμού που μετατρέπεται σε ευχή εθνικής συμφοράς.

Και αυτό είναι -με βεβαιότητα- το πιο ανησυχητικό μάθημα εκείνης της περιόδου: ότι τα έθνη δεν καταρρέουν μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και από εσωτερικές ρωγμές -όταν το μίσος υπερβαίνει την πατρίδα.