Μερικές δεκάδες εκατομμύρια επιπρόσθετες αποζημιώσεις από το Ταμείο του Γενικού Συστήματος Υγείας διεκδικεί ο Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, ο οποίος βγήκε χθες στην αντεπίθεση, με τους διευθυντές του να προχωρούν σε ανάλογες, έντονες μάλιστα, τοποθετήσεις ενώπιον δύο κοινοβουλευτικών επιτροπών.
«Από τη μια, ο κυπριακός λαός, η Πολιτεία και ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας, απαιτεί από τα κρατικά νοσοκομεία να προσφέρουν όλες τις υπηρεσίες –ανεξαρτήτως του αν μας αποφέρουν έσοδα ή όχι– και από την άλλη, καλούμαστε να ανταγωνιζόμαστε επί ίσοις όροις τον ιδιωτικό τομέα από τον οποίο κανένας δεν έχει αντίστοιχες απαιτήσεις», είπε ο οικονομικός διευθυντής του ΟΚΥπΥ, Ροβέρτος Καραχάννας, με τον εκτελεστικό διευθυντή, Κύπρο Σταυρίδη, να υποδεικνύει, με τη σειρά του ότι «προσπαθούμε να βαδίζουμε πάνω στον σχεδιασμό στον οποίο καταλήξαμε με το υπουργείο Οικονομικών, αλλά υπάρχουν πολλές στρεβλώσεις τις οποίες πρέπει να αρχίσουμε να τις λαμβάνουμε υπόψη όταν συζητάμε».
Οι δύο διευθυντές του ΟΚΥπΥ μιλούσαν στην κοινοβουλευτική επιτροπή Ελέγχου με αφορμή τη συζήτηση της πρόσφατης έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών των γενικών νοσοκομείων Λευκωσίας και Λεμεσού και στη συνέχεια στην κοινοβουλευτική επιτροπή Υγείας, η οποία συζήτησε τον προϋπολογισμό του Οργανισμού για το έτος 2026.
Ο ΟΑΥ, τόνισε ο κ. Καραχάννας, «υποαμείβει τον ΟΚΥπΥ ο οποίος έρχεται για να καλύψει όλες τις ανάγκες των δικαιούχων του ΓεΣΥ χωρίς να έχει το δικαίωμα να πει δεν τις καλύπτω, όπως το έχει ο ιδιωτικός τομέας και τα ιδιωτικά νοσοκομεία του Συστήματος».
Για τα ΤΑΕΠ, «ο ΟΑΥ έρχεται και καθορίζει συγκεκριμένες ιατρικές ειδικότητες, λέγοντας ότι τα ΤΑΕΠ που λειτουργούν εντός ΓεΣΥ είναι υποχρεωμένα να τις διαθέτουν. Ο ΟΚΥπΥ όμως, δεν διαθέτει μόνο εκείνες τις 5-6 ειδικότητες που ο ΟΑΥ καθορίζει, αλλά έχει κάθε μέρα, 365 ημέρες τον χρόνο, σε εφημερία γιατρούς όλων των ειδικοτήτων και τους πληρώνει για τις υπηρεσίες τους. Σκεφτείτε τι θα γίνει εάν προκύψει κάποιο ζήτημα και διαπιστωθεί ότι ο ΟΚΥπΥ δεν διέθετε γιατρό της οποιασδήποτε ειδικότητας. Τα ιδιωτικά νοσοκομεία έχουν το δικαίωμα να το λένε και το λένε. Για παράδειγμα, μπορεί να χρειαζόμαστε μια φορά κάθε μήνα τις μη εργάσιμες ώρες οφθαλμίατρο αλλά τον πληρώνουμε εφημερία κάθε μέρα. Αν δεν διαθέτουμε οφθαλμίατρο σε καθήκον αναμονής, γνωρίζουμε όλοι τι θα γίνει εάν προκύψει ζήτημα».
Επιπρόσθετα, «εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να λειτουργούμε μεγάλο αριθμό κλινών για να καλύπτουμε τις ανάγκες των ασθενών όταν προκύπτει ανάγκη. Τα κρατικά νοσοκομεία διαθέτουν το 42% των κλινών του ΓεΣΥ, αλλά απορροφούν το 75,4% των παθολογικών περιστατικών και το 74,5% των πνευμονολογικών περιστατικών. Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτά τα περιστατικά αφορούν κυρίως ηλικιωμένα άτομα. Οι ηλικιωμένοι μας δεν ανακάμπτουν εύκολα. Η νοσηλεία τους είναι παρατεταμένη, αλλά ο ΟΑΥ έρχεται και λέει, “εάν ξεπεράσεις τον αριθμό ημερών νοσηλείας που καθορίζω, αρχίζω να μειώνω την αποζημίωση”. Εμείς δεν μπορούμε να διώξουμε τον κόσμο. Οι ιδιώτες μπορούν και το κάνουν. Και λένε “δεν έχουμε κλίνες”. Φανταστείτε να το πουν τα κρατικά νοσοκομεία αυτό».
Για να λειτουργούν οι κλίνες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, «και να καλύπτουμε τις ανάγκες όλης της Κύπρου την περίοδο των εποχιακών λοιμώξεων, κάποιους μήνες δηλαδή, εμείς ως ΟΚΥπΥ δαπανούμε αρκετά εκατομμύρια ευρώ (γύρω στα €20 εκατ), συν οι εφημερίες των γιατρών όλων των ειδικοτήτων (άλλα €16 εκατ.)».
Όλα αυτά, τόνισε ο οικονομικός διευθυντής του ΟΚΥπΥ «αντανακλούν στην προσπάθεια μας για να αυτονομηθούν τα κρατικά νοσοκομεία. Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί να μην πληρώνεται ο ΟΚΥπΥ για αυτές του τις υπηρεσίες όπως πρέπει από τον ΟΑΥ».
Κατηγοριοποίηση των νοσοκομείων
Ο ΟΑΥ, σύμφωνα με το σχέδιο αποζημίωσης των νοσοκομείων του ΓεΣΥ, έχει καθορίσει συγκεκριμένα κριτήρια βάσει των οποίων κατατάσσει τα νοσηλευτήρια σε κατηγορίες. «Έρχεται λοιπόν και λέει ο ΟΑΥ “για να είσαι στην κατηγορία Α και να λαμβάνεις πιο ψηλές αποζημιώσεις πρέπει να διαθέτεις, αυτές τις συγκεκριμένες ειδικότητες και να προσφέρεις αυτές τις συγκεκριμένες υπηρεσίες”. Το παράδοξο είναι ότι μπορεί να απαιτεί ο ΟΑΥ, 7 ειδικότητες και πέντε υπηρεσίες, εσύ να προσφέρεις 15 ειδικότητες και 10 υπηρεσίες, αλλά να μην διαθέτεις μια από τις 7 ή τις 5 που καθορίζει ο ΟΑΥ και να έρχεται να βάζει το νοσοκομείο στην κατηγορία Β για την οποία οι αποζημιώσεις είναι πιο χαμηλές. Και ερχόμαστε και βάζουμε κρατικά νοσηλευτήρια στην κατηγορία Β, με τον ΟΚΥπΥ να χάνει, βεβαίως, έσοδα».
Οι δύο διευθυντές του ΟΚΥπΥ, κατά τις συνεδριάσεις των δύο κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν έκαναν αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό το οποίο διεκδικούν επιπρόσθετα από τον ΟΑΥ. Όπως πληροφορούμαστε, όμως, το κόστος των υπηρεσιών για τις οποίες ο ΟΚΥπΥ θα διεκδικήσει επιπρόσθετες αποζημιώσεις από το ταμείο του ΓεΣΥ ανέρχεται στα €50 – €60 εκατομμύρια.
Βολές και για το κρατικό μισθολόγιο
Αναφερόμενοι στις στρεβλώσεις που εντοπίζονται γενικότερα στον τρόπο λειτουργίας του ΟΚΥπΥ, εκτελεστικός και οικονομικός διευθυντής του Οργανισμού, απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών για το κατά πόσον ο ΟΚΥπΥ θα καταφέρει να αυτονομηθεί οικονομικά από το κράτος μέχρι το τέλος του έτους, προχώρησαν σε επισημάνσεις που αφορούσαν και το ύψος του μισθολογίου που καλύπτει το 80% του συνολικού προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν από τον ΟΚΥπΥ, από το 2019 μέχρι το 2026, το μισθολόγιο ανέβηκε κατά €163 εκατ. τη στιγμή που το 2019 οι εργαζόμενοι ήταν 7.089 και το 2026 αυξήθηκαν στους 7.443, (δηλαδή 354 άτομα περισσότερα μόνο). Οι δημόσιοι υπάλληλοι, (αποσπασμένοι στον Οργανισμό), ήταν 5.099 και τώρα είναι 3.838, δηλαδή, μειώθηκαν κατά 1.261 άτομα (οι περισσότεροι αποχώρησαν λόγω αφυπηρέτησης).
Η σημαντική αυτή αύξηση, όπως επεξηγήθηκε, προκλήθηκε, μεταξύ άλλων, από τις αυξήσεις, προσαυξήσεις, ΑΤΑ κ.λπ. που παραχωρήθηκαν/ παραχωρούνται σε όλους τους δημοσίους υπάλληλους που είναι αποσπασμένοι στον Οργανισμό, συν τους υπαλλήλους τους Οργανισμού, (που αμείβονται επί το πλείστο με προϋποθέσεις και ωφελήματα δημοσίου).
Επιπρόσθετα και όπως τονίστηκε, παρά το γεγονός ότι ο ΟΚΥπΥ καλείται να ανταγωνιστεί στο ΓεΣΥ επί ίσοις όροις με τον ιδιωτικό τομέα, οι άδειες ασθενείας καλύπτονται από τον Οργανισμό και όχι από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, όπως συμβαίνει με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Το κόστος ξεπερνά τα €40εκατ.