Δεν εγκρίνει την απόφαση του υπουργείου Υγείας να εμβολιάζουν δικαιούχους τους οι προσωπικοί γιατροί του Γενικού Συστήματος Υγείας, η Κυπριακή Εταιρεία Παθολογίας, τη στιγμή μάλιστα που μέλη της έχουν ήδη ανταποκριθεί θετικά στη δημόσια έκκληση των αρμοδίων Αρχών την περασμένη εβδομάδα. 

Χθες η επιστημονική Εταιρεία εξέδωσε ανακοίνωση, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι  «η αψυχολόγητη και χωρίς καμία διαβούλευση με την εταιρεία μας, απόφαση του υπουργείου Υγείας, να μετακυλήσει στα ήδη βεβαρημένα ιατρεία των συναδέλφων μας παθολόγων τον εμβολιασμό των δικαιούχων τους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή». 

«Λύσεις υπάρχουν, κύριοι, και είναι επιτέλους καιρός να ζητηθεί και η γνώμη των μάχιμων γιατρών ώστε να εξευρεθούν. Αποφάσεις που λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες γραφείων, χωρίς επαφή με τον πραγματικό κόσμο, μόνο καλό δεν κάνουν σε τέτοιες κρίσιμες ώρες», ανέφεραν οι γιατροί στην ανακοίνωσή τους, προσθέτοντας ότι «καθίσταται σαφές,  ότι δεν είναι εφικτό ένα ιατρείο, υπό τις παρούσες μάλιστα συνθήκες, να λειτουργεί ως εμβολιαστικό κέντρο και να προσφέρει ταυτόχρονα υψηλής ποιότητας ιατρικές υπηρεσίες σε όλους τους ασθενείς που πρέπει να εξυπηρετήσει».

Η εν λόγω πρόταση, σύμφωνα με την Κυπριακή Εταιρεία Παθολογίας, «καταργεί τη λειτουργία των ιατρείων μας ως χώρο εξέτασης ασθενών και τα καθιστά πρόχειρα, ανεπαρκή, χωρίς υποδομή και επικίνδυνα για την ασφάλεια των ασθενών μας εμβολιαστικά κέντρα».

Μάλιστα, οι γιατροί υποστηρίζουν στην ανακοίνωση τους ότι «φήμες που εντέχνως διαρρέουν από διάφορες πηγές περί αμοιβής των ιατρών ανά εμβόλιο, ουδέν αναληθέστερον. Καμία αμοιβή δεν είναι διαπραγματεύσιμη για την εταιρεία μας, όταν θα λαμβάνεται εις βάρος της ασφάλειας των ασθενών μας, εν μέσω πανδημίας». 

«Σε τόσο σοβαρές αποφάσεις θεωρούμε ότι πριν παρθούν είναι σκόπιμο να γίνεται συζήτηση και διαβούλευση με τις αντίστοιχες επιστημονικές εταιρείες των οποίων μέλη απαρτίζουν την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας στην Κύπρο», συνεχίζει η ανακοίνωση και καταλήγοντας καλεί τα μέλη της όπως πράξουν κατά βούληση με μοναδικό κριτήριο το καλώς νοούμενο συμφέρον των ασθενών».

Η απάντηση του υπουργείου Υγείας ήταν άμεση, αφού η πρόσκληση που απευθύνθηκε στους προσωπικούς γιατρούς του ΓεΣΥ αφορούσε την εθελοντική συμμετοχή τους στο εμβολιαστικό πρόγραμμα. 

«Σύμφωνα με τη σύμβαση που διατηρούν με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας και της αμοιβής που λαμβάνουν, οι προσωπικοί γιατροί (παιδιών ή ενηλίκων), χορηγούν στους δικαιούχους τους τα εμβόλια που περιλαμβάνονται στο εθνικό εμβολιαστικό σχήμα, όπως είναι τα εμβόλια της Γρίπης Α’ ή των παιδικών εμβολίων, κοκ. Ως εκ τούτου, έχοντας την απαραίτητη τεχνογνωσία, οφείλουν να διατηρούν και τις υποδομές για εμβολιασμό στα ιατρεία τους», ανέφερε το  υπουργείο Υγείας, προσθέτοντας ότι «στην προκειμένη περίπτωση και επειδή τα εμβόλια κατά της COVID-19 δεν περιλαμβάνονται στο εθνικό εμβολιαστικό σχήμα, το υπουργείο Υγείας θα αποζημιώσει τους γιατρούς που θα συμμετέχουν με το ποσό των 10 ευρώ ανά δικαιούχο που θα εμβολιαστεί στα ιατρεία τους».

Απαντώντας στη θέση της επιστημονικής εταιρείας των παθολόγων, ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια και υγεία των ασθενών, το υπουργείο Υγείας ανέφερε ότι «σε καμία περίπτωση, η εισήγηση αυτή δεν αποσκοπεί στο να μετατρέψει τα ιατρεία σε Εμβολιαστικά Κέντρα, πόσο μάλλον να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών. Εν μέσω πανδημίας και εφόσον είναι αμοιβαία η παραδοχή ότι οι εμβολιασμοί πρέπει να προχωρήσουν τάχιστα, ο στόχος είναι να δοθούν στους πολίτες διαφορετικές επιλογές και να εξυπηρετηθούν το συντομότερο».

«Ουδέποτε το υπουργείο Υγείας ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή των προσωπικών γιατρών στη διαδικασία είναι υποχρεωτική και ούτε έχει ως στόχο την κατάργηση της λειτουργίας των ιατρείων. Η συμμετοχή είναι εθελοντική και αποσκοπεί στην καλύτερη και γρηγορότερη εξυπηρέτηση των δικαιούχων τους», ανέφερε το υπουργείο Υγείας, τονίζοντας ότι «στο κρίσιμο σημείο που βρισκόμαστε ως προς τη διαχείριση της πανδημίας, θα πρέπει άπαντες, από οποιοδήποτε πόστο, να συμβάλουν στην έξοδο της χώρας από τις δύσκολες συνθήκες και τη σταδιακή επανεκκίνηση της κοινωνίας και της οικονομίας».