Δεκαοκτώ μήνες μετά την εμφάνιση του κορωνοϊού στον πλανήτη, βρίσκονται σε εξέλιξη δεκάδες έρευνες, δεκάδες μελετές προς εντοπισμό φαρμάκων, ικανών να αντιμετωπίσουν τη νόσο covid-19.

Οι ελπίδες, κατά διαστήματα αναπετώνονται όταν στη μάχη για τη θεραπεία της νόσου ρίχνονται κάποια «γνωστά» στον επιστημονικό κόσμο φάρμακα, τα οποία για χρόνια χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση άλλων παθήσεων και παρουσιάζουν θετικές ενδείξεις ως προς την αντιμετώπιση και της covid-19. Ωστόσο, όπως διαπιστώνεται, οι όποιες προσπάθειες έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν αποδώσει και αυτή τη στιγμή το βλέμμα είναι στραμμένο στο πειραματικό αντιικό φάρμακο που βρίσκεται υπό δοκιμή από την εταιρεία Merck & Co Inc. 

«Δυστυχώς, είχαν αναπτυχθεί υπερβολικές προσδοκίες για την αξία κάποιων φαρμάκων», ανέφερε στον «Φ» ο αναπληρωτής Καθηγητής στο πρόγραμμα Φαρμακευτικής του πανεπιστημίου Λευκωσίας», Χρίστος Πέτρου, υποστηρίζοντας ότι αυτή τη στιγμή φαίνεται «να δημιουργείται μια νέα ελπίδα από τη φαρμακοβιομηχανία Merck & Co Inc η οποία ανακοίνωσε ότι το πειραματικό αντιικό φάρμακο «molnupiravir», που αναπτύσσει, έδειξε ταχύτερη μείωση του ιικού φορτίου, σύμφωνα με μελέτη που έγινε στη δεύτερη φάση των κλινικών δοκιμών και στην οποία συμμετείχαν ασθενείς στα πρώτα στάδια της νόσησης». 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

«Ένας από τους βασικούς στόχους για την αντιμετώπιση της πανδημίας, είναι η ανακάλυψη αντιϊκών φαρμάκων που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ιό είτε στα αρχικά στάδια της λοίμωξης, είτε να περιορίσουν τον πολλαπλασιασμό του και την εξέλιξη της νόσου», ανέφερε προσθέτοντας ότι, η έρευνα μέχρι τώρα, επικεντρώθηκε κυρίως «στην επανατοποθέτηση φαρμάκων, στην αξιοποίηση παλιών φαρμάκων, αντιικών ή μη που να μπορούν να έχουν αξία, έναντι του κορωνοϊού, αλλά και νέων φαρμάκων». 

Ουσιαστικά, είπε, «η ρεμδεσιβίρη είναι το μόνο αντιικό που έδειξε κάποια αξία για χρήση», ενώ «άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών, όπως η δεξαμεθαζόνη και η τοσιλιζουμπάμπη, φάνηκε ότι δεν επιδρούν απευθείας πάνω στον ιό, αλλά έδειξαν ότι μπορούν να μειώσουν τη σοβαρή φλεγμονή». 

Ειδικά για την υδροξυχλωροκίνη, «αναπτύχθηκε ένας έντονος επιστημονικός και μη διάλογος». Ωστόσο, «καμία μελέτη δεν απέδειξε, ότι το συγκεκριμένο φάρμακο όντως είχε όφελος ώστε να μπορεί να αναδειχθεί μια φτηνή, ασφαλής και αποτελεσματική επιλογή». 

Μάλιστα, «πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, τάχθηκε ισχυρά και οριστικά κατά της χρήσης του φαρμάκου για προφύλαξη έναντι της COVID-19, ενώ ο FDA, απέσυρε και την άδεια έκτακτης χρήσης της εδώ και μήνες». 

Σε ό,τι αφορά την ιβερμεκτίνη, ο κ. Πέτρου ανέφερε ότι «είναι ένα αντιπαρασιτικό φάρμακο, έχει δοκιμαστεί σε μελέτες μικρής κυρίως κλίμακας, όμως δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για να υποστηρίζουν τη χρήση της στη θεραπεία ασθενών με Covid-19». 

Για τη συγκεκριμένη ουσία, «ο FDA, έχει προειδοποιήσει για τη μη εγκεκριμένη χρήση της, ενώ επισημαίνει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών και αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα». Παράλληλα, «μια νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό «JAMA», διαπίστωσε ότι η ιβερμεκτίνη δεν φαίνεται να «βελτιώνει σημαντικά» τον χρόνο που απαιτείται για να βελτιωθούν τα συμπτώματα στους ασθενείς με Covid-19».

Όσον αφορά στην κολιχικίνη, «μεγάλη αξιόπιστη Βρετανική μελέτη RECOVERY, έδειξε ότι δεν μειώνει τη θνητότητα σε νοσηλευόμενους ασθενείς».  Τα αποτελέσματα έδειξαν, «πως δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη θνητότητα στις 28 ημέρες, είτε οι ασθενείς λάμβαναν κολχικίνη σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή είτε μόνο θεραπεία με κορτικοστεροειδή».