«Στέλνουμε ανθρώπους στο θάνατο, επιτέλους πρέπει να αποδοθούν ευθύνες, πρέπει να επιβληθούν και ποινές, όπου χρειάζεται». Η κραυγή αγωνίας του προέδρου του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας και χθες ηχηρή, τη στιγμή που τα ερωτήματα γύρω από τους τέσσερις θανάτους ηλικιωμένων μέσα στα γηροκομεία όπου διέμεναν παραμένουν αναπάντητα και οι θάνατοι έγιναν χθες πέντε, αφού άλλος ένας συνάνθρωπος μας άφησε την τελευταία του πνοή στον οίκο ευγηρίας όπου βρισκόταν.
Από πλευράς των εμπλεκομένων κρατικών υπηρεσιών, των υπουργείων Εργασίας και Υγείας, δεν υπήρξε χθες καμία επίσημη τοποθέτηση, ενώ οι δηλώσεις που έγιναν από πλευράς άμεσα εμπλεκομένων ατόμων, μάλλον προκάλεσαν μεγαλύτερη σύγχυση.
Ο υπεύθυνος γιατρός για τους οίκους ευγηρίας της επαρχίας Λευκωσίας απέδωσε την καθυστέρηση στην ανακοίνωση των θανάτων στα αρνητικά τεστ ταχείας διάγνωσης που παρουσίασαν την προηγούμενη του θανάτου τους οι δύο από τους τέσσερις ηλικιωμένους, ενώ στο ερώτημα για τους λόγους για τους οποίους οι ηλικιωμένοι δεν είχαν μεταφερθεί σε νοσηλευτήρια για να τύχουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, άφησε να εννοηθεί ότι για τους δύο εκ των τεσσάρων ασθενών το μοιραίο ήταν αναπόφευκτο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 5 θάνατοι από κορωνοϊό, 402 περιστατικά, 135 από rapid
Από πλευράς του, ο ιδιοκτήτης του ενός εκ των δύο γηροκομείων στους οποίους σημειώθηκαν οι θάνατοι, υποστήριξε ότι ο γιατρός βρήκε «κλειστή πόρτα», όταν απευθύνθηκε στα κρατικά νοσηλευτήρια, επειδή, όπως του είπαν, «από τη στιγμή που υπήρχε αρνητικό τεστ ταχείας διάγνωσης δεν μπορούσαν να τον δεχτούν».
Όλα τα γηροκομεία της Λευκωσίας, ανέφερε στις δηλώσεις του ο γιατρός Ανδρέας Σκουρίδης, παρακολουθούνται από τον ίδιο και σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι δύο από τους τέσσερις θανάτους επεσυνέβησαν στις 2 Δεκεμβρίου και ανακοινώθηκαν με 20 σχεδόν ημέρες καθυστέρηση, ανέφερε ότι οφειλόταν στο γεγονός ότι η εξέταση που είχαν υποβληθεί οι δύο ηλικιωμένοι (μετά τη διάγνωση τους με μοριακή εξέταση ως κρούσματα κορωνοϊού), με τεστ ταχείας διάγνωσης ήταν αρνητική, «γεγονός που προκάλεσε κάποια καθυστέρηση μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση».
Για τους άλλους δύο θανάτους, οι οποίοι σημειώθηκαν στις 13 και 14 Δεκεμβρίου, σε δεύτερο γηροκομείο, ο κ. Σκουρίδης είπε χαρακτηριστικά: «Ήταν ασθενείς που περιμέναμε να αποβιώσουν. Δεν είχε μέλλον η κατάσταση τους. Για να μεταφερθεί ένας ασθενής στο νοσοκομείο χρειάζεται να υπάρχουν κάποια κριτήρια. Οι ασθενείς αυτοί, δεν είχαν συμπτωματολογία που να έπρεπε να νοσηλευθούν σε νοσοκομείο. Τα οξυγόνα τους ήταν 96% και ο ένας εκ των τεσσάρων ήταν 100 ετών».
Ο ιδιοκτήτης του γηροκομείου «Κλημέντιο», Ανδρέας Ανδρέου, ανέφερε ότι «στην περίπτωση του ενός ατόμου, η κατάσταση του ήταν πολύ βεβαρημένη και δεν υπήρχε λόγος αλλά ούτε και ένδειξη για μεταφορά σε νοσηλευτήριο». Για τον δεύτερο ασθενή, ωστόσο, «ο γιατρός είχε επικοινωνήσει με το νοσοκομείο Αμμοχώστου και στη συνέχεια με άλλα κρατικά νοσοκομεία για να μεταφερθεί εκεί, αλλά τον ενημέρωσαν ότι από τη στιγμή που είχε αρνητικό αποτέλεσμα σε τεστ ταχείας διάγνωσης δεν μπορούσαν να τον δεχτούν. Άρα η αρνητική απάντηση ήρθε από τα νοσοκομεία».
Τα όσα λέχθηκαν ή δεν λέχθηκαν χθες, προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του προέδρου του «Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας» Δήμου Αντωνίου, ο οποίος με νέες δηλώσεις του κάλεσε «υπουργείο Εργασίας και υπουργείο Υγείας να αναλάβουν τις ευθύνες τους».
«Στέλνουμε ανθρώπους στο θάνατο και σε κάποια στιγμή αυτό πρέπει να σταματήσει», ανέφερε ο κ. Αντωνίου και πρόσθεσε, «τα γηροκομεία υπάγονται στο υπουργείο Εργασίας. Τώρα, με πάρα πολλή καθυστέρηση, ανέλαβε το υπουργείο Υγείας να προχωρήσει σε κάποιες δράσεις».
Ο τρόπος με τον οποίο ανακοινώθηκαν οι τέσσερις θάνατοι όμως, «προκαλούν ερωτήματα τα οποία πρέπει κάποιος από τα δύο υπουργεία να μας απαντήσει:
Γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία;
Όταν επισκέφθηκαν τα γηροκομεία άνθρωποι του υπουργείου Υγείας, δεν εντόπισαν αυτούς τους ανθρώπους για να τους μεταφέρουν σε νοσοκομείο;
Να υποθέσουμε ότι τα γηροκομεία λειτουργούν ως νοσηλευτήρια;
Έχουν τους απαραίτητους εξοπλισμούς; Έχουν τις γνώσεις για να εφαρμόσουν πρωτόκολλα και να παρέχουν σωστή περίθαλψη;
Γιατί καθυστέρησαν τόσο να ανακοινώσουν τους θανάτους;
Γιατί δεν μερίμνησαν τα δύο υπουργεία ώστε να υπάρχει ένας χώρος στον οποίο να νοσηλεύονται οι ηλικιωμένοι μας με κορωνοϊό»;
Τα ερωτήματα «είναι πολλά και εμείς έχουμε αποστείλει επιστολή στο υπουργείο Υγείας ζητώντας όλες τις απαντήσεις», ανέφερε ο κ. Αντωνίου και συνέχισε:
Να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις;
Μήπως έπρεπε όλοι αυτοί οι άνθρωποι που εργάζονται στα γηροκομεία, να εκπαιδευτούν εδώ και μήνες και όχι τώρα;
«Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι έχουμε ανθρώπους που νοσηλεύονται σε ένα χώρο που δεν είναι νοσηλευτήριο», είπε ο κ. Αντωνίου και πρόσθεσε, «πρέπει να χτυπήσει καμπανάκι, να γίνει ξανά ένας έλεγχος σε όλους τους οίκους ευγηρίας, μήπως και έχουμε παρόμοια περιστατικά». Ως «Παρατηρητήριο» «περιμένουμε να μας εξηγήσουν και το τι εννοούσαν όταν μας ανακοίνωσαν πριν από λίγες ημέρες ότι εντοπίζουν «ετερογένεια» στα μέτρα που λαμβάνουν τα γηροκομεία. Τι σημαίνει αυτό;»
«Ίσως σε κάποια φάση να έρθει το κράτος και να πει πρέπει να επιβληθούν και ποινές επιτέλους. Δεν γίνεται κάποιοι να μην τηρούν τα μέτρα. Πρέπει ο καθένας υπό την δική του ιδιότητα, να αναλάβει τις ευθύνες του. Στέλνουμε στο θάνατο ανθρώπους, έχουμε ανθρώπους να πεθαίνουν μόνοι τους και εμείς παρακολουθούμε απλά. Αυτό πρέπει να σταματήσει».
Ζήτησε εκπαίδευση και εξοπλισμό από τον Μάρτιο
Ο ιδιοκτήτης του γηροκομείου «Κλημέντιο» επέρριψε και αυτός με τη σειρά του ευθύνες στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Όπως ανέφερε, μιλώντας στον «Φ», «το ξέσπασμα της πανδημίας με είχε βρει στο Χονγκ – Κόνγκ, όπου εκεί ο κορωνοϊός βρισκόταν ήδη σε έξαρση. Ενημερώθηκα για τα μέτρα που λάμβαναν στα γηροκομεία και όταν επέστρεψα απέστειλα επιστολή στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ζητώντας τους ενίσχυση, τόσο σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού όσο και σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς για την προστασία του προσωπικού και των ηλικιωμένων». Το υπουργείο Υγείας, είπε, «επειδή δεν ανήκουμε στην αρμοδιότητα του, δεν γνωρίζει ότι εμείς έχουμε γιατρό, έχουμε νοσηλευτή αλλά από εκεί και πέρα οι φροντιστές μας δεν έχουν εκπαίδευση ή σχετικά προσόντα». Με την επιστολή, ανέφερε ο κ. Ανδρέου, «ζητούσα όπως γίνουν ενέργειες για να προστατεύσουμε τους ηλικιωμένους μας. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε από τότε».
Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι οίκοι ευγηρίας αυτό το διάστημα, αναφέροντας μάλιστα ότι «ειπώθηκαν πολλές ανακρίβειες και σε ό,τι αφορά τον αριθμό των κρουσμάτων αλλά αυτά είναι θέματα τα οποία συγχωρούμε διότι γνωρίζω ότι είναι η πρώτη φορά που η Κύπρος βιώνει μια τέτοια κατάσταση».