Απορρίφθηκε από το Εφετείο η έφεση καταδικασθέντα, ο οποίος είχε κριθεί ένοχος από το Μόνιμο Κακουργοδικείο Λεμεσού για σειρά αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης, με τις ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί να παραμένουν σε ισχύ.
Ο εφεσείων είχε καταδικαστεί, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε έξι κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών Νόμου. Σύμφωνα με το Κακουργοδικείο, ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής, ήρθε κατ’ επανάληψη σε παράνομη συνουσία με την παραπονούμενη, η οποία είχε γεννηθεί περί τις αρχές του 2008.
Την κακοποιούσε στην βεράντα του σπιτιού της
Οι πράξεις φέρονται να διαπράχθηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα από το 2020 έως και το 2021, με τρεις από τις κατηγορίες να αφορούν περίοδο κατά την οποία η παραπονούμενη ήταν κάτω των 13 ετών. Το Κακουργοδικείο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών για τρεις κατηγορίες και 12 ετών για άλλες τρεις. Μία επιπλέον κατηγορία είχε ανασταλεί από τον Γενικό Εισαγγελέα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο λίγους μήνες μετά τη μετακόμιση της οικογένειάς της σε συγκεκριμένο χωριό. Όπως έγινε αποδεκτό, ο κατηγορούμενος την πλησίαζε επανειλημμένα, της εξέφραζε συναισθήματα αγάπης και προχωρούσε σε σεξουαλικές πράξεις τόσο στη βεράντα του σπιτιού της όσο και στο υπνοδωμάτιο των γονέων της, σε χρονικά διαστήματα κατά τα οποία απουσίαζαν άλλα μέλη της οικογένειας.
Αμφισβήτησε την αξιοπιστία της ανήλικης
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς προέβαλε τρεις λόγους: αμφισβήτησε την αξιοπιστία της μαρτυρίας της παραπονούμενης, υποστήριξε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία ήταν πλημμελής και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, ενώ ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία της ανήλικης ήταν υποκινούμενη ή καθοδηγούμενη.
Το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο και τον τρίτο λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι το Κακουργοδικείο ορθά αποδέχθηκε τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, τυχόν ασυνέπειες ή καθυστερήσεις στην αποκάλυψη των γεγονότων κρίθηκαν αναμενόμενες, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της παραπονούμενης, το πολιτισμικό της υπόβαθρο, τη σχέση με τον δράστη και τα συναισθήματα φόβου και ντροπής που περιέγραψε.
Το Δικαστήριο υιοθέτησε τα ευρήματα της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με τα οποία η παραπονούμενη, παρά τις δυσκολίες στον περιγραφικό λόγο και τον χρονικό προσδιορισμό, έδωσε σαφή και συνεκτική εικόνα των γεγονότων. Έγινε επίσης αποδεκτή η μαρτυρία ειδικών μαρτύρων, περιλαμβανομένης κλινικής ψυχολόγου, ως προς τις συνήθεις αντιδράσεις ανήλικων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης και τους λόγους καθυστέρησης στην πλήρη αποκάλυψη.
Απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός περί υποκίνησης της μαρτυρίας, με το Εφετείο να σημειώνει ότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να στηρίζει τέτοιο ενδεχόμενο, ούτε τέθηκε σχετικός ισχυρισμός κατά την αντεξέταση βασικών μαρτύρων.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το Εφετείο έκρινε ότι η μη διενέργεια εξέτασης γενετικού υλικού δεν συνιστούσε πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μαρτυρία για σεξουαλική επαφή κατά την επίμαχη ημερομηνία και ότι είχε παρέλθει σημαντικός χρόνος από τα γεγονότα. Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντος σε δίκαιη δίκη.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την καταδικαστική απόφαση και τις ποινές που είχαν επιβληθεί από το Μόνιμο Κακουργοδικείο Λεμεσού.