Μια θεσμοθετημένη διαδικασία παρακολούθησης εφαρμογής ώστε να υπάρχει εικόνα για το τι προχωρά και τι μένει πίσω, ένα Πρωτόκολλο Ολιστικής Προστασίας του Παιδιού και συστηματική ενδυνάμωση της φωνής των παιδιών, όχι ως «διαβούλευση βιτρίνας», αλλά ως στοιχείο προστασίας. Αυτά τα τρία στοιχεία συγκαταλέγονται ανάμεσα στις προτεραιότητες του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, για το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο της στρατηγικής που επιθυμεί να εκπονήσει και να υλοποιήσει.
Ερωτηθείσα σχετικά, η Επίτροπος Έλενα Περικλέους, ανέφερε στον «Φ» πως κανένα παιδί δεν πρέπει να αισθανθεί μόνο και αβοήθητο μέσα στο σύστημα που υπάρχει για να το προστατεύει, εξ ου και χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση. «Όταν μιλάμε για ολιστικό σύστημα προστασίας, δεν αναφερόμαστε σε μια αφηρημένη έννοια. Ολιστικό, στην πράξη, σημαίνει επιχειρησιακό. Σημαίνει ότι, τη στιγμή που ένα παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο, είναι απολύτως ξεκάθαρο ποιος αναλαμβάνει, πότε παρεμβαίνει και με ποιον τρόπο. Δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι «συνεργαζόμαστε». Ένα λειτουργικό σύστημα απαιτεί κοινή εκτίμηση κινδύνου, ανάπτυξη και αξιοποίηση επιστημών εργαλείων προσδιορισμού του συμφέροντος του παιδιού, σαφείς και συμπληρωματικούς ρόλους, συμφωνημένες διαδρομές παραπομπής και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα δράσης. Χωρίς αυτά, η συνεργασία μένει πρόθεση και όχι πράξη», επεσήμανε η κ. Περικλέους, η οποία πρόσφατα παρευρέθηκε στη Βιέννη στο πλαίσιο διαβούλευσης με άλλους Επιτρόπους και Συνηγόρους των Παιδιών από όλη την Ευρώπη. Θέμα της διαβούλευσης, η οποία διοργανώθηκε από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ήταν η ενίσχυση των ολοκληρωμένων συστημάτων προστασίας του παιδιού.
Σύμφωνα με την Επίτροπο, αυτό που αναδείχθηκε στη Βιέννη είναι ότι τα ολοκληρωμένα συστήματα προστασίας δεν αποτυγχάνουν επειδή λείπουν οι νόμοι ή τα θεσμικά πλαίσια. Αποτυγχάνουν όταν απουσιάζουν ο ουσιαστικός συντονισμός, τα κοινά εργαλεία, η αξιόπιστη χρήση δεδομένων και, τελικά, η εμπιστοσύνη μεταξύ των φορέων που καλούνται να προστατεύσουν τα παιδιά. «Η προστασία του παιδιού δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα ούτε ένα κείμενο πολιτικής. Είναι η πραγματική εμπειρία ενός παιδιού τη στιγμή που φοβάται, που ζητά βοήθεια ή που χρειάζεται κάποιον να σταθεί δίπλα του έγκαιρα», ανέφερε, προσθέτοντας πως «η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος δεν μετριέται από τον αριθμό των νόμων ή των υπηρεσιών, αλλά από το αν το παιδί βιώνει ένα κράτος που λειτουργεί συντονισμένα, προβλέπει αντί να αντιδρά και μετατρέπει τις θεσμικές του προθέσεις σε ουσιαστική προστασία στην πράξη».
Αναφορικά με το μεγαλύτερο κενό που η διαπιστώνει στην Κύπρο, η κ. Περικλέους ανέφερε ότι είναι ο κατακερματισμός. «Τα παιδιά συχνά κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες χωρίς συνέχεια και συνοχή, ενώ οι επαγγελματίες καλούνται να ενεργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου οι ρόλοι και τα όρια δεν είναι πάντα σαφή. Αυτό οδηγεί, πολλές φορές, σε δισταγμό, σε φόβο έκθεσης και, τελικά, σε καθυστερημένες παρεμβάσεις. Γι’ αυτό και μιλούμε για τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο προστασίας, το οποίο συνοψίζεται στην αρχή «ένα παιδί – μία διαδρομή». Ένα μοντέλο όπου το παιδί δεν υποχρεώνεται να επαναλαμβάνει την ιστορία του σε πολλούς, δεν σηκώνει το βάρος της έλλειψης συντονισμού του συστήματος και δεν βιώνει την προστασία αποσπασματικά. Ένα ολιστικό σύστημα προστασίας είναι εκείνο που αναλαμβάνει συλλογικά αυτή την ευθύνη και λειτουργεί συντονισμένα γύρω από τις ανάγκες του παιδιού», εξήγησε, συμπληρώνοντας πως ο κατακερματισμός δεν είναι μόνο κυπριακό φαινόμενο.
Όσον αφορά στο κεφάλαιο «λογοδοσία» και τι σημαίνει αυτή σε ένα σύστημα παιδικής προστασίας, η Επίτροπος του Παιδιού ανέφερε: «Να μπορούμε να απαντήσουμε, με στοιχεία, σε ένα απλό ερώτημα: Άλλαξε η ζωή του παιδιού; Χρειαζόμαστε δεδομένα που αποτυπώνουν τη διαδρομή του παιδιού μέσα στο σύστημα, αλλά και ποιοτικά στοιχεία για την εμπειρία του. Και χρειαζόμαστε παρακολούθηση της εφαρμογής συστάσεων. Η λογοδοσία δεν είναι τιμωρία. Είναι εργαλείο μάθησης και συνεχούς βελτίωσης».