Άλλα δύο νομοσχέδια πάνε στη Βουλή εντός 15νθημέρου και αφορούν το μείζον ζήτημα των παρακολουθήσεων των τηλεφώνων για σκοπούς δημόσιας ασφάλειας και πάταξης του οργανωμένου εγκλήματος.
Χθες, η κοινοβουλευτική επιτροπή Νομικών πήρε μια πρώτη γεύση από το νομοσχέδιο που ενέκρινε πριν 15 ημέρες το Υπουργικό Συμβούλιο, με το οποίο διευρύνονται τα αδικήματα για τα οποία μπορεί να υποβάλλεται αίτημα εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα σε Δικαστήριο για την άρση του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου. Η συζήτηση διεξήχθη σε κλειστή συνεδρία της Επιτροπής και εκτός ατζέντας και σ’ αυτήν παρευρέθηκαν ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως μαζί με υπηρεσιακούς λειτουργούς.
Το πλέον σημαντικό στο νομοσχέδιο, το οποίο και προκαλεί συζήτηση, αφορά στην παροχή εξουσιών στον Γενικό Εισαγγελέα κάτω από εξαιρετικές προϋποθέσεις, να δίνει άδεια στην ΚΥΠ ή στον Αρχηγό Αστυνομίας, για την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μόνο για λόγους ασφάλειας του κράτους. Για πρώτη φορά γίνεται παράκαμψη του Δικαστηρίου, γι’ αυτό και υπάρχουν αντιδράσεις εκ μέρους των βουλευτών, που δύσκολα θα πειστούν να συναινέσουν σε κάτι τέτοιο.
Πάντως, στόχος της κυβέρνησης και του υπουργού Δικαιοσύνης είναι το νομοσχέδιο να ψηφιστεί άμεσα πριν τη διάλυση της παρούσας Βουλής, ώστε να δοθεί ένα ισχυρό όπλο στην πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Οι βουλευτές ενημερώθηκαν χθες ότι ετοιμάζονται άλλα δύο νομοσχέδια εφαρμοστικά του νομοσχεδίου που συζητήθηκε χθες και αποφασίστηκε όπως συζητηθούν όλα μόλις τα έχουν στα χέρια τους οι βουλευτές. Αναμένεται ότι με τα νέα νομοσχέδια θα διασκεδαστούν οι ανησυχίες των βουλευτών από την πρόνοια για απ’ ευθείας εξουσία στον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα να εγκρίνει την παρακολούθηση τηλεφώνων χωρίς την έγκριση Δικαστή. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η νέα πρόνοια που προστίθεται με την τροποποίηση του Συντάγματος και επιτρέπει την παρακολούθηση τηλεφώνων μόνο με γραπτή έγκριση του Γ. Εισαγγελέα, αναφέρει: «Κατόπιν γραπτής έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που δίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της πρόληψης και της αντιμετώπισης δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας».