Τα υπό προώθηση και υπό συζήτηση νομοθετήματα για τις νόμιμες επισυνδέσεις, κοινώς παρακολουθήσεις τηλεφωνικών επικοινωνιών σε πραγματικό χρόνο, πετάνε έξω από το παιχνίδι τους πάροχους, δηλαδή τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
Αστυνομία Κύπρου και Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών θα μπορούν να «βγαίνουν» πάνω στη συσκευή του στόχου της παρακολούθησης, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση της διαδικασίας στις εταιρείες παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας.
Το πυροτέχνημα του ‘20
Οι πιο πάνω αράδες είναι προϊόν της προσπάθειας του «Φ» να ρίξει φως στο πολυσυζητημένο θέμα των νόμιμων παρακολουθήσεων που απασχολεί εδώ και χρόνια, χωρίς να έχει λάβει σάρκα και οστά ακόμη. Η πολυδιαφημιζόμενη τροποποίηση της νομοθεσίας για το απόρρητο της ιδιωτικής επικοινωνίας το 2020 και την αντιμετώπιση κακουργημάτων όπως η προσυνεννόηση αγώνων, αποδείχθηκε ένα ακόμη πυροτέχνημα.
Το νέο εγχείρημα
Το νέο εγχείρημα, λοιπόν, μοιραία παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ήδη η διαβούλευση μεταξύ αρμόδιων φορέων είναι σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, ενώ την περασμένη Τετάρτη σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση απασχόλησε η τροποποίηση του Συντάγματος με απώτερο στόχο να ανοίξει ο δρόμος για τις ανάλογες διαφοροποιήσεις των δυο συναφών νομοθεσιών (βλ. νομοθεσία για ιδιωτική επικοινωνία και περί ΚΥΠ Νόμος).
Τα μισόλογα
Η προσπάθειά μας αυτή να πληροφορηθούμε τα καθέκαστα της τελευταίας περιόδου για την ενεργοποίηση των νόμιμων επισυνδέσεων, λοιπόν, μόνο εύκολη δεν ήταν. Έγινε αποδεκτή με μισόλογα, εκδήλωση φοβικών συνδρόμων και άλλες τακτικές και πρακτικές.
Είναι ευρέως αποδεκτό πως η διαφάνεια δεν είναι το φόρτε μας και ότι η λογοδοσία για θέματα ανθρωπίνων ελευθεριών συχνά συγχέεται σκοπίμως κι αδικαιολόγητα με την εθνική ασφάλεια.
>> Διασυνδεδεμένοι
με Αστυνομία-ΚΥΠ
Ωστόσο, τα σφραγισμένα στόματα για τα οποία κάναμε λόγο ήταν η μια όψη του νομίσματος. Πηγή του «Φ» εξήγησε πως η διαβούλευση για τα τροποποιητικά νομοθετήματα (βλ. σύνταγμα και δυο νομοσχέδια), ήταν έντονη λόγω θεμελιωδών αλλαγών στη φιλοσοφία τους.
«Οι πάροχοι θα έχουν τους συνδρομητές τους διασυνδεδεμένους με τα συστήματα της Αστυνομίας Κύπρου και της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών» ήταν η ακριβής αναφορά από πρόσωπο με πλήρη αντίληψη των εξελίξεων.
Ο ίδιος αξιωματούχος που έχει γνώση για τα τεκταινόμενα, πρόσθεσε: «Αυτό σημαίνει ότι η επισύνδεση από ΚΥΠ και Αστυνομία στον στόχο θα γίνεται χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στους πάροχους. Θα γίνεται νόμιμη σύνδεση των συνδρομητών με τα δυο σώματα ασφαλείας. Κατά κάποιο τρόπο θα παρακάμπτονται οι πάροχοι. Δεν θα τους κοινοποιείται η επισύνδεση από Αστυνομία και η ΚΥΠ».
>> Δεν θα χρειάζεται
διάταγμα η ΚΥΠ
Η έτερη νομοθετική μεταρρύθμιση που επιχειρείται έχει να κάνει με ένα θέμα που ήδη είδε το φως της δημοσιότητας. Η πρόνοια μέσω του Συντάγματος προκειμένου ο διοικητής της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών να μπορεί να λάβει γραπτή έγκριση από τον Γενικό Εισαγγελέα ώστε να αρχίσει παρακολούθηση «στόχου» σε περίπτωση που τίθεται θέμα εθνικής ασφάλειας ή ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως προτιμούν να λένε άλλοι.
Η προτεινόμενη τροποποίηση προνοεί όπως προστεθεί το ακόλουθο εδάφιο (Δ) στο άρθρο 17 του Συντάγματος: «Κατόπιν γραπτής έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που δίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της πρόληψης και της αντιμετώπισης δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας».
>> Τα νέα κακουργήματα που
επιτρέπουν επισύνδεση
Επιπλέον, διευρύνεται το πεδίο δράσης για παρακολουθήσεις. Συγκεκριμένα οι νόμιμες επισυνδέσεις επεκτείνονται και σε άλλα κακουργήματα. Μέχρι τώρα οι παρακολουθήσεις επιτρέπονταν (θεωρητικά) για τα ακόλουθα πέντε αδικήματα: (α) Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, (β) εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, (γ) εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, (δ) αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και (ε) αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.
Πλέον προστίθενται αδικήματα που (1) σχετίζονται με τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή σεξουαλική κακοποίηση παιδιών (ρητή πλέον αναφορά), (2) κατοχή με στόχο την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, (3) αδικήματα τρομοκρατίας και κατασκοπείας, (4) αδικήματα παράνομης διακίνησης μεταναστών και υποβοήθησης παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής στη Δημοκρατία, (5) αδικήματα τελούμενα μέσω διαδικτύου για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω και (6) αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
>> Η εκ των υστέρων
ενημέρωση του στόχου
Στο κάδρο μοιραία μπαίνουν και άλλα ζητήματα, όπως και η υποχρέωση ή όχι των σωμάτων ασφαλείας να ενημερώνουν τον στόχο της επισύνδεσης. Δηλαδή, το άτομο που στη βάση έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα ή του δικαστικού διατάγματος, τίθεται υπό παρακολούθηση.
Άλλη πηγή μας μάς ανέφερε πως «το να ενημερώνεται ο στόχος δεν μπορεί να αποτελεί πρακτική που θα αποφέρει αποτέλεσμα αν αναλογιστούμε το στόχο της νόμιμης επισύνδεσης».
Το ίδιο άτομο ανέπτυξε το συλλογισμό του: «Οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην παρακολούθηση προσώπων που ελέγχονται για κακουργήματα. Για παράδειγμα, όταν θέλεις να παρακολουθείς έναν έμπορο ναρκωτικών για να κάνεις ελεγχόμενες συλλήψεις και να αποτρέψεις διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, δεν μπορείς να τον προειδοποιείς για να αλλάξει μεθόδους και να προφυλάσσεται».
Θέσεις όπως κι αυτή καταγράφηκαν, όπως πληροφορείται ο «Φ» κατά τη διαβούλευση που είναι σε εξέλιξη κι αφορά τα επίμαχα νομοθετήματα. Εδώ να θυμίσουμε ότι σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση στην κοινοβουλευτική επιτροπή Νομικών την περασμένη Τετάρτη συζητήθηκαν οι υπό προώθηση νομοθετικές τροποποιήσεις.
Ανενεργός αρχικά λόγω τεχνολογίας και σοβαρές ενστάσεις από την CYTA
- Δεδομένος ο σκεπτικισμός
Τουλάχιστον τέσσερις ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης με καλή γνώση των γεγονότων επιβεβαίωσαν στον «Φ» ότι το νομοσχέδιο του 2020 για τις νόμιμες παρακολουθήσεις αποδείχθηκε ως μη εφαρμόσιμο. Με βάση τα όσα μας ανέφεραν όλες οι πλευρές υπό το καθεστώς εμπιστευτικότητας η «εμπλοκή» που παρουσιάστηκε με τη νομοθεσία συνοδεύτηκε από τεχνολογικής φύσεως ζητήματα, αλλά και ενδοιασμούς που εκφράστηκαν με έντονο τρόπο.
«Τα τρία πρώτα χρόνια πράγματι υπήρχε τεχνικής φύσεως ζήτημα. Χρειαζόταν να γίνουν τεχνολογικές διευθετήσεις από τους πάροχους υπηρεσιών τηλεφωνίας» μας υπεδείχθη από έναν εκ των αξιωματούχων που μίλησε στο «Φ».
Την ίδια στιγμή όσοι γνωρίζουν λεπτομέρειες για τη διαβούλευση των υπό προώθηση νομοθετημάτων, κάνουν λόγο για εμφανή εκδήλωση αντιδράσεων από πλευράς της ΑΤΗΚ (CYTA). Ένα από τα θέματα που τέθηκε από πλευράς του ημικρατικού οργανισμού είχε να κάνει με συνταγματικά δικαιώματα πελατών της. Προσφάτως, μάλιστα, η νομική θέση της ΑΤΗΚ ήταν ότι με τις επισυνδέσεις χωρίς δικαστικό διάταγμα και μόνο με έγκριση από τον Γενικό Εισαγγελέα περιορίζονται τα δικαιώματα των πελατών της.
Τουλάχιστον άλλα δυο πρόσωπα μιλώντας μας απέδωσαν τη στάση της ΑΤΗΚ και στον υπαρκτό κίνδυνο να βρεθεί στο στόχαστρο αστικών αγωγών η CYTA από παραπονούμενους στόχους νόμιμων επισυνδέσεων.
Από το 2020…
Το μόνο βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο Νόμος του 2020 που θα επέτρεπε την άρση του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας αν και διαφημίστηκε ως «όπλο» κατά του εγκλήματος ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Κατά καιρούς έγιναν διάφορες τοποθετήσεις από άτομα με πραγματογνωμοσύνη.
Στις 17/10/2022 ο γνωστός ποινικολόγος, Ηλίας Στεφάνου, μιλώντας στην εκπομπή της Κάτιας Σάββα (Alpha Κύπρου),) κι απαντώντας σε συγκεκριμένο ερώτημα, είχε πει: «Υπάρχουν δυο ζητήματα. Η πραγματική επικοινωνία (σημ. σε πραγματικό χρόνο), δηλαδή να ακούς, να παρακολουθείς όταν μιλά κάποιος με κάποιον άλλο, που αυτό είναι ουσιαστική επικοινωνία. Και το δεύτερο είναι ποιος μίλησε με ποιον, για πόση ώρα, χωρίς να βλέπεις περιεχόμενο. Το πρώτο, δηλαδή η πραγματική επικοινωνία, για να μπορούν οι Αρχές να παρακολουθούν εγκληματικά στοιχεία, αυτό έχει περάσει ως νομοθεσία αλλά δεν έχω υπόψη μου να έχει εφαρμοστεί. Τουλάχιστον δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου οποιοδήποτε αίτημα προς αυτό. Θα έπρεπε να αγοραστεί μηχάνημα και λοιπά… Το δεύτερο που ακυρώθηκε από το Ανώτατο…»
Στις 23/11/2022, εξάλλου, ο κ. Στεφάνου είχε αναλύσει πάλι το θέμα στη διαδικτυακή εκπομπή Legal Matters, ως φιλοξενούμενος του συνάδελφού του Χριστόφορου Χριστοφή. Είχε πει ο κ. Ηλίας Στεφάνου: «Για εμάς οι ασφαλιστικές δικλίδες ήταν πολύ πιο αυστηρές μέχρι το 2010 λόγω της Συνθήκης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μετά έγιναν τροποποιήσεις λόγω ανάγκης. Κι εκεί υπάρχει η δυνατότητα –που αντιλαμβάνομαι ακόμα να τεθεί σε εφαρμογή– ουσιαστικής παρακολούθησης της επικοινωνίας. Ακόμα για τεχνικούς λόγους δεν εφαρμόστηκε. Η Τριμελής Επιτροπή αντιλαμβάνομαι έχει διοριστεί. Νομικά υπάρχει η δυνατότητα. Είναι θέμα τεχνικό αντιλαμβάνομαι. Ή τουλάχιστον δεν είδα καμία αίτηση. Σ’ αυτό το πλαίσιο υπάρχουν συγκεκριμένα αδικήματα. Από εκεί και πέρα το ποιος μίλησε με ποιον, πότε, πόση ώρα, αυτά τα δεδομένα κίνησης και θέσης, εξωτερικής επικοινωνίας που λέμε, είναι μόνο σε αδικήματα που η ποινή υπερβαίνει τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Αν έχουμε αδικήματα κάτω των πέντε χρόνων, δεν μπορείς».
Στις 14/12/2022, εξάλλου, ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, μιλώντας με αφορμή υποθέσεις χειραγώγησης αγώνων, είπε πως είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθούν τέτοιες υποθέσεις στα Δικαστήρια και επεσήμανε πως το μεγαλύτερο όπλο στην καταπολέμηση αυτού του είδους των εγκλημάτων θα είναι η νόμιμη παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, εκεί όπου μπορεί να εξασφαλιστεί ικανοποιητική μαρτυρία η οποία θα οδηγήσει τις υποθέσεις στο δικαστήριο, όπως συνέβη σε παρόμοιες υποθέσεις στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία. Συμπλήρωσε πως δυστυχώς ακόμη δεν κατέστη δυνατό να τύχει αξιοποίησης η νομοθεσία που ψηφίστηκε το 2020 για να μπορούν να γίνονται τέτοιες παρακολουθήσεις. Τέλος, ο ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας, Γιαννάκης Γεωργίου, κλήθηκε να πει στην κοινοβουλευτική επιτροπή Θεσμών γιατί δεν αξιοποιείται η νομοθεσία που τροποποιήθηκε από το 2020 και διέπει τις νόμιμες παρακολουθήσεις (συνακρόαση σε πραγματικό χρόνο). Απάντησε πως οι πάροχοι (εταιρείες τηλεφωνίας) δεν έχουν την κατάλληλη τεχνολογική υποδομή και πρόσθεσε πως προσεχώς το θέμα θα διευθετηθεί. Έριξε, δηλαδή, για πρώτη φορά την μπάλα στις εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες τηλεφωνίας…
Η προσπάθεια για θέσπιση νομοθετικού πλαισίου
Η προσπάθεια για θέσπιση νομοθετικού πλαισίου ώστε να ξεπεραστούν οι όποιες ανησυχίες είναι σε εξέλιξη εδώ και χρόνια. Πλέον αυτό που επιχειρείται είναι η τροποποίηση του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά και η τροποποίηση των δυο σχετικών νόμων. Αυτόν του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) και αυτόν του περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Το νομοσχέδιο για τροποποίηση του άρθρου 17 του Συντάγματος εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 13/2/2026 («Ο περί της Εικοστής Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2026»). Συζητήθηκε στην κοινοβουλευτική επιτροπή Νομικών την περασμένη Τετάρτη σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση. Για να γίνει τροποποίηση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, απαιτείται ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων με πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών (38 ψήφοι υπέρ).
Αλέξης Μαύρος: «Το ζήτημα της εποπτείας είναι εξίσου κρίσιμο με το ζήτημα της τεχνολογικής δυνατότητας»
Πέραν από τη νομοθεσία για τις νόμιμες παρακολουθήσεις υπάρχει και το τεχνικό κομμάτι. Ο «Φ» μίλησε με τον πραγματογνώμονα, Αλέξη Μαύρο (CFCE – Certified Forensic Computer Examiner (IACIS) – MSc Computer Forensics). Ζητήσαμε τις θέσεις του με αφορμή τα υπό προώθηση τροποποιητικά νομοθετήματα. Ο γνωστός δικανικός αναλυτής πέραν από τα όσα σημαντικά ανέφερε για την τεχνική πτυχή του όλου θέματος, ήγειρε ζήτημα «ως προς τον ανεξάρτητο έλεγχο και το πλήρες audit της χρήσης, γεγονός που καθιστά το ζήτημα της εποπτείας εξίσου κρίσιμο με το ζήτημα της τεχνολογικής δυνατότητας».

Αναλυτικά οι τοποθετήσεις του:
«Σε κάθε νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την παρακολούθηση επικοινωνιών, είναι απαραίτητο να αποσαφηνίζεται με απόλυτη τεχνική σαφήνεια ποια μέθοδος εφαρμόζεται και ποια είναι τα όριά της. Η παρακολούθηση μέσω παρόχου τηλεπικοινωνιών και η παρακολούθηση μέσω εργαλείων εκμετάλλευσης ευπαθειών κινητής συσκευής αποτελούν δύο τεχνολογικά διαφορετικούς μηχανισμούς, με ουσιώδεις διαφορές στο σημείο παρέμβασης, στο εύρος πρόσβασης και στο επίπεδο ελέγχου. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι επηρεάζει τόσο τις δυνατότητες συλλογής ευρημάτων όσο και τη διασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
>> Η κλασική επισύνδεση μέσω παρόχων πραγματοποιείται σε επίπεδο δικτύου και επιτρέπει τη συλλογή φωνητικής κίνησης (όπου δεν υπάρχει end-to-end κρυπτογράφηση), SMS, μεταδεδομένων κλήσεων (CDRs) και στοιχείων κυψέλης. Το τεχνολογικό της εύρος είναι περιορισμένο, καθώς δεν παρέχει πρόσβαση στο λειτουργικό σύστημα της συσκευής, ούτε σε αποθηκευμένα αρχεία ή σε περιεχόμενο κρυπτογραφημένων εφαρμογών. Ωστόσο, χαρακτηρίζεται από υψηλή ιχνηλασιμότητα, σαφή αλυσίδα φύλαξης και δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου, στοιχεία που ενισχύουν την αποδεικτική της σταθερότητα.
>> Αντιθέτως, τα εργαλεία εκμετάλλευσης ευπαθειών κινητής συσκευής λειτουργούν σε επίπεδο συσκευής και παρέχουν σαφώς ισχυρότερο τεχνολογικό μέσο συλλογής ευρημάτων, επιτρέποντας πρόσβαση σε περιεχόμενο εφαρμογών πριν ή μετά την κρυπτογράφηση, σε αποθηκευμένα δεδομένα και σε λειτουργίες όπως μικρόφωνο, κάμερα και γεωεντοπισμός. Από πλευράς εύρους και επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας αποτελούν ισχυρότερο εργαλείο. Παράλληλα όμως, η ίδια αυτή ισχύς δημιουργεί σοβαρή πρόκληση ως προς τον ανεξάρτητο έλεγχο και το πλήρες audit της χρήσης, γεγονός που καθιστά το ζήτημα της εποπτείας εξίσου κρίσιμο με το ζήτημα της τεχνολογικής δυνατότητας».

Άρση δημοσιογραφικού απορρήτου με απόφαση Εισαγγελέα ή ΚΥΠ
Ο προβληματισμός της δημοσιογραφικής οικογένειας είναι δεδομένος για τις τελευταίες εξελίξεις. Την τελευταία περίοδο παρατηρείται μια τάση μέσω προώθησης κειμένων/προσχεδίων νομοθετημάτων, που κάνουν τους λειτουργούς του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου να ανησυχούν ως προς την προστασία των πηγών τους και όχι μόνο. Πρόκειται για νομοθετήματα που προκαλούν εύλογες ανησυχίες ότι θα έχουν ως αποτέλεσμα να πληγεί ανεπανόρθωτα η ελευθεροτυπία. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα διαμείφθηκαν στις 9 του περασμένου Απριλίου (2025) σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής επιτροπής Θεσμών. Εκεί διαπιστώθηκε ότι η ευρωπαϊκή πράξη για την ελευθερία των ΜΜΕ που θα υιοθετηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με νομοθέτημα, αντί να κατοχυρώσει την ελευθεροτυπία, καθιστά έρμαιο τον δημοσιογράφο στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας. Ήταν ενδεικτική η αναφορά του πρόεδρου της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, Γιώργου Φράγκου, ο οποίος είπε πως με απόφαση ενός αξιωματούχου της Πολιτείας, θα αίρεται το δημοσιογραφικό απόρρητο. «Το επίμαχο νομοσχέδιο που ακόμα δεν ήρθε στη Βουλή και θα το συζητήσουμε για πρώτη φορά στις 15 του μήνα, προνοεί άρση του απορρήτου για δημοσιογράφους με απόφαση ενός και μόνο προσώπου, του Γενικού Εισαγγελέα ή του επικεφαλής της ΚΥΠ», είχε πει χαρακτηριστικά ο κ. Φράγκος προκαλώντας αίσθηση.