Και δεύτερο «όχι» εισέπραξε ο έκπτωτος μητροπολίτης Πάφου Τυχικός από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού του απέρριψε την αίτηση για ακύρωση των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου και του Πατριαρχείου, που τον κήρυξαν έκπτωτο από τον μητροπολιτικό θρόνο της Πάφου.

Ο Μητροπολίτης Τυχικός ζητούσε με αίτησή του, επέκταση της προθεσμίας για να καταχωρίσει αίτηση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari, Mandamus και Prohibition, που να ακυρώνουν την απόφαση ημερ. 22.5.2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου και η απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του, με απόφαση ημ. 22.5.2025 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου κήρυξε τον Αιτητή έκπτωτο από τη θέση του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου. Την ίδια μέρα ο Αιτητής έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης προφορικά κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου και μέσω του ανακοινωθέντος αυτής ίδιας ημερομηνίας. Στις 5.6.2025 ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή κατά της απόφασης της Ιεράς Συνόδου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, η οποία ορίστηκε στις 17.10.2025. Στις 17.10.2025 ο Αιτητής ήταν παρών κατά την εν λόγω συνεδρία όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες και του υπεβλήθησαν ερωτήματα. Δεν επετράπη στον δικηγόρο του να εμφανιστεί στη συνεδρία, παρά μόνο ο Αιτητής παρέδωσε υπόμνημα το οποίο είχε ετοιμαστεί από τον δικηγόρο του

Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέδωσε απόφαση την ίδια μέρα, επικυρώνοντας την απόφαση ημερ. 22.5.2025 κατά πλειοψηφία και κηρύσσοντας τον Αιτητή έκπτωτο. Η απόφαση αναγνώστηκε στον Αιτητή, σύμφωνα με την οποία «διεπιστώθησαν παραλείψεις εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου της Αρχιεπισκοπής Κύπρου κατά την διαδικασία κρίσης, η οποία για να ολοκληρωνόταν θα διαρκούσε δύο με τρείς μήνες, ωστόσο όμως θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα επί των κατηγοριών, και γι’ αυτό επικυρώνουμε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου».

Ακολούθως ο Τυχικός αναφέρεται στην περιπέτεια της υγείας του και στη συνέχεια προχώρησε στην καταχώριση δύο αιτήσεων, η μια για άδεια για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων και η άλλη για επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης τέτοιας αίτησης. Στις 14.1.2026 εξεδόθη απόφαση άλλου δικαστή του Ανωτάτου, με την οποία η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας απερρίφθη στη βάση του ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί επέκταση της προθεσμίας ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση για άδεια η οποία είχε ήδη καταχωριστεί.

Ήταν η διαπίστωση της δικαστού Έλενας Εφραίμ ότι ο Μητροπολίτης Τυχικός έλαβε πλήρη γνώση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου την ίδια μέρα έκδοσης της, καθότι ήταν παρών κατά τη συνεδρία κατά την οποία λήφθηκε η εν λόγω απόφαση. «Παρόλο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε μόνο το καταδικαστικό αποτέλεσμα της απόφασης και όχι την αιτιολογία αυτής, και ότι και το σχετικό ανακοινωθέν περιορίζεται στο αποτέλεσμα και όχι στους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω απόφαση, εντούτοις η συμμετοχή του στην όλη  διαδικασία υποδηλοί πλήρη γνώση τόσο της διαδικασίας όσο και της απόφασης», σημειώνει η δικαστής.

Περαιτέρω το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του Αιτητή ότι ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής για να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, αφού θα πρέπει να ενεργεί με περισσή σπουδή και το ταχύτερο δυνατόν, ακόμα και εντός της προθεσμίας των 45 ημερών.

Υπό το φως όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι ενώ ο Αιτητής είχε λάβει γνώση των δύο αποφάσεων από την ημερομηνία έκδοσης αυτών, εντούτοις, παρέλειψε παντελώς αδικαιολόγητα να ενεργήσει το συντομότερο δυνατό, με αποτέλεσμα να μην αποταθεί στο Δικαστήριο αφενός πριν τη λήξη της προθεσμίας και αφετέρου όσο το δυνατό πιο γρήγορα μετά τη λήξη αυτής. Η τόσο μεγάλη και παντελώς αδικαιολόγητη παράλειψη του Αιτητή να ενεργήσει όσο το δυνατό πιο σύντομα προς επιδίωξη θεραπείας αποβαίνει καθοριστική για την πορεία της Αίτησης.

Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν παραγνωρίζει τις συνέπειες στον Αιτητή των εν λόγω αποφάσεων, πλην όμως αυτές δεν συνιστούν λόγο για τη μη έγκαιρη υποβολή της αίτησης για άδεια. Οι εξαιρετικές περιστάσεις αφορούν στην παράλειψη και καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας και όχι στις συνέπειες που συνεπάγεται τυχόν άρνηση επέκτασης της προθεσμίας, ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου, που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης.