Άνω κάτω οι γιατροί στα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών των κρατικών νοσοκομείων μετά την απόφαση του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας να προχωρήσει σε αγορά υπηρεσιών από ιδιωτικό φορέα του εξωτερικού για τη γνωμάτευση ακτινογραφιών που διενεργούνται σε ασθενείς που προσέχονται στα ΤΑΕΠ για εξυπηρέτηση.
Η δυσφορία των γιατρών δεν αφορά αυτή καθαυτή τη διαδικασία της τηλεδιάγνωσης, κατά τις μη εργάσιμες ημέρες και ώρες, αλλά, τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται αυτή να εφαρμοστεί σε περιβάλλον ΤΑΕΠ, καθώς, από τη μια, όπως ανέφεραν στον «Φ», τους ζητείται η συμπλήρωση ενός πολύ «απαιτητικού», όπως το χαρακτηρίζουν, εγγράφου πριν την ηλεκτρονική καταχώρηση των εξετάσεων και από την άλλη δεν διασφαλίζεται η άμεση εξυπηρέτηση τους , καθώς δίνεται στους ιδιώτες ακτινολόγους που βρίσκονται στο εξωτερικό, το χρονικό περιθώριο των 7 ημερών για να παραδώσουν τις γνωματεύσεις.
Μάλιστα, από τις πρώτες κιόλας ημέρες άρχισαν να παρουσιάζονται και εντάσεις μεταξύ των γιατρών, με την Παγκύπρια Συντεχνία Κυβερνητικών Ιατρών, να κάνει σχετική αναφορά σε επιστολή που απέστειλε χθες, διαμαρτυρόμενη, στον ΟΚΥπΥ: «Η ΠΑΣΥΚΙ δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία ή την όξυνση διαφορών μεταξύ ιατρών διαφορετικών ειδικοτήτων, οι οποίες ήδη καταγράφονται ως άμεσο επακόλουθο τέτοιων λανθασμένων διοικητικών επιλογών. Η μετακύλιση ευθυνών, η ασάφεια ρόλων και η έλλειψη σαφούς πλαισίου λειτουργίας δεν μπορεί να οδηγεί σε ενδοϊατρικές αντιπαραθέσεις. Οι ιατροί δεν είναι ούτε μπορούν να λειτουργούν ως αποδέκτες διοικητικών αστοχιών».
«Η διαδικασία των επτά ημερών», αναφέρθηκε στον «Φ», «εφαρμοζόταν μέχρι σήμερα για σκοπούς καταχώρησης αιτημάτων για αποζημίωση στο πλαίσιο του ΓεΣΥ και οι γνωματεύσεις δίνονταν έναντι ενός μικρού αντιτίμου από τους ακτινολόγους των νοσηλευτηρίων. Αυτή ήταν από την αρχή μια όχι και τόσο ασφαλής διαδικασία, διότι καλούνταν οι γιατροί των ΤΑΕΠ να «διαβάζουν» τις ακτινογραφίες προκειμένου να διαχειριστούν τα επείγοντα περιστατικά, ωστόσο, υπήρχε πάντα η αμεσότητα και η εύκολη πρόσβαση σε γιατρούς της συγκεκριμένης ειδικότητας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρχε ανάγκη. Τώρα, πάμε να κάνουμε επίσημη μια, ενδεχομένως, λανθασμένη πρακτική».
Η Παγκύπρια Συντεχνία Κυβερνητικών Ιατρών απέστειλε, μέχρι τώρα, δύο επιστολές στον ΟΚΥπΥ, ζητώντας την διεξαγωγή διαλόγου ώστε να καθοριστούν ασφαλείς διαδικασίες, κριτήρια και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τηλεδιάγνωσης στα ΤΑΕΠ.
«Η συγκεκριμένη απόφαση, πέραν των σοβαρών νομικών ζητημάτων που ήδη έχουν τεκμηριωθεί, εγείρει καίρια και ουσιώδη ζητήματα πρακτικής εφαρμογής, τα οποία επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια των ασθενών, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον ίδιο τον πυρήνα της ιατρικής πράξης», αναφέρει η ΠΑΣΥΚΙ στην τελευταία της επιστολή και προσθέτει: «Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι ιατροί των ΤΑΕΠ καλούνται να ενταχθούν σε μία διαδικασία η οποία είναι εκ των πραγμάτων χρονοβόρα και ασύμβατη με τη φύση και τις απαιτήσεις της επείγουσας ιατρικής. Τα ΤΑΕΠ λειτουργούν υπό συνθήκες πίεσης, με ανάγκη για άμεσες, τεκμηριωμένες και συχνά καθοριστικές για την έκβαση του ασθενούς αποφάσεις».
«Το πλέον ανησυχητικό», αναφέρει η ΠΑΣΥΚΙ, «δεν είναι η επιχειρησιακή δυσλειτουργία, αλλά η ίδια η φιλοσοφία που φαίνεται να διέπει τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Ενώ ο πρωταρχικός στόχος οποιουδήποτε τέτοιου μέτρου οφείλει να είναι η άμεση και αξιόπιστη γνωμάτευση των ακτινογραφιών, προς όφελος της κλινικής διαχείρισης του ασθενούς, προκύπτει ότι στην πράξη η προτεραιότητα μετατοπίζεται. Η πρόβλεψη δυνατότητας υποβολής γνωματεύσεων εντός περιόδου έως και επτά (7) ημερών, προκειμένου να διασφαλιστεί η διοικητική και οικονομική διεκπεραίωση έναντι του ΓεΣΥ, καταδεικνύει ότι η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση δεν αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ρύθμισης».
Η προσέγγιση αυτή, «είναι όχι μόνο προβληματική αλλά και επικίνδυνη», ενώ, «δημιουργείται ένα κατακερματισμένο και ασαφές πλαίσιο ιατρικής ευθύνης, στο οποίο, άλλος γιατρός ζητά την εξέταση, άλλος γνωματεύει (ενδεχομένως εκτός συστήματος και σε μεταγενέστερο χρόνο) και άλλος φέρει την άμεση ευθύνη για τη λήψη κρίσιμων κλινικών αποφάσεων».
Οι γιατροί, στην επιστολή τους θέτουν και οικονομικά ζητήματα διερωτώμενοι εάν «έχει τεκμηριωθεί ότι η επιλογή αγοράς υπηρεσιών τηλεακτινοδιαγνωστικής από ιδιωτικό φορέα του εξωτερικού οδηγεί πράγματι σε μείωση των εξόδων του Οργανισμού».
Η ιατρική πράξη, «δεν μπορεί να υποτάσσεται ούτε σε χρονικά πλαίσια που εξυπηρετούν οικονομικούς μηχανισμούς, ούτε σε επιλογές που δεν τεκμηριώνονται ως προς το κόστος και το όφελος».
Ως εκ τούτου, καταλήγει στην επιστολή της η ΠΑΣΥΚΙ, η συντεχνία, «δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απορρίψει τη συγκεκριμένη ενέργεια, ως μη τεκμηριωμένη, μη ασφαλή και μη αποδεκτή από ιατρικής και θεσμικής άποψης και να προχωρήσει σε ενημέρωση των μελών της για τις επιπτώσεις και τους κινδύνους που απορρέουν από την εφαρμογή της. Καλείται ο Οργανισμός να επανεξετάσει άμεσα το υφιστάμενο πλαίσιο, διασφαλίζοντας άμεση και ουσιαστική ακτινολογική υποστήριξη των ΤΑΕΠ, σαφή και αδιαμφισβήτητη οριοθέτηση ιατρικής ευθύνης, αποτροπή ενδοϊατρικών συγκρούσεων και πλήρη οικονομική διαφάνεια και τεκμηρίωση των επιλογών του».