Με πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο πώλησε παράνομα διαμέρισμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ στη Γερμασόγεια, εισέπραξε €185.000 και επιχείρησε να ανατρέψει την καταδίκη του, όμως το Εφετείο έκρινε ότι η οργανωμένη απάτη και η διαδρομή του χρήματος οδηγούσαν αδιαμφισβήτητα στην ενοχή του, αφήνοντας σε ισχύ την επταετή ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως. Ο εφεσείων είχε ασκήσει έφεση τόσο κατά της καταδίκης του όσο και κατά της ποινής που του επιβλήθηκε.

Η υπόθεση αφορούσε διαμέρισμα στη Λεμεσό που ανήκε σε τρεις γυναίκες από τη Σαουδική Αραβία, οι οποίες το είχαν κληρονομήσει από συγγενικό τους πρόσωπο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργοδικείου Λεμεσού, ο εφεσείων, που είναι άνδρας βουλγαρικής καταγωγής, χρησιμοποίησε πλαστό γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο παρουσιαζόταν ως υπογεγραμμένο από τις ιδιοκτήτριες, για να προχωρήσει σε συμφωνία πώλησης και μεταβίβαση του ακινήτου σε εταιρεία.

Το Κακουργοδικείο τον είχε κρίνει ένοχο για κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο πρόσωπο και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Για τις περισσότερες κατηγορίες του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης επτά ετών, ενώ για τη δόλια συναλλαγή ποινή τεσσάρων ετών.

Κατά την εκδίκαση της έφεσης, η υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν κενά στην περιστατική μαρτυρία και ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς πως ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που κατασκεύασε το πλαστό πληρεξούσιο.

Το Εφετείο, ωστόσο, επανέλαβε τη νομολογιακή αρχή ότι σπανίως παρεμβαίνει στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας μαρτύρων από πρωτόδικο δικαστήριο, εκτός εάν τα ευρήματα είναι αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μαρτυρία του γραφολόγου της υπόθεσης, ο οποίος είχε καταθέσει ότι οι υπογραφές στο πληρεξούσιο δεν ανήκαν στις πραγματικές ιδιοκτήτριες του διαμερίσματος. Παρότι δεν κατέστη δυνατό να συνδεθεί άμεσα ο εφεσείων με τις πλαστές υπογραφές, ο ειδικός είχε εντοπίσει ενδείξεις προσπάθειας παραποίησης γραφής στα δείγματα που έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία.

Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία του γραφολόγου ήταν ανεπαρκής λόγω μη παρουσίασης συγκριτικών πινάκων, κρίνοντας ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την προφορική του μαρτυρία κάλυπταν επαρκώς τη μεθοδολογία και τα συμπεράσματά του.

Καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε επίσης το γεγονός ότι οι τρεις ιδιοκτήτριες κατέθεσαν πως ουδέποτε υπέγραψαν το πληρεξούσιο, ούτε γνώριζαν προσωπικά τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έδωσε βαρύτητα και σε δήλωση της τότε συνηγόρου υπεράσπισης κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι καμία από τις γυναίκες που κατέθεσαν στο δικαστήριο δεν ήταν το πρόσωπο που, όπως ισχυριζόταν αρχικά, είχε συναντήσει σε καφετέρια στη Λεμεσό για να υπογράψει το πληρεξούσιο.

Στην απόφαση σημειώνεται ότι η περιστατική μαρτυρία, εξεταζόμενη συνολικά, οδηγούσε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε καταρτίσει το πλαστό έγγραφο και είχε οργανώσει τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, χωρίς να υπάρχει άλλη λογική εξήγηση των γεγονότων.

Το Εφετείο απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις περί ελλιπούς αστυνομικής έρευνας, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος τέθηκε σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής.

Σε ό,τι αφορά την ποινή, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, επισημαίνοντας ότι η δράση του κατηγορούμενου χαρακτηριζόταν από σχεδιασμό, δόλο και οικονομική εκμετάλλευση τόσο των πραγματικών ιδιοκτητριών όσο και του αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία, κατέβαλε συνολικά €185.000.

Οι δικαστές υπογράμμισαν ακόμη ότι τα αδικήματα οικονομικής φύσης βρίσκονται σε έξαρση και ότι τα δικαστήρια οφείλουν να συμβάλλουν στην πάταξή τους μέσω αυστηρών ποινών. Σημείωσαν δε ότι ο εφεσείων είχε ήδη βεβαρημένο ποινικό μητρώο και ότι διέπραξε τα αδικήματα ενώ βρισκόταν σε περίοδο αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης που του είχε δοθεί με προεδρική χάρη.

Καταλήγοντας, το τριμελές Εφετείο, αποτελούμενο από τους δικαστές Στ. Σταύρου, Α. Κονή και Μ. Παπαδοπούλου, έκρινε ότι τόσο η καταδίκη όσο και οι ποινές ήταν πλήρως δικαιολογημένες και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της.