Το Διοικητικό Εφετείο, στις 18 Ιουνίου 2026, απέρριψε έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα ομάδας εφεσειόντων αξιωματικών της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για καταβολή σε αυτούς αποζημίωσης για τον χρόνο που τελούσαν σε καθήκον επιφυλακής από το 2006 μέχρι τις 29 Ιουλίου 2015. Κατά τον επίδικο χρόνο, η Πυροσβεστική Υπηρεσία υπαγόταν στην Αστυνομία Κύπρου.

Το Εφετείο στην απόφασή του, παραπέμποντας και σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκρινε ότι η ενωσιακή  Οδηγία που αφορά στην οργάνωση του χρόνου εργασίας -την οποίαν επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες-, δεν ρυθμίζει το θέμα των αποδοχών των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, το αίτημα των εφεσειόντων δεν εμπίπτει στο ενωσιακό δίκαιο. Το Εφετείο, αποδεχόμενο τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, έκρινε ότι το αίτημα των εφεσειόντων για καταβολή σε αυτούς αποζημίωσης για τον χρόνο που τελούσαν σε επιφυλακή αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών και ως εκ τούτου, αποτελούσε αρμοδιότητα της Αστυνομίας να κρίνει το σχετικό αίτημα.           

Εφόσον έκρινε ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί εθνικά, ακολούθως, το Εφετείο έκρινε κατά πόσον η Αστυνομία αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της για απόρριψη του αιτήματος των εφεσειόντων. Το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση αυτή της Αστυνομίας ήταν δεόντως αιτιολογημένη.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο θεσμός του καθήκοντος επιφυλακής δεν έχει θεσμοθετηθεί νομικά και δεν καθορίζεται οποιαδήποτε αποζημίωση για τον χρόνο επιφυλακής. Το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ικανοποίηση του αιτήματος των εφεσειόντων, εφόσον, όπως ανέφερε το Εφετείο, η ανυπαρξία νομοθετικής διάταξης δεν μπορεί να αναπληρωθεί από δικαστική απόφαση.

Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την υπόθεση χειρίστηκε η κα Ειρήνη Νεοφύτου, Ανώτερη Δικηγόρος της  Δημοκρατίας και ο κ. Θάσος Χατζηλούκας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.