Η Νίκη Κονομή Φωκά, χειρουργός οδοντίατρος, περιγράφει μια εμπειρία της στη Γερμανία.
Ήταν καλοκαίρι βαρύ εδώ στην Κύπρο ζέστη αφόρητη. Αποφασίσαμε να πάμε οικογενειακώς ένα ταξίδι στην Γερμανία. Καμία σχέση εκεί με τον καυτό ήλιο της Κύπρου. Αφού φτάσαμε Γερμανία πήγαμε σε δύο περιοχές που δεν είχαμε πάει άλλη φορά. Όλα πολύ ωραία και οι μέρες όπως πάντοτε τρέχουν γρήγορα χαρήκαμε για όσα είδαμε και όσα μάθαμε και είπαμε αρκετά ώρα να επιστρέψουμε Κύπρο. Ένας από την παρέα μας μάς σταμάτησε λέγοντας και απαιτώντας ότι αν δεν δει την ομορφιά του Ρήνου με τα καραβάκια του -μεγάλος ποταμός της Γερμανίας- δεν θα πει πως κάναμε καλή εκλογή στα μέρη που επισκεφθήκαμε. Πήγαμε λοιπόν στην Κολωνία να δούμε το φαντασμαγορικό θέαμα του Ρήνου πράγματι άξιζε τον κόπο όλα ήταν τόσο όμορφα και τόσο τέλειαήταν παντού τόσο καθαρά και τόσο περιποιημένα! Στις όχθες του ποταμού κέντρα παντού, τόσο τακτοποιημένα που φοβόταν ο καθένας μας μήπως λερώσει κάτι. Τα ξενοδοχεία τους μικρά, κουκλίστικα και όλα κτισμένα στις όχθες του Ρήνου. Ήταν τόσο, μα τόσο καθαρά λες και δεν ζούσαν άνθρωποι μέσα. Στα εστιατόριά τους χαιρόσουν να φας γιατί ήταν τέλεια στρωμένα και πεντακάθαρα ήταν προσιτές-λογικές τιμές και πολύ καλοί άνθρωποι. Πρόσχαροι άνθρωποι. Φάγαμε τα ωραία τους φαγητά, είδαμε τα τόσα ωραία του Ρήνου και είπαμε να επιστρέψουμε σιγά-σιγά στο Βερολίνο απ’ όπου ξεκινήσαμε.
Τελευταία στιγμή πρόσεξα ένα παιδάκι να κάθεται στην όχθη του ποταμού και να ζωγραφίζει. Πλησίασα να δω τι ζωγραφίζει και είδα πως ήταν ένα αγοράκι-άγγελος πραγματικός. Είχε άσπρο χρώμα με μάγουλα ροδαλά -μεγάλα γαλανά μάτια, μύτη γαλλική, με μακριά ολόξανθα σγουρά μαλλιά και φορούσε μεγάλο ψάθινο καπέλο υπολόγισα πως ήταν 6, με βία 7 χρόνων. Τον πλησίασα, τον χαιρέτησα και του μίλησα Αγγλικά δεν καταλάβαινε όμως τίποτα. Απογοητεύτηκα γιατί ήθελα να του μιλήσω ο ίδιος πρόσεξε πως κάτι με ρώτησαν οι δικοί μου και απάντησα Ελληνικά. Ξέρω, μου λέει, Ελληνικά, η μητέρα μου είναι Ελληνίδα. Τον συνεχάρην για το όμορφο καραβάκι που ζωγράφιζε και πιάσαμε κουβέντα. Ενώ μιλούσαμε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια, ξαφνικά άρχισε τα κλάματα. Τον ρώτησα γιατί κλαίει και τότε μου ανοίχτηκε και μου ‘πε πως δεν τον αγαπούν οι γονείς του. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη. Αδύνατο! Μα έχεις τόσο μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική που σίγουρα θα γίνεις μεγάλος και γνωστός ζωγράφος, του είπα. Εγώ ούτε ένα ανθρωπάκι δεν καταφέρνω να ζωγραφίσω. Εσύ, αντί να ‘σαι χαρούμενος, κλαις και για πράγματα που -πιστεύω- απλώς σου πέρασε μια ιδέα από το μυαλό σου.
Υποσχέθηκα πως θα του απαντήσω αυτή του την υποψία με ένα ποίημα -αν θυμάσαι τη διεύθυνσή σου, θα σου το στείλω. Έχω πάντοτε μαζί μου τη διεύθυνσή μου και το τηλέφωνό μας, μου απάντησε και χάρηκε πολύ -τόσο που με ρωτούσε και με ξαναρωτούσε πότε θα το στείλω.
Το ‘στειλα λοιπόν όταν έφτασα Κύπρο και μιλώντας με τη μητέρα του μου ‘πε πως κάθε μέρα θέλει να του το διαβάζει. Και πως χάρηκε πολύ και με ευχαριστεί γι’ αυτό.
Άκουσε λοιπόν μικρέ Ζωγράφε,
Μην τον ρωτάς τον ουρανό, τ’ αστέρια, το χλομό φεγγάρι αν οι γονείς σου σ’ αγαπούν, αν οι γονείς σου σε θυμούνται. Κοίτα τον ουρανό ψηλά και δες τον ήλιο, το φεγγάρι, ο ουρανός θ΄ ανταποκριθεί μες στο γαλάζιο του το πέπλο ότι οι γονείς σου σ’ αγαπούν, ότι οι γονείς σου σε λατρεύουν, ότι είσαι η μόνη τους χαρά, η μόνη τους γλυκιά ελπίδα και όλα μαζί τους θα σου πουν: πώς έχεις τόση ευτυχία; Ρώτα τ’ αστέρια που φεγγοβολούν και σε κοιτάζουν νύχτα – μέρα. Ο καταγάλανος ουρανός και το γλυκό φεγγάρι, όλα μαζί σου, τραγουδούν της ευτυχίας το τραγούδι, μα και η Παναγία σου φωνάζει στο σταυροδρόμι της Αγάπης.
Συνέχισε λοιπόν, Αγγελούδι μου, να ζωγραφίζεις και πού ξέρεις, μπορεί να ξανάρθω στις όχθες του Ρήνου να σε ξανασυναντήσω, Μικρέ μου Ζωγράφε.
Χαιρετίσματα στους γονείς σου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα τόσα ωραία και όμορφα που είδα, μα προπαντός εσένα.