Η Deliveroo αναμένεται να αντλήσει 1,3 δισ. δολάρια κατά την αρχική δημόσια προσφορά της (IPO) στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου (LSE), με την αποτίμησή της να εκτοξεύεται στα 12 δισ. δολάρια, εν μέσω της εκρηκτικής αύξησης που εμφανίζει η ζήτηση για υπηρεσίες παράδοσης φαγητού κατ’ οίκον λόγω της πανδημίας του κορονοϊού.
Σύμφωνα με τα έγγραφα που κατέθεσε η εταιρεία στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου την προηγούμενη Δευτέρα, η τιμή διάθεσης των μετοχών κατά την αρχική δημόσια προσφορά, που θα είναι μία από τις μεγαλύτερες στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία χρόνια, θα κυμαίνεται μεταξύ 5,37 και 6,33 δολαρίων έκαστη.
Η επιχείρηση, που υποστηρίζεται από τον κολοσσό του ηλεκτρονικού εμπορίου Amazon, ανακοίνωσε ότι οι παραγγελίες παράδοσης φαγητού αυξήθηκαν κατά 121% τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, εν μέσω της γενικευμένης αναστολής λειτουργίας των εστιατορίων, λόγω πανδημίας, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ευρώπη.
“Είμαστε υπερήφανοι για την εισαγωγή μας στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, την πόλη όπου ξεκίνησε η Deliveroo”, δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο Γουίλ Σου, διευθύνων σύμβουλος και ιδρυτής της νεοφυούς εταιρείας. “Η εισαγωγή μας στο χρηματιστήριο θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να επενδύουμε στην καινοτομία, αναπτύσσοντας νέα τεχνολογικά εργαλεία για την υποστήριξη εστιατορίων και παντοπωλείων, να παρέχουμε στους οδηγούς περισσότερη δουλειά και να διευρύνουμε τις επιλογές για τους καταναλωτές, παρέχοντας τους το φαγητό που αγαπούν από τα εστιατόρια που προτιμούν, που θα είναι περισσότερα από ποτέ”, πρόσθεσε ο Σου.
Η μετοχική δομή της επιχείρησης θα περιλαμβάνει δύο κατηγορίες μετοχών, γεγονός που σημαίνει ότι οι μετοχές του Σου θα έχουν 20πλάσια δικαιώματα ψήφου σε σύγκριση με των άλλων επενδυτών. Με βάση αυτή τη δομή, των μετοχών δύο κατηγοριών, η οποία θα διαρκέσει για τρία χρόνια, η Deliveroo δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο δείκτη αναφοράς FTSE 100, σύμφωνα με τους ισχύοντες ρυθμιστικούς κανόνες του LSE.
Οι οδηγοί της Deliveroo έχουν πλημμυρίσει τους δρόμους του Λονδίνου και άλλων πόλεων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, ωστόσο η επιχείρηση ακόμη δεν εμφανίζει κέρδη, ενώ αντιμετωπίζει σφοδρό ανταγωνισμό από την Uber Eats, τη Just Eat και άλλες τοπικές ομοειδείς εταιρείες.
Η IPO θα κλείσει ένα ταραχώδες έτος για την επιχείρηση που ιδρύθηκε από τον πρώην Αμερικανό τραπεζίτη Γουίλ Σου, το 2013. Σημειώνεται ότι η εταιρεία, τον Απρίλιο του 2020, προειδοποίησε ότι βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής. Η Deliveroo προέβη στη συγκεκριμένη προειδοποίηση μετά την έρευνα που ξεκίνησε η αρχή ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου ως απόρροια της επένδυσης ύψους 575 εκατ. δολαρίων που πραγματοποίησε η Amazon στη νεοφυή εταιρεία και της απόκτησης ποσοστού που λέγεται ότι ανέρχεται στο 16%.
Η βρετανική startup έχει υποσχεθεί επίσης ότι στο πλαίσιο της IPO θα δημιουργήσει ένα “κοινοτικό ταμείο” που θα μπορούσε να εξομαλύνει τις φορτισμένες -σε ορισμένες περιπτώσεις- σχέσεις της με τα εστιατόρια που συνεργάζεται, που παραπονούνται για το ύψος των προμηθειών που λαμβάνει η εταιρεία -αλλά και για τις κινήσεις της να δημιουργήσει τη δική της “κουζίνα-φάντασμα”- καθώς και με τον “στρατό” των αυτοαπασχολούμενων οδηγών της. Συνήθως, στις IPO συμμετέχουν μόνο θεσμικοί επενδυτές, όμως η εταιρεία έχει προβλέψει να διαθέσει ένα πακέτο μετοχών αξίας 68.797.750 δολαρίων σε πελάτες της εφαρμογής της, οι οποίοι θα μπορούσε να αγοράσουν μετοχές αξίας έως και 1.376,04 δολαρίων έκαστος.
Η Deliveroo δεν είναι, πάντως η μόνη που έχει βάλει πλώρη για το ταμπλό του LSE. Τη Δευτέρα, ανακοίνωσε τα σχέδιά του για εισαγωγή στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου και ο δανέζικος ιστότοπος αξιολογήσεων Trustpilot, στοχεύοντας σε αποτίμηση 1,4 δισ. δολαρίων. Οι επιτυχημένες αρχικές δημόσιες προσφορές των Kaspi και The Hunt Group το προηγούμενο έτος, φαίνεται άλλωστε ότι τερμάτισαν την μακρά περίοδο “ξηρασίας” IPO που βίωσε το Λονδίνο, καθώς μέσα στο τρέχον έτος σχεδιάζει να κάνει το μεγάλο βήμα προς το ταμπλό του LSE και η νεοφυής εταιρείας κυβερνοασφάλειας DarkTrace and Wise (πρώην Transferwise).
Πηγή: Forbes