Τη διεθνή τάση για αναστοχασμό της Ιστορίας και την περίπτωση της Κύπρου σχολιάζει ο Χαράλαμπος Μερακλής.
Τις τελευταίες δεκαετίες έχει ανοίξει παγκόσμια μεγάλη συζήτηση για αναθεώρηση της ιστορίας και πορείας λαών και χωρών εξαιτίας σωρείας αλλαγών που συντελούνται σε διάφορους τομείς παγκόσμια.
Στόχος αυτής της προσπάθειας είναι να αναπτυχθούν ερμηνείες για οποιοδήποτε θέμα κατέχει κεντρική θέση στη δημόσια ιστορία και πορεία ενός λαού και μιας χώρας, η οποία έχει καθιερωθεί μέσα από μύθους και στερεότυπα που κυριάρχησαν για πολιτικούς και όχι επιστημονικούς λόγους. Αυτοί οι μύθοι και στερεότυπα αναπαράγονται πλατιά από τα ΜΜΕ και τα σχολικά εγχειρίδια χωρίς πολλές φορές να τεκμηριώνονται.
Επιδίωξη αυτών των μυθολογιών είναι να υπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες. Οι πιο βίαιες, άδικες προκαταλήψεις είναι εκείνες που εκπορεύονται από ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα.
Σκοπός αυτών των αναθεωρήσεων είναι η κοινωνία να αντιμετωπίσει κριτικά το παρελθόν της και να συζητήσει με ορθολογισμό, νηφαλιότητα και με κουλτούρα διαλόγου τα αναδυόμενα προβλήματα μακριά από τους ψεκασμούς και τις φαντασιώσεις του παρελθόντος, ούτως ώστε να μπορέσει ο ενδιαφερόμενος να συμβάλει στη διαμόρφωση του μέλλοντος.
Μέσα σ’ αυτό το κουβάρι συγκαταλέγεται και η δική μας ιστορία και πορεία όπου ως Ελληνοκύπριοι που αποτελούμε την πλειοψηφία του κυπριακού λαού έχουμε την ευθύνη της διαχείρισης της Κύπρου.
Με αυτό το πνεύμα ξεκίνησε και ο αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955 έπειτα από την απόρριψη των προτάσεων των Βρετανών για αυτοκυβέρνηση και στη συνέχεια μέσω δημοκρατικών διαδικασιών θα φθάναμε στην ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας μας.
Στην πορεία του κυπριακού αγώνα αναπτύχθηκαν αναρίθμητοι μαξιμαλισμοί, σκληρές γραμμές, διαφωνίες, στρατηγικές και συγκρούσεις. Συνάμα εξασφαλίσαμε και μερικές δεκάδες ψηφίσματα και παροτρύνσεις από διεθνείς οργανισμούς για συμβιβασμό και λύση του Κυπριακού.
Λόγω συνεχών αρνήσεων, υπερεκτιμήσεων, λαθών, καθώς επίσης του προδοτικού πραξικοπήματος της χούντας και ΕΟΚΑ Β, φθάσαμε στην κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους και την προσφυγοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων συνανθρώπων μας ένεκα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Από ενιαίο κράτος βρισκόμαστε σήμερα σ’ ένα διχοτομημένο τόπο και αποξενωμένοι από την κατεχόμενη γη μας που είναι η μεγαλύτερη ήττα και κατάρα.
Παρά τα αναφερόμενα και τις δεκάδες χρόνια προσφυγιάς, ταλαιπωριών και υποσχέσεων, συνέχεια αναπτύσσουμε ψευδαισθήσεις, οράματα και κυνισμό που αμφισβητούμε τα πάντα. Πορευόμαστε με ψευτοεπαναστατισμό και την ψευδαίσθηση ότι θα αλλάξουμε τα πάντα.
Δυστυχώς δεν έχουμε εκτιμήσει σωστά τις διασπάσεις της απώλειας της πατρώας γης και της διχοτόμησης που είναι όχι μόνο μια πολιτική πράξη, αλλά και μια κατάρα στο κορμί της Κύπρου γιατί αποκόπτεται ο ομφάλιος λώρος με τη γη μας, την ιστορία και τον ψυχισμό μας.
Παρά ταύτα, ορισμένοι από τους ηγέτες μας κάθε στιγμή απαξιώνουν την αντίθετη άποψη νομίζοντας ότι βρισκόμαστε σε απολυταρχικό καθεστώς ξεχνώντας ότι η δημοκρατία που υπερασπίζονται είναι αγάπη, μεγαλοψυχία, αυτοσεβασμός και διάλογος.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι συνεχείς διαχρονικοί μαξιμαλισμοί που προβάλλουμε δεν απάλλαξαν την Τουρκία από την αποκλειστική ευθύνη και από του να εγκλωβιστεί στα πλαίσια μιας διαδικασίας για δίκαιη και βιώσιμη λύση.
Διαχρονικά θυσιάζουμε το επιτεύξιμο για χάρη του απροσδιόριστου επιθυμητού και ο λόγος είναι ότι ορισμένοι πολιτικοί, με επικεφαλής την Εκκλησία, παρά τις συνέπειες της στρατιωτικής ήττας και των συνεπειών που προέκυψαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή, δεν αναγνωρίζουν την ήττα μας. Για να γίνει ανατροπή των υφιστάμενων δεδομένων αυτό θα πρέπει να προέλθει μέσω μιας πλήρους δικής μας στρατιωτικής νίκης και όχι μέσω της διπλωματίας και του συμβιβασμού, πράγμα που είναι αδύνατο λόγω δικών μας αδυναμιών, καθώς επίσης γεωπολικών συμφερόντων. Όποτε επιχειρήθηκε στρατιωτική αντιπαράθεση είχαμε χαμένα εδάφη και σμίκρυνση διοικητικής ικανότητας κράτους μας.
Θα πρέπει όλοι να γνωρίζουμε πως το σύστημα της ομοσπονδίας στηρίζεται στην πολιτική ισότητα των συμπραττόντων μερών και στον διαμοιρασμό πολιτικής εξουσίας, ευημερίας αγαθών κ.λπ. Σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας πιστεύει στην αρχή της πλειοψηφίας ως τη βάση για τη συγκρότηση του κυπριακού κράτους πράγμα αδύνατο, λόγω των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και του Συντάγματος του 1960.
Πέραν των αναφερόμενων δυσκολιών προκύπτουν και τα ακόλουθα: (α) οι δυο κοινότητες δεν έχουν ομοιογενή και θρησκευτική ταυτότητα (β) έχουν διαφορετικούς ομφάλιους λώρους (γ) διαφορετικές μητέρες πατρίδες (δ) διαφορετική κουλτούρα και γλώσσα.
Η θεραπευτική λύση για το Κυπριακό είναι η επανένωση του νησιού σε ομοσπονδιακή βάση.