Σε βρετανικό δικαστήριο οδηγήθηκε αστυνομικός, κατηγορούμενος ότι χρησιμοποίησε ηλεκτροσόκ με taser εναντίον 61χρονου άνδρα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει από παράπηγμα και να μείνει τετραπληγικός.
Ο Λεονάρντ Σάντιφορντ έτρεχε να ξεφύγει από τους αστυνομικούς στα ανατολικά του Λονδίνου όταν έφτασε σε αδιέξοδο, ανέβηκε σε παράπηγμα και του έκαναν ηλεκτροσόκ με αποτέλεσμα να πέσει από ύψος 1,5-1,8 μέτρων και να τραυματιστεί στη σπονδυλική στήλη με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος, σύμφωνα με τον εισαγγελέα του δικαστηρίου του Σάουθγουορκ, Ιρσάντ Σέιχ.
Ο αστυνομικός Λίαμ Νιούμαν αρνήθηκε από την πλευρά του την κατηγορία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον 61χρονο, σύμφωνα με το BBC. Κατά την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ο Σάντιφορντ είπε ότι θυμόταν να τρέχει για να ξεφύγει από την αστυνομία και ότι κάτι τον χτύπησε στο λαιμό ή στην πλάτη. «Τότε έχασα τις αισθήσεις μου», είπε στους ενόρκους. «Ξύπνησα στο νοσοκομείο περίπου δύο μήνες αργότερα», συμπλήρωσε. Στην Daily Mail δημοσιεύτηκε βίντεο από το περιστατικό, στο οποίο φαίνεται ο 61χρονος να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει στο κενό.
Ο εισαγγελέας υποστήριξε την κατηγορία, αναφέροντας ότι η χρήση taser από τον 31χρονο αστυνομικό ήταν παράλογη στη συγκεκριμένη στιγμή και παράνομη. «Ο κ. Σάντιφορντ απλώς έτρεχε να ξεφύγει. Δεν αποτελούσε απειλή για κανέναν από τους δύο αστυνομικούς», είπε ο εισαγγελέας.
Σύμφωνα με τον εισαγγελέα ο Νιούμαν είχε παρακολουθήσει προγράμματα εκπαίδευσης για την και χρήσης tasers και πρόσθεσε: «Ένα άτομο που είναι ανίκανο να κινηθεί υπό αυτές τις συνθήκες θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης πτώσης. Ο κίνδυνος τραυματισμού υπό αυτές τις συνθήκες θα έπρεπε να ήταν προφανής στον αστυνομικό».
Η κλήση για διάρρηξη και η πτώση
Ο 31χρονος βρισκόταν μαζί με έναν άλλο αστυνομικό, ανταποκρινόμενος σε μια αναφορά για απόπειρα διάρρηξης σε ένα πρακτορείο στοιχημάτων στο Woodford Green στις 24 Απριλίου 2022. Οι δύο αστυνομικοί πλησίασαν ένα λευκό φορτηγάκι Ford που οδηγούσε ο Σάντιφορντ και το σταμάτησαν καθώς πλησίαζε σε έναν παράδρομο.
Στους ενόρκους αναφέρθηκε ότι οι δύο αστυνομικοί προσπάθησαν να σταματήσουν το όχημα και ο Νιούμαν χρησιμοποίησε το γκλομπ του για να χτυπήσει την πλευρά του οδηγού, άνοιξε την πόρτα του οδηγού και προσπάθησε να βγάλει τον Σάντιφορντ έξω.
Ο 61χρονος σήκωσε τα χέρια του και βγήκε έξω, ενώ ο αστυνομικός του ζήτησε να γονατίσει κρατώντας το taser. Ωστόσο στη συνέχεια έτρεξε να ξεφύγει, με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να τον κυνηγήσουν. Ο Σάντιφορντ αρνήθηκε πως επιχείρησε να κάνει διάρρηξη και ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου πως έτρεξε επειδή «τρομοκρατήθηκε» βλέποντας το γκλομπ και το taser.
«Είχα υποσχεθεί στα παιδιά μου ότι δεν θα ξανακάνω το ίδιο λάθος και δεν θα ξαναμπώ στη φυλακή. Απλά είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα πάω φυλακή για κάτι που δεν έκανα», είπε.
Ο Νιούμαν χρησιμοποίησε το taser δύο φορές κατά τη διάρκεια της καταδίωξης και δύο φορές όταν ο 61χρονος είχε σκαρφαλώσει.