Μπορεί ένα απλό «κλικ» να δημιουργήσει τις ίδιες νομικές δεσμεύσεις με μια υπογραφή σε συμβόλαιο; Στην εποχή της ψηφιακής διοίκησης και των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η απάντηση δεν είναι απλώς καταφατική, είναι πλέον αυτονόητη.

Η εισαγωγή της υπογραφής «ΜΟΥ» στην Κύπρο φέρνει τον πολίτη αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα. Υπογράφει πιο εύκολα από ποτέ, αλλά δεσμεύεται εξίσου σοβαρά.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι κατά πόσο η υπογραφή «ΜΟΥ» αποτελεί κάτι διαφορετικό από την ηλεκτρονική υπογραφή ή αν την αντικαθιστά. Από νομικής πλευράς, η απάντηση είναι σαφής. Η υπογραφή «ΜΟΥ» δεν αποτελεί νέο ή ανεξάρτητο θεσμό. Είναι μορφή ηλεκτρονικής υπογραφής, δηλαδή ένας πρακτικός τρόπος με τον οποίο ο χρήστης ταυτοποιείται, εκφράζει τη βούλησή του και δεσμεύεται σε ψηφιακό περιβάλλον.

Το νομικό πλαίσιο

Το σχετικό νομικό πλαίσιο έχει διαμορφωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη από την Οδηγία 1999/93/ΕΚ αναγνωρίστηκε η ανάγκη νομικής αποδοχής των ηλεκτρονικών υπογραφών και τέθηκαν οι πρώτες βάσεις για την εξομοίωσή τους με τις παραδοσιακές. Η εξέλιξη αυτή ολοκληρώθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014, γνωστό ως eIDAS, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Κύπρου.

Ο Κανονισμός eIDAS καθιερώνει μια θεμελιώδη αρχή, μια ηλεκτρονική υπογραφή δεν μπορεί να απορριφθεί ως αποδεικτικό στοιχείο μόνο και μόνο επειδή είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Παράλληλα, εισάγει διαβάθμιση των ηλεκτρονικών υπογραφών (απλή, προηγμένη και εγκεκριμένη), με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή να εξομοιώνεται πλήρως με τη χειρόγραφη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες μορφές στερούνται νομικής ισχύος. Το καθοριστικό στοιχείο παραμένει πάντοτε η δυνατότητα σύνδεσης της πράξης με συγκεκριμένο πρόσωπο και η ύπαρξη πρόθεσης δέσμευσης.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η πρόσφατη νομολογία. Στην υπόθεση C-466/22, V.B. Trade OOD κατά της βουλγαρικής φορολογικής διοίκησης (απόφαση της 29.02.2024), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαίωσε με σαφήνεια ότι οι ηλεκτρονικές υπογραφές πρέπει να αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι χειρόγραφες. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η αποδεικτική τους αξία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω της μορφής τους και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν τα πραγματικά δεδομένα κάθε περίπτωσης, όπως την αξιοπιστία του συστήματος και τη σύνδεση της υπογραφής με το πρόσωπο.

Από τη φυσική παρουσία στο OTP

Στην κυπριακή πραγματικότητα, ο πολίτης έχει ήδη εξοικειωθεί με την ηλεκτρονική υπογραφή, κυρίως μέσα από διαδικασίες όπου υπάρχει φυσική παρουσία, όπως στις τράπεζες, στα ταχυδρομεία, σε υπηρεσίες courier ή σε ξενοδοχεία. Στις περιπτώσεις αυτές, η υπογραφή γίνεται σε ψηφιακή συσκευή, αλλά παρουσία υπαλλήλου, γεγονός που δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου.

Η υπογραφή «ΜΟΥ», όμως, διαφοροποιείται ουσιαστικά. Δεν αλλάζει τη νομική φύση της υπογραφής, αλλά μεταφέρει ολόκληρη τη διαδικασία στον ίδιο τον χρήστη. Δεν υπάρχει φυσική παρουσία, ούτε άμεσος ανθρώπινος έλεγχος. Η ταυτοποίηση και η επιβεβαίωση της πράξης βασίζονται σε προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης και σε έναν μοναδικό κωδικό μιας χρήσης (OTP), ο οποίος αποστέλλεται στον χρήστη και λειτουργεί ως τελική επιβεβαίωση.

Η τεχνική αυτή λεπτομέρεια έχει ουσιαστική νομική σημασία. Το σύστημα τεκμαίρει ότι όποιος χρησιμοποιεί τους σωστούς κωδικούς και εισάγει τον OTP είναι και το πρόσωπο που υπογράφει. Κατά συνέπεια, η ευθύνη μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο τον χρήστη, ο οποίος καλείται να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των στοιχείων του.

Ευκολία και ευθύνη

Τα πλεονεκτήματα της υπογραφής «ΜΟΥ» είναι εμφανή. Οι συναλλαγές ολοκληρώνονται άμεσα, η γραφειοκρατία περιορίζεται σημαντικά και η φυσική παρουσία καθίσταται περιττή. Επιπλέον, κάθε ενέργεια καταγράφεται ψηφιακά, γεγονός που ενισχύει τη διαφάνεια και επιτρέπει την ιχνηλασιμότητα των πράξεων.

Η μεγαλύτερη αλλαγή, ωστόσο, δεν είναι τεχνολογική αλλά ψυχολογική. Η ευκολία αυτή συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη. Ο χρήστης δεσμεύεται χωρίς να βρίσκεται ενώπιον άλλου προσώπου, ενώ η ασφάλεια της διαδικασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δική του προσοχή. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η απόδειξη μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτητική.

Κατά την άποψή μου, η υπογραφή «ΜΟΥ» αποτελεί αναγκαία εξέλιξη και σημαντικό βήμα προς τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της διοίκησης και των συναλλαγών. Την ίδια στιγμή, όμως, δημιουργεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση απλότητας. Ο πολίτης δεν υπογράφει λιγότερο, υπογράφει πιο εύκολα και πιο συχνά, χωρίς πάντοτε να αντιλαμβάνεται τη βαρύτητα της πράξης.

Στη νέα ψηφιακή εποχή, η υπογραφή δεν εξαφανίζεται. Απλώς γίνεται αόρατη. Και κάθε φορά που πατάμε «επιβεβαίωση», δεν κάνουμε απλώς μια επιλογή, αναλαμβάνουμε μια νομική δέσμευση με πραγματικές συνέπειες.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα