Σε τροχιά αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής φαίνεται να εισέρχεται εκ νέου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), καθώς οι εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις και η αβεβαιότητα που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνουν τα σενάρια για αύξηση των επιτοκίων ήδη από τον περασμένο Ιούνιο.
Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της ΕΚΤ αποκάλυψαν ότι η απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων αμετάβλητων τον Απρίλιο ήταν «οριακή», γεγονός που επιβεβαιώνει ότι εντός του Διοικητικού Συμβουλίου ενισχύονται οι φωνές υπέρ μιας πιο επιθετικής στάσης απέναντι στον πληθωρισμό. Αν και το βασικό επιτόκιο καταθέσεων παρέμεινε στο 2%, επίπεδο όπου βρίσκεται από τον Ιούνιο του 2025, αρκετά μέλη της ΕΚΤ φέρονται να είχαν ήδη ταχθεί υπέρ αύξησης του κόστους δανεισμού.
Η μεταστροφή αυτή συνδέεται άμεσα με την άνοδο των τιμών της ενέργειας, αποτέλεσμα της κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα των εξελίξεων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Οι φόβοι για παρατεταμένη αστάθεια στις ενεργειακές αγορές ενισχύουν τις ανησυχίες ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι αρχικά αναμενόταν.
Σύμφωνα με τα πρακτικά της ΕΚΤ, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκτιμούν πλέον ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού έχουν ενταθεί, ενώ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο το ενεργειακό σοκ να αποδειχθεί πιο επίμονο και με ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία. Παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί ισχυρές δευτερογενείς επιδράσεις, όπως εκτεταμένες αυξήσεις μισθών, η πίεση στις τιμές θεωρείται ήδη σημαντική.
Το μήνυμα ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να δράσει έστειλε με σαφήνεια και ο Διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλρουά ντε Γκαλό. Σε δημόσια παρέμβασή του τόνισε ότι η κεντρική τράπεζα δεν θα διστάσει να λάβει νέα μέτρα εφόσον αυτό απαιτηθεί για να επανέλθει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Όπως ανέφερε, νοικοκυριά και επιχειρήσεις μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ότι η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία προανήγγειλε ουσιαστικά ανοδική αναθεώρηση των προβλέψεων για τον πληθωρισμό κατά την επόμενη συνεδρίαση του Ιουνίου. Η ίδια υπογράμμισε ότι οι οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει αισθητά σε σχέση με τον Μάρτιο, όταν η ΕΚΤ προέβλεπε πληθωρισμό 2,6% για το 2026.
Αν και η Λαγκάρντ απέφυγε να προδικάσει τις αποφάσεις της επόμενης συνεδρίασης, επισήμανε ότι η αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή και ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν με βάση τα νέα οικονομικά δεδομένα και τις εξελίξεις στις αγορές ενέργειας. Ωστόσο, οικονομολόγοι και επενδυτές θεωρούν πλέον ιδιαίτερα πιθανή μια αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης (ισοδυναμούν με 0,25%).
Η προοπτική νέας αύξησης επιτοκίων δημιουργεί ήδη ανησυχία σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς το υψηλότερο κόστος δανεισμού επηρεάζει άμεσα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, αλλά και τη γενικότερη οικονομική δραστηριότητα. Από την άλλη πλευρά, η ΕΚΤ θεωρεί ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας της στη μάχη κατά του πληθωρισμού αποτελεί προτεραιότητα, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η πορεία των τιμών ενέργειας και τα στοιχεία για τον πληθωρισμό θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις της ΕΚΤ, η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη σταθεροποίησης των τιμών και στον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας.
* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος