Του Jonathan Levin

Ο Άλαν Γκρίνσπαν (Alan Greenspan), ο τιτάνας του παγκόσμιου κεντρικού τραπεζικού συστήματος που ηγήθηκε της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια δεκαετιών ευημερίας, απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών, ακριβώς τη στιγμή που ορισμένα στοιχεία της φιλοσοφίας του για την ελεύθερη αγορά βιώνουν μια αναγέννηση.

Ο Γκρίνσπαν θα μείνει κυρίως στη μνήμη των θαυμαστών του – μεταξύ των οποίων και ο νέος επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς – για τη διαχείριση της οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας περιόδου γνωστής ως “The Great Moderation” (ο “Μεγάλος Μετριασμός”). Αναλαμβάνοντας τα ηνία μετά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, που μαστίζονταν από τον πληθωρισμό, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα υπό τον Γκρίνσπαν εξασφάλισε ως επί το πλείστον σταθερές τιμές, άνθηση στις αγορές των assets και σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Έγινε γνωστός ως “ο Μαέστρος”, έχοντας αποκτήσει φήμη για την ακριβή ρύθμιση της οικονομίας κατά τη διάρκεια των τεχνολογικών αλλαγών της εποχής του Διαδικτύου και για τη διατήρηση του πληθωρισμού σε σχετικά χαμηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 
 
Το βιογραφικό του Γκρίνσπαν ενισχύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν άφησε την οικονομία να λειτουργήσει σε λίγο υψηλότερους ρυθμούς από ό,τι θα προτιμούσαν μερικοί, στοιχηματίζοντας ότι η αναδυόμενη παραγωγικότητα που προκάλεσε η εξάπλωση των υπολογιστών και του διαδικτύου είχε αυξήσει το φυσικό όριο ταχύτητας της οικονομίας. Διατήρησε τις επιλογές του και παρέμεινε ευέλικτος, απευθυνόμενος στο κοινό με ένα είδος κωδικοποιημένης ακατανόητης ορολογίας που έγινε γνωστή ως “Fedspeak”.

Ο Γουόρς, ο οποίος αναλαμβάνει μια οικονομία που προσαρμόζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, έχει προφανώς αντλήσει έμπνευση τόσο από την έμφαση που έδινε ο Γκρίνσπαν στην παραγωγικότητα όσο και από την προτίμησή του να κρατά τα χαρτιά του κρυφά. Ο νέος πρόεδρος της Fed θα πρέπει να προσέξει να μην αντλήσει λάθος διδάγματα από την πολύπλοκη κληρονομιά του Γκρίνσπαν.
 
Πρώτον, ο ίδιος ο “Μεγάλος Μετριασμός” δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο μιας βελτιωμένης χάραξης πολιτικής, αλλά και μιας σημαντικής δόσης οικονομικής και δημογραφικής τύχης, κάτι στο οποίο ο Γουόρς δεν μπορεί να βασιστεί σήμερα. Σε έναν κόσμο όπου η ψυχολογία του πληθωρισμού είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοεκπληρούμενη, ο Γκρίνσπαν είχε την τύχη να αναλάβει την προεδρία της Fed από τον Πολ Βόλκερ, ο οποίος διεξήγαγε έναν σκληρό και πολιτικά απαιτητικό πόλεμο κατά της αστάθειας των τιμών. Με ένα ήδη πιο ευνοϊκό πλαίσιο, ο Γκρίνσπαν αξιοποίησε την επιτυχία του Βόλκερ αυξάνοντας προληπτικά τα επιτόκια το 1994, εδραιώνοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της Fed. Επωφελήθηκε επίσης από τις χαμηλές τιμές της ενέργειας και τις αποπληθωριστικές τάσεις στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης κατά το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του. 

Παρόλα αυτά, η χρηματοπιστωτική κρίση έθεσε ένα πολύ μεγάλο αστερίσκο στο ιστορικό του Γκρίνσπαν. Αν και αποσύρθηκε το 2006, πολλοί παρατηρητές επικρίνουν πλέον τα χρόνια της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής και της χαλαρής ρύθμισης που εφάρμοσε, καθώς θεωρούν ότι δημιούργησαν τις συνθήκες που οδήγησαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε κατάρρευση δύο χρόνια αργότερα. 
 
Μεταγενέστερες έρευνες έχουν δείξει ότι οι περίοδοι επίμονης χαλαρής νομισματικής πολιτικής τείνουν να ενθαρρύνουν το είδος του υπερβολικού risk taking που σήμερα συνδέουμε με την κερδοσκοπία στον κλάδο των ακινήτων της δεκαετίας του 2000. Αποθαρρυμένοι από τις χαμηλές αποδόσεις των ασφαλών περιουσιακών στοιχείων, οι μετέχοντες στην αγορά προχωρούν όλο και πιο μακριά στην καμπύλη κινδύνου, χρησιμοποιώντας μόχλευση για να συμμετάσχουν σε “καυτές” και υπερτιμημένες αγορές περιουσιακών στοιχείων.

Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έκανε περισσότερα για να αποθαρρύνει τις ανεύθυνες πρακτικές δανειοδότησης, ο ίδιος ο Γκρίνσπαν δήλωσε στην Επιτροπή Εποπτείας και Κυβερνητικής Μεταρρύθμισης της Βουλής των Αντιπροσώπων το 2008 ότι είχε “εντοπίσει ένα ελάττωμα” στην ιδεολογία του για ελάχιστη ρύθμιση και ότι είχε “συγκλονιστεί βαθιά από αυτό το γεγονός”.

Είναι δελεαστικό να κάνουμε παραλληλισμούς μεταξύ των “καλών χρόνων” του Γκρίνσπαν και της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά υπάρχουν επίσης πάρα πολλές διαφορές. Ο Γουόρς αναλαμβάνει τα ηνία της Fed την στιγμή που ο πληθωρισμός βρίσκεται εδώ και πέντε χρόνια πάνω από τον στόχο – κάτι που δεν αποτελεί ακριβώς τον “ενάρετο κύκλο” που δημιούργησε ο Βόλκερ για τον Γκρίνσπαν. Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, προς το παρόν, μοιάζει κυρίως με ένα σοκ ζήτησης που δημιουργεί ελλείψεις και ωθεί προς τα πάνω τις τιμές των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται στα κέντρα δεδομένων (data centers). Η αναμενόμενη εκτίναξη της παραγωγικότητας παραμένει ένα μεσοπρόθεσμο θέμα.

Ο κόσμος έχει επίσης μετατραπεί σε γεωπολιτική πυριτιδαποθήκη, με δύο ενεργειακά σοκ τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από τα χρόνια του Γκρίνσπαν, κατά τα οποία οι αποπληθωριστικές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης είχαν αποκτήσει δυναμική. Επιπλέον, οι δημογραφικοί ευνοϊκοί ανεμοι και η παγκόσμια υπερπροσφορά αποταμιεύσεων που διατήρησαν τα επιτόκια και τον πληθωρισμό σε χαμηλά επίπεδα τις τελευταίες δεκαετίες ενδέχεται να μεταβάλλονται, καθώς οι Baby Boomers αρχίζουν να ξοδεύουν τις άφθονες αποταμιεύσεις τους για τη συνταξιοδότηση. Όσον αφορά την ιατρική περίθαλψη, η γήρανση των Baby Boomers την καθιστά πιθανή πηγή ανοδικών πιέσεων στον πληθωρισμό, αντί για την αποπληθωριστική δύναμη που υπήρξε τη δεκαετία του ’90. Δεν έχουμε με κανένα τρόπο μια επανάληψη της οικονομίας του Γκρίνσπαν.

 Όσον αφορά στην επικοινωνία, ο Γουόρς θα πρέπει να προσέξει να μην ανατρέψει την επανάσταση της διαφάνειας που έχει φέρει η Fed. Η αδιαφάνεια των υπευθύνων χάραξης πολιτικής μπορεί να προσφέρει προαιρετικότητα, αλλά ενέχει επίσης τον κίνδυνο να επιδεινώσει τη μεταβλητότητα των αγορών. Ο Γκρίνσπαν, με μεγάλη τύχη στο πλευρό του, κατάφερε να τη γλιτώσει πριν από δεκαετίες. Ο Γουόρς κινείται σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο – ανεξάρτητα από τις επιφανειακές ομοιότητες. Το περίφημο “εγχειρίδιο” του “Μαέστρου” μπορεί απλώς να αυξήσει τον πληθωρισμό και τον οικονομικό κίνδυνο στο τρέχον περιβάλλον. 

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion