Σημαντικούς κινδύνους για την αγορά ηλεκτρισμού, τις επενδύσεις και την ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη εντοπίζει νέα έκθεση της BloombergNEF, η οποία αξιολογεί τις παρεμβάσεις που προωθεί η Ιταλία στη φορολόγηση των ρύπων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις τιμές της ενέργειας.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η αφαίρεση του κόστους άνθρακα από τη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να δημιουργεί αρχικά την εικόνα ανακούφισης, στην πράξη όμως συνοδεύεται από σοβαρά ρίσκα και περιορισμένα οφέλη για τους τελικούς καταναλωτές.

Η έκθεση εκτιμά ότι το ιταλικό σχέδιο θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε μείωση της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας έως και κατά 49%, με τις τιμές να υποχωρούν κοντά στα 51 ευρώ ανά μεγαβατώρα από περίπου 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ωστόσο, η επίδραση στους λογαριασμούς των νοικοκυριών εμφανίζεται πολύ πιο περιορισμένη.

Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, όπου η μείωση στη χονδρική θα περνούσε πλήρως στη λιανική αγορά, η ετήσια ελάφρυνση για τους καταναλωτές δεν θα ξεπερνούσε το 10%, ποσοστό που, σύμφωνα με τη BloombergNEF, δύσκολα δικαιολογεί το κόστος της παρέμβασης.

Η περιορισμένη αυτή ωφέλεια εξηγείται από το γεγονός ότι οι μεταβολές στις χονδρικές τιμές δεν μεταφέρονται άμεσα και πλήρως στους τελικούς λογαριασμούς, ενώ το συνολικό ενεργειακό κόστος επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως τα δίκτυα, οι φόροι και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις.

Το οικονομικό βάρος της παρέμβασης εκτιμάται ως ιδιαίτερα υψηλό. Η BloombergNEF υπολογίζει ότι το κόστος επιδότησης των ρύπων θα μπορούσε να φτάσει τα 6 έως 7 δισ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2027-2030, με το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα να διαμορφώνεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ χωρίς ουσιαστική ελάφρυνση για τον τελικό καταναλωτή.

Καθοριστικός παράγοντας για αυτή την εικόνα είναι η συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ιταλίας από το φυσικό αέριο, το οποίο εξακολουθεί να διαμορφώνει την οριακή τιμή ηλεκτρισμού για περισσότερο από το 60% του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν αφαιρεθεί το κόστος των ρύπων, ο βασικός παράγοντας που κρατά τις τιμές υψηλές παραμένει ενεργός.

Η έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι τέτοιες παρεμβάσεις αλλοιώνουν τα βασικά σήματα της αγοράς. Όπως σημειώνεται, η κατάργηση του κόστους άνθρακα ενισχύει τεχνητά την ανταγωνιστικότητα των μονάδων φυσικού αερίου, περιορίζει τα κίνητρα για νέες επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και αυξάνει τον κίνδυνο επιστροφής σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Κατά τη BloombergNEF, η τιμολόγηση του άνθρακα αποτελεί βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την απανθρακοποίηση και οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτόν τον μηχανισμό μπορεί να επιβραδύνει ή και να ανατρέψει μέρος της προόδου που έχει σημειωθεί.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις πιθανές συνέπειες στις διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Η μείωση των τιμών στην Ιταλία θα μπορούσε να αλλάξει την κατεύθυνση των ροών, μετατρέποντας τη χώρα από καθαρό εισαγωγέα σε εξαγωγέα ηλεκτρισμού.

Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει αφενός σε αύξηση της παραγωγής από μονάδες φυσικού αερίου και αφετέρου σε επιδότηση των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας με δημόσιους πόρους. Η BloombergNEF εκτιμά μάλιστα ότι οι νέες ισορροπίες στις εισαγωγές και εξαγωγές ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε αύξηση των τιμών κατά περίπου 6%.

Παράλληλα, η τεχνητή υποχώρηση των χονδρικών τιμών αναμένεται να πλήξει τα έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Η έκθεση αναφέρει ότι επηρεάζονται αρνητικά οι μονάδες ΑΠΕ, οι μονάδες αποθήκευσης και οι θερμικές μονάδες, καθώς περιορίζονται τα περιθώρια κέρδους, συρρικνώνονται τα inframarginal rents, μειώνονται τα έσοδα από arbitrage για την αποθήκευση και ενισχύεται η επενδυτική αβεβαιότητα.

Η αντίδραση της αγοράς, όπως σημειώνεται, ήταν άμεση, καθώς μετά την ανακοίνωση των μέτρων καταγράφηκε πτώση στις μετοχές των εταιρειών κοινής ωφέλειας στην Ιταλία, στοιχείο που αντανακλά τις ανησυχίες για τις προοπτικές των μελλοντικών εσόδων.

Η έκθεση εγείρει και θέμα ρυθμιστικού κινδύνου, καθώς το ιταλικό σχέδιο θα χρειαστεί έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Η έγκριση αυτή θεωρείται αβέβαιη, καθώς η παρέμβαση θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για αντίστοιχες εξαιρέσεις και από άλλα κράτη-μέλη.

Το μήνυμα προς τις Βρυξέλλες είναι σαφές: παρεμβάσεις που αγγίζουν τον μηχανισμό τιμολόγησης του άνθρακα μπορεί να προσφέρουν πρόσκαιρη πολιτική ανακούφιση, αλλά δεν επιλύουν το πρόβλημα των τιμών, επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Ευρώπης για την απανθρακοποίηση.