Έτοιμη να προχωρήσει σε έξοδο στις αγορές το 2026 η Κύπρος, με 10ετές ομόλογο, κάτι μάλιστα που αναμένεται να γίνει σήμερα, σύμφωνα με πληροφορίες του Φιλελευθέρου, με ανάδοχους της έκδοσης μεγάλες διεθνείς τράπεζες.

Η Κυπριακή Δημοκρατία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις θετικές αξιολογήσεις από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, το θετικό δημοσιονομικό ισοζύγιο και τις προοπτικές για έναν καλό ρυθμό ανάπτυξης. Από εδώ και πέρα, το κόστος με το οποίο θα δανειστεί από τις διεθνείς αγορές η χώρα εξαρτάται από τις προβλέψεις για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται. Να σημειώσουμε ότι το διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον επιβαρύνεται εκ νέου από την αναζωπύρωση των εμπορικών εντάσεων, σχετικά με τις φιλοδοξίες των Ηνωμένων Πολιτειών να προσαρτήσουν τη Γροιλανδία. Ήδη, στις 13 Ιανουαρίου την πρώτη έξοδο στις αγορές για το 2026 πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία δανείστηκε €4 δισ. για 10 χρόνια, με επιτόκιο 3,46%.

Χθες, το Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία (αξιολόγηση A3 με σταθερές προοπτικές από τη Moody’s, A- με θετικές προοπτικές από τη S&P, A- με θετικές προοπτικές από τη Fitch και A με σταθερές προοπτικές από τη DBRS) ανέθεσε στις Barclays, J.P. Morgan, Morgan Stanley και Société Générale τον ρόλο των Κοινών Αναδόχων (Lead Managers) για την έκδοση ευρώ-ονομασμένου ομολόγου αναφοράς διάρκειας 10 ετών (Reg S), με λήξη τον Ιανουάριο του 2036.
Η συναλλαγή αναμένεται να εκδοθεί σε εγγεγραμμένη μορφή, στο πλαίσιο του Προγράμματος EMTN της Δημοκρατίας και αναμένεται να ξεκινήσει στο άμεσο μέλλον, υπό την προϋπόθεση των συνθηκών της αγοράς. Η Τράπεζα Κύπρου θα συμμετάσχει επίσης ως συν-διαχειριστής (Co-Manager) της συναλλαγής.

Σημειώνουμε ότι η Κύπρος το 2025 δεν βγήκε στις αγορές, αν και αρχικά υπήρχε κάτι τέτοιο στα σχέδια. Για το 2026 η έξοδος στις αγορές ήταν δεδομένη, καθώς, πέραν από τις χρηματοδοτικές ανάγκες που θα είναι μεγαλύτερες σε σχέση με αυτές που ήταν το 2025 -αλλά θα παραμείνουν διαχειρίσιμες- η Κύπρος θα πρέπει να κρατήσει επαφή με την επενδυτική κοινότητα.

Το Γραφείο Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους αναφέρει ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται να προσεγγίσουν το 2,6% το 2026, 3,2% το 2027 και 4,6% το 2028. Σύμφωνα πάντως με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Κεντρικής Κυβέρνησης, η λήξη χρέους του 2026 φτάνει τα 2,29 δισ. ευρώ. Έχει τεθεί ως στόχος ότι το 75% κατά μέσο όρο των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών για τη χρονική περίοδο 2026-2028 θα προέρχεται από εξωτερικές πηγές, εκ των οποίων η πλειονότητα θα αφορά εκδόσεις ομολόγων ΕΜΟ (ΕΜΤΝ) στη διεθνή αγορά.

Σύμφωνα με τη στρατηγική του Γραφείου Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους 2026-2028, οι κίνδυνοι παραμένουν και, όπως τονίζεται, η συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου και το ρευστό περιβάλλον στη Μέση Ανατολή, παρά την ανακοίνωση για τερματισμό του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας και τη συμφωνία για υλοποίηση των αναγκαίων βημάτων προς αυτό τον σκοπό, βάσει του σχεδίου του Αμερικανικού Προέδρου, καθώς επίσης ενδεχόμενες επιπτώσεις από τη νέα δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ στην οικονομική δραστηριότητα της Κύπρου και τυχόν επιβάρυνση των δημόσιων δαπανών λόγω συνεπειών από την κλιματική αλλαγή, δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού.

Οι οποιεσδήποτε αρνητικές δημοσιονομικές συνθήκες πιθανό να επιφέρουν και επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ με αποτέλεσμα να ανατραπεί το καλό κλίμα για περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη στην πιστοληπτική αξιολόγηση, αναμένεται να επηρεάσει το κόστος αναχρηματοδότησης νέου δανεισμού και γενικά το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Υπογραμμίζεται πως, μια αύξηση των ετήσιων ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών εξαιτίας μιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης, είτε λόγω των επιπτώσεων από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη νέα δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ για την Ευρωπαϊκή Ένωση είτε λόγω φυσικών κινδύνων για το κλίμα, δύναται να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο κόστος δανεισμού.
Ωστόσο, η ισχυρή ταμειακή θέση της κυβέρνησης περιορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτούς τους κινδύνους, αναφέρει το Γραφείο Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους.