Η σημερινή διαδικασία είναι η 19η φορά που η Βουλή των Αντιπροσώπων θα εκλέξει Πρόεδρο του νομοθετικού σώματος στα 66 χρόνια λειτουργίας του θεσμού. Από τις 16 Αυγούστου 1960, στα 66 χρόνια ύπαρξης της Βουλής των Αντιπροσώπων 13 διαφορετικά πρόσωπα ανέλαβαν επίσημα ή προσωρινά τα καθήκοντα του Προέδρου της Βουλής Αντιπροσώπων. Από τον Γλαύκο Κληρίδη, στον Τάσσο Παπαδόπουλο, από τον Σπύρο Κυπριανού στον Αλέκο Μιχαηλίδη και μετά στον Γεώργιο Λαδά, ύστερα ήταν Βάσος Λυσσαρίδης, Αλέξης Γαλανός, Δημήτρης Χριστόφιας, Μάριος Καρογιάν, Γιαννάκης Ομήρου, Δημήτρης Συλλούρης, Αδάμος Αδάμου και φτάσαμε μέχρι και την Αννίτα Δημητρίου.
Διεξήχθησαν συνολικά 18 ψηφοφορίες εκλογής Προέδρου ή Προεδρεύοντα της ΒτΑ, εκ των οποίων οι 12 ήταν τακτικές μετά από τις βουλευτικές εκλογές και οι υπόλοιπες 6 ήταν έκτακτες λόγω κενώματος ή προσωρινού κωλύματος.
Κάνοντας μια αναδρομή μέσα από τα ρεπορτάζ του Φιλελεύθερου, η κάθε εκλογή Προέδρου της Βουλής είχε τις δικές της ιδιαιτερότητες και το δικό της παρασκήνιο. Μια άκρως πολιτική πράξη που πήγαινε πολύ πέρα από μια τυπική διαδικασία για το ποιος θα κάθεται στη υψηλότερο έδρανο του νομοθετικού σώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ιστορικάς στιγμάς έζησε χθες η Κύπρος
Για την Πρώτη Βουλευτική Περίοδο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων εξελέγη ο Γλαύκος Κληρίδης και Αντιπρόεδρος ο Ορχάν Μουντερίσογλου και οι δύο χωρίς ανθυποψήφιο. Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, το σώμα αποφάσισε ότι σε περίπτωση πρόσκαιρης απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου της Βουλής τον αντικαθιστά ο πρόεδρος της Νομικής Επιτροπής.
Η πρώτη εκλογή Προέδρου της Βουλής, στις 16 Αυγούστου 1960, συνέπεσε με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν η πρώτη ουσιαστική πράξη του νεοιδρυθέντος κράτους, καθώς η τελετή διαβεβαίωσης του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της ΚΔ ακολούθησαν αμέσως μετά.
Στο σχετικό του ρεπορτάζ της 17ης Αυγούστου 1960 έγραφε μεταξύ άλλων ο Φιλελεύθερος:
Ἐν ἀρχῇ ἀνηγγέλθησαν τὰ ὀνόματα τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων Βουλευτῶν. Ὅλοι ἦσαν παρόντες. Ὁ ὑποδειχθεὶς Πρόεδρος τῆς τελετῆς κ. Χαρίδημος Χατζηχάρος ἀνήγγειλε τὰ θέματα τῆς συνεδρίας: α) Ὁρκωμοσία καὶ β) Ἐκλογὴ Προέδρου. Ἐν συνεχείᾳ ἀπήγγειλε τὸν ὅρκον μὲ ὑψωμένην τὴν χεῖρα. Οἱ Βουλευταὶ ἱστάμενοι ἐπανέλαβαν τὸν ὅρκον. Ἡ διαδικασία ἐπανελήφθη διὰ τὰ Τουρκικὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, χρέη προσωρινοῦ Ἀντιπροέδρου ἐκτελοῦντος τοῦ κ. Μανιέρα.
Ἀκολούθως ὁ κ. Χατζηχάρος ἐκάλεσε τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκλέξουν τὸν Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Μιχαὴλ Σαββίδης προέτεινεν ὡς Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων τὸν κ. Γλαῦκον Κληρίδην. Ὁ κ. Ε. Παπαϊωάννου, ἐκπρόσωπος τῆς Κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς ἀριστερᾶς, ἐγερθεὶς ὑπεστήριξε τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Γλαύκου Κληρίδη, ἐκφράσας τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος θὰ ἀσκῇ εὐσυνειδήτως τὰ ὑψηλά καθήκοντά του. Μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης ὑποψηφιότητος, ὁ κ. Χατζηχάρος ἀνεκήρυξε τὸν κ. Γλαῦκον Κληρίδην Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἐκάλεσεν ὅπως καταλάβῃ τὴν θέσιν του. Διὰ τῆς ἰδίας διαδικασίας ἐξελέγη ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὀργκὰν Μουτερίσογλου.
Ὁ κ. Γλαῦκος Κληρίδης, καταλαβὼν τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀπηύθυνε τὴν ἀκόλουθον προσφώνησιν:
«Ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι,
Μὲ βαθυτάτην συγκίνησιν δέχομαι τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς ἐμὲ νὰ ἀναλάβω τὴν προεδρίαν τῆς πρώτης Βουλῆς τῆς ἐλευθέρας Κύπρου. Μὲ πλήρη συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ὅλοι μαζὶ ἐδῷ ἀναλαμβάνομεν, ὑπόσχομαι ὅτι θὰ ἐργασθῷ μαζί σας διὰ νὰ καταστήσωμεν τὴν Κυπριακὴν Βουλὴν παράδειγμα ἐλευθερίας λόγου καὶ σκέψεως καὶ διαφυλάξεως τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συνεργασία μας θὰ εἶναι παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι, ἐλπίζω, πολὺ σύντομα καὶ αὐτοὶ νὰ ἀποκτήσουν τὸ μέγα εὐεργέτημα τῆς ἐλευθερίας».
Το 1965 δεν πραγματοποιήθηκαν βουλευτικές εκλογές λόγω της έκρυθμης κατάστασης. Μετά τις διακοινοτικές ταραχές που σημειώθηκαν το Δεκέμβριο του 1963, οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, οι οποίες έκτοτε παραμένουν κενές, και η Πρώτη Βουλευτική Περίοδος παρατεινόταν κάθε χρόνο με σχετική νομοθεσία για μια πενταετία.

Ο κ. Κληρίδης επανεξελέγη Πρόεδρος της Βουλής
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 5 Ιουλίου 1970 και στις 16 Ιουλίου 1970 Πρόεδρος της Βουλής και για τη Δεύτερη Βουλευτική Περίοδο εξελέγη ο Γλαύκος Κληρίδης με ανθυποψήφιο το Βάσο Λυσσαρίδη. Η υποψηφιότητα του Γλαύκου Κληρίδη συγκέντρωσε 27 ψήφους υπέρ, 2 εναντίον και 6 αποχές, ενώ στην ίδια ψηφοφορία η υποψηφιότητα του Βάσου Λυσσαρίδη συγκέντρωσε 2 ψήφους υπέρ, 25 εναντίον και 8 αποχές.
Στο σχετικό ρεπορτάζ του στις 17 Ιουλίου 1970 ο Φιλελεύθερος έγραφε μεταξύ άλλων…
Ο προεδρεύσας προ της εκλογής Προέδρου υπό της Βουλής κ. Γ. Ποταμίτης ανεκοίνωσε τας σχετικάς διατάξεις βάσει των οποίων θα προήδρευε ως γηραιότερος. Εν συνεχεία ανέγνωσε τα ονόματα των βουλευτών, έκαστος των οποίων απήντα «παρών». Και ουδείς απουσίαζεν.
Η ημερησία διάταξις περιελάμβανε δύο θέματα: την διαβεβαίωσιν των βουλευτών και την εκλογήν Προέδρου της Βουλής.
Ιστάμενοι οι βουλευταί επανέλαβαν παράγραφον προς παράγραφον την ακόλουθον διαβεβαίωσιν, την οποίαν ανέγνωσεν ο κ. Ποταμίτης:
«Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ευσυνείδητον εκπλήρωσιν των καθηκόντων μου.»
Ομιλών εκ μέρους της Προοδευτικής Παρατάξεως ο βουλευτής κ. Χρ. Χατζηπροκλέους είπεν ότι αποχωρίζει και διαχωρίζει το πολιτικό πρόβλημα «Εκλογή Προέδρου της Βουλής» από τας εθνικοπολιτικάς, κοινωνικάς και κομματικάς διαφοράς που χωρίζουν την Παράταξιν με το Ενιαίον και ως εκ τούτου έδωσεν εντολήν εις δύο βουλευτάς της, τους κκ. Κ. Χατζηκάκου και Α. Τουμαζήν, όπως ψηφίσουν ως Πρόεδρον της Βουλής τον κ. Κληρίδην.
Ο κ. Ε. Παπαϊωάννου ομιλών εκ μέρους των βουλευτών της Αριστεράς είπεν ότι, συνεπείς προς τας προεκλογικάς διακηρύξεις του ΑΚΕΛ διά παγκομματικήν εκλογικήν σύμπραξιν διά την εκπροσώπησιν όλων των κομμάτων εις την Βουλήν, προς το συμφέρον ολοκλήρου του Κυπριακού λαού και της ιεράς του υποθέσεως, οι βουλευταί της Αριστεράς θα ψηφίσουν υπέρ της υποψηφιότητος του κ. Κληρίδη ως Προέδρου του Σώματος.
Μετά τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, ο μέχρι της στιγμής εκείνης Πρόεδρος της Βουλής κ. Γλαύκος Ποταμίτης, ο οποίος προήδρευεν ως ο γηραιότερος των βουλευτών, εκάλεσε τον κ. Κληρίδην να λάβη την έδραν του Προέδρου του Σώματος. Ο κ. Κληρίδης, λαβών τον λόγον, είπεν ότι αναλαμβάνει την προεδρίαν της Βουλής υπόσχεται ότι θα εκτελέση τα καθήκοντά του κατά δημοκρατικόν τρόπον, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθετήσεως.
Αργότερα, στις 23 Ιουλίου 1970, η Βουλή εξέλεξε τον Τάσσο Παπαδόπουλο, για να εκτελεί χρέη Προεδρεύοντος σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου της Βουλής. Η σχετική απόφαση της Βουλής ελήφθη με τη θετική ψήφο των παρόντων βουλευτών, εξαιρουμένων των βουλευτών της Ε.Δ.Ε.Κ. που εξέφρασαν τη διαφωνία τους για την εν λόγω ρύθμιση και δήλωσαν αποχή.

Η εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου
Τον Ιούλιο του 1974, αμέσως μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, ο Γλαύκος Κληρίδης ανέλαβε, δυνάμει του συντάγματος (άρθρο 36.2), Προεδρεύων της Δημοκρατίας μέχρι την επιστροφή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο στις 7 Δεκεμβρίου 1974. Παράλληλα, στη Βουλή των Αντιπροσώπων καθήκοντα Προέδρου ασκούσε ο Προεδρεύων του σώματος Τάσσος Παπαδόπουλος.
Στις 15 Ιουλίου 1976 έληξε η παραταθείσα με νόμο θητεία του Προέδρου και των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία σύμφωνα με το σύνταγμα εξέπνεε στις 15 Ιουλίου 1975, και Πρόεδρος του σώματος μέχρι της ενάρξεως των εργασιών της επόμενης βουλευτικής περιόδου εξελέγη ομόφωνα από τους παρόντες βουλευτές ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Συγκεκριμένα, ο Τάσσος Παπαδόπουλος διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής κατά την περίοδο από 22 Ιουλίου μέχρι 20 Σεπτεμβρίου 1976. Στη συνεδρίαση για την εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου ως Προέδρου του σώματος δε συμμετείχαν οι βουλευτές του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Έγραφε τότε ο Φιλελεύθερος στις 23 Ιουλίου 1976…
Ο κ. Τάσσος Παπαδόπουλος εξελέγη χθες Πρόεδρος της Βουλής, χωρίς ανθυποψήφιο και με την ψήφο όλων των 17 μετασχόντων της χθεσινής συνεδρίας βουλευτών — πλην των 13 του Δημοκρατικού Συναγερμού του κ. Κληρίδη, που απουσίαζαν και δεν μετέσχον της εκλογής νέου Προέδρου.
Ο προεδρεύων της εκλογής βουλευτής κ. Ποταμίτης ανέφερεν, ότι έλαβεν επιστολήν από τον κ. Κληρίδη, δια της οποίας του διεβίβαζεν απόφαση του Δ. Συναγερμού να μη μετάσχη της εκλογής νέου Προέδρου. Και ηρώτησεν αν ο εισηγηθείς, κατά την προηγουμένη συνεδρία, την υποψηφιότητα του κ. Παπαδοπούλου (βουλευτής κ. Παπαδημητρίου) εμμένει στην πρότασή του.
Η επιστολή Κληρίδη προς τον κ. Ποταμίτη είχε ως εξής: «Έντιμε Κύριε, Οι Βουλευταί του Δημοκρατικού Συναγερμού, μελετήσαντες ενδελεχώς την προσφάτως δημιουργηθείσαν εις την Βουλήν κατάστασιν, διεπίστωσαν ότι αύτη μετετράπη εις προεκλογικόν κέντρον. Ακόμη και αυτό τούτο το θέμα της εκλογής νέου Προέδρου της Βουλής, του οποίου η θητεία θα είναι εν πάση περιπτώσει πολύ μικράς χρονικής διαρκείας, καταντά θέμα προεκλογικής εκμεταλλεύσεως. Διά τους ως άνω λόγους οι Βουλευταί του Δημοκρατικού Συναγερμού απεφάσισαν να μη παραστούν εις την Βουλήν.»
Ο κ. Παπαδημητρίου απάντησε καταφατικά και την υποψηφιότητα του κ. Παπαδοπούλου υπεστήριξαν και οι βουλευτές κ. Χατζηπροκλέους και Ζιαρτίδης.
Ο κ. Ποταμίτης ηρώτησε τότε τον κ. Παπαδόπουλον αν αποδέχεται την υποψηφιότητά του κι’ αυτός απάντησε:
«Κύριε Πρόεδρε, κατά τις τελευταίες ημέρες είχα επαφές και συνεννοήσεις με αρχηγούς κομμάτων και μέλη της Βουλής και μετά από αυτές κρίνω, ότι δεν έχω δικαίωμα ν’ αρνηθώ την προεδρία της Βουλής, αν τα μέλη της Βουλής με αναδείξουν σ’ αυτό το αξίωμα.»
Ηκολούθησεν η ψηφοφορία και όλοι οι παριστάμενοι εψήφισαν υπέρ του κ. Παπαδοπούλου, δηλαδή οι εννέα βουλευτές της Αριστεράς, οι τέσσερις της Δημοκρατικής Παρατάξεως, ο κ. Λυσσαρίδης της ΕΔΕΚ και οι ανεξάρτητοι κ. Φ. Παρασκευαΐδης, κ. Χατζηπροκλέους και κ. Ηρ. Νικολαΐδης.
Εν συνεχεία ο κ. Ποταμίτης εκάλεσε στην έδρα του Προέδρου της Βουλής τον κ. Παπαδόπουλο, ο οποίος και είπεν:
«Κύριοι βουλευταί, παρέχω την διαβεβαίωση, ότι θ’ ασκήσω τα καθήκοντα του Προέδρου της Βουλής στο απαντον των δυνάμεων και ικανοτήτων μου. Αύτη είναι η τελευταία συνεδρία αυτής της συνόδου και η Βουλή δεν μπορεί να συζητήση νομοσχέδια, πλήν σε περιπτώσεις θεμάτων επειγούσης φύσεως. Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Βουλής αφορούν στην αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας σε περίπτωση απουσίας του. Είναι αυτός ο λόγος για να δεχθώ το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής, προς διατήρηση της συνταγματικής τάξεως και νομιμότητος. Η επομένη συνεδρία της Βουλής θα κληθή αυτομάτως 15 ημέρες μετά τις εκλογές, υπό την προεδρία του γηραιοτέρου εκλεγησομένου βουλευτού».

Ομόφωνα ο Σπύρος Κυπριανού
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές διενεργήθηκαν στις 5 Σεπτεμβρίου 1976 και Πρόεδρος της Βουλής για την Τρίτη Βουλευτική Περίοδο αναδείχθηκε ο Σπύρος Κυπριανού. Ο Σπύρος Κυπριανού εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής στις 20 Σεπτεμβρίου 1976 με ομόφωνη απόφαση του σώματος.
Στις 21 Σεπτεμβρίου ο Φιλελεύθερος έγραφε…
Ο ηγέτης του πλειοψηφούντος στη Βουλή κόμματος της Δημοκρατικής Παρατάξεως κ. Σπύρος Κυπριανού εξελέγη χθες ομόφωνα Πρόεδρος της νέας Βουλής και διεκήρυξεν ότι θα τηρήση πιστά την εντολή του λαού τόσον στο εθνικόν όσο και στα άλλα θέματα. Και ετόνισεν ότι η νέα Βουλή δεν ευρίσκεται από την κηδεμονίαν ουδενός ειμή μόνον υπό την κηδεμονία του λαού, ο οποίος την εξέλεξε.
Ο κ. Κυπριανού, που ανήλθε στην έδρα του Προέδρου κάτω από τα θερμά και παρατεταμένα χειροκροτήματα, μεταξύ άλλων στην ομιλία του υπεγράμμισε ότι η νέα Βουλή δεν βρίσκεται από την κηδεμονία ουδενός και ότι:
«Είναι δυνατόν πολλοί να ενοχληθούν γιατί η Βουλή θα διαδραματίση ουσιαστικό ρόλο στην εθνική μας υπόθεση και δεν θα προσφέρη περιθώρια για υπόσκαψη του αρχηγού του Κράτους ή για διάσπαση ή για διχόνοια. Οι μόνοι που δικαιολογούνται να ανησυχούν από την νέαν Βουλήν είναι εκείνοι που ήλπιζαν στην κατάρρευση του Ελληνικού Κυπριακού Μετώπου.».
Ο αιφνίδιος θάνατος του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 3 Αυγούστου 1977, επέφερε σημαντικές αλλαγές στα πολιτικά δρώμενα του τόπου, που δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη Βουλή. Ο Σπύρος Κυπριανού ανέλαβε, δυνάμει του συντάγματος, Προεδρεύων της Δημοκρατίας και ακολούθως, αφού εξελέγη διά αναπληρωματικής εκλογής, στις 3 Σεπτεμβρίου 1977 έλαβε χώρα η τελετή εγκατάστασής του στο αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη συμπλήρωση του υπολοίπου της προεδρικής θητείας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Προεδρεύων του σώματος για την περίοδο που προήδρευε της Δημοκρατίας ο Σπύρος Κυπριανού εξελέγη, στις 4 Αυγούστου 1977, ομόφωνα ο Αλέκος Μιχαηλίδης, ο οποίος στη συνέχεια παρέμεινε στο αξίωμα αυτό με απόφαση της Βουλής, που ελήφθη με 20 ψήφους υπέρ, 2 εναντίον και 6 αποχές, μέχρι και την εκλογή Προέδρου της Βουλής. Στη διεξαχθείσα ψηφοφορία για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος, στις 22 Σεπτεμβρίου 1977, 24 βουλευτές ψήφισαν υπέρ της εκλογής του Αλέκου Μιχαηλίδη, 7 εναντίον και υπήρξε μία αποχή. Υπέρ της υποψηφιότητας του Βάσου Λυσσαρίδη ψήφισαν 5 βουλευτές, 17 ψήφισαν εναντίον και υπήρξαν 10 αποχές.

Ένταση και διαξιφισμοί κατά την εκλογή Λαδά
Ύστερα από τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 1981, η Βουλή των Αντιπροσώπων εξέλεξε, στις 4 Ιουνίου 1981, Πρόεδρο του σώματος το Γεώργιο Λαδά με 20 ψήφους υπέρ και 12 εναντίον, χωρίς να υπάρχει ανθυποψήφιος. Κατά τη διάρκεια της Τέταρτης Βουλευτικής Περιόδου, η Βουλή με απόφασή της, που ελήφθη στις 20 Ιουνίου 1985, προχώρησε στην αύξηση του αριθμού των βουλευτών σε ογδόντα, από τους οποίους οι πενήντα έξι εκλέγονται από την ελληνική κοινότητα και οι είκοσι τέσσερις από την τουρκική κοινότητα. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατ’ επίκλησιν του δικαίου της ανάγκης, αφού το σύνταγμα επιτάσσει χωριστή πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βουλευτών για τη σχετική τροποποίηση.
Στις 5 Ιουνίου 1981 έγραφε και τα εξής…
Μέσα σε κλίμα έντασης και με διαξιφισμούς εγκαινιάσθηκε χθες η σύνοδος της νέας Βουλής κατά την οποία ο Γεώργιος Λαδάς με υποστήριξη των βουλευτών του ΔΗΚΟ και του ΑΚΕΛ εξελέγη Πρόεδρος του σώματος. Ο ΔΗΣΥ δεν διεκδίκησε την προεδρία της Βουλής και καταψήφισε την υποψηφιότητα του κ. Λαδά, ενώ η ομάδα της ΕΔΕΚ αποχώρησε από την ψηφοφορία ύστερα από δήλωση που κατέθεσε ο δρ Λυσσαρίδης.
Το ΑΚΕΛ διευκρίνισε ότι η υποστήριξή του στον κ. Λαδά δεν σημαίνει ότι η κοινοβουλευτική του ομάδα μετατρέπεται σε συμπολίτευση που θα υποστηρίζει κάθε μέτρο ή νομοσχέδιο της κυβέρνησης.
Της συνεδρίας προήδρευσε ο γηραιότερος βουλευτής κ. Ε. Παπαϊωάννου, που με τους άλλους βουλευτές έδωσαν τη διαβεβαίωση τήρησης του Συντάγματος. Η είσοδος των αρχηγών των κοινοβουλευτικών ομάδων στη Βουλή έγινε δεκτή με χειροκροτήματα από το κοινό που από νωρίς γέμισε ασφυκτικά την αίθουσα.

Βάσος Λυσσαρίδης μετά από μια πολύπλοκη διαδικασία
Για την Πέμπτη Βουλευτική Περίοδο διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων τέσσερις υποψήφιοι: o Γλαύκος Κληρίδης, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΣΥ., ο Γεώργιος Λαδάς, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ., ο Εζεκίας Παπαϊωάννου, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Α.Κ.Ε.Λ., και ο Βάσος Λυσσαρίδης, εκ μέρους του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Η κυπριακή Βουλή για πρώτη φορά από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε να αντιμετωπίσει πρόβλημα διαδικασίας για την εκλογή Προέδρου του σώματος. Για την άρση του αδιεξόδου η Βουλή ομόφωνα ενέκρινε το ακόλουθο σχέδιο απόφασης αναφορικά με τη διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος: Πρόεδρος της Βουλής εκλέγεται ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τον αμέσως επόμενο ακέραιο αριθμό του ημίσεος των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών. Αν κατά την πρώτη ψηφοφορία δεν εκλεγεί Πρόεδρος, ακολουθεί δεύτερη ψηφοφορία και Πρόεδρος της Βουλής εκλέγεται ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τα 2/5 των εγκριτικών ψήφων των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών, παραλειπομένου τυχόν κλάσματος. Σε περίπτωση που κανένας από τους υποψηφίους δε συγκεντρώσει τις πιο πάνω πλειοψηφίες, γίνεται τρίτη ψηφοφορία κατά την οποία Πρόεδρος εκλέγεται εκείνος που θα εξασφαλίσει τις περισσότερες εγκριτικές ψήφους των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών.
Υιοθετώντας αυτή τη διαδικασία, η Βουλή στις 30 Δεκεμβρίου 1985 εξέλεξε Πρόεδρο του σώματος το Βάσο Λυσσαρίδη. Ο Βάσος Λυσσαρίδης εξελέγη Πρόεδρος του σώματος στην τρίτη κατά σειρά ψηφοφορία που είχε διεξαχθεί για την ανάδειξη Προέδρου της Βουλής, συγκεντρώνοντας 22 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Γλαύκος Κληρίδης συγκέντρωσε 19 ψήφους, ο Γεώργιος Λαδάς 16 ψήφους και ο Εζεκίας Παπαϊωάννου 14 ψήφους.
Στο σχετικό του δημοσίευμα στις 31 Δεκεμβρίου 1985 ο Φιλελεύθερος μεταξύ άλλων έγραφε…
Μετά από τη δυστοκία των τελευταίων εβδομάδων και ύστερα από παρασκηνιακές διαβουλεύσεις όσον αφορά και τη διαδικασία κατά κύριο λόγο και τις υποψηφιότητες, ο πρόεδρος του ΣΚ ΕΔΕΚ Δρ Βάσος Λυσσαρίδης εξελέγη χθες με 22 ψήφους στην τρίτη και τελευταία ψηφοφορία — όπως προνοούσε η σχετική απόφαση της Βουλής — πρόεδρος του Σώματος. Και η Βουλή συνήλθε αμέσως μετά, εγκαινιάζοντας κανονικά την λειτουργία της.
Η τελική ψηφοφορία για την εκλογή του προέδρου της Βουλής έγινε στις 7 μ.μ. Μπήκαν και οι τέσσερις υποψήφιοι σε ψηφοφορία κατά σειρά ως ακολούθως:
Γλαύκος Κληρίδης, πρόεδρος του ΔΗΣΥ: ψήφισαν υπέρ της υποψηφιότητάς του 19 βουλευτές του κόμματός του.
Γεώργιος Λαδάς (ΔΗΚΟ): τον ψήφισαν οι 16 βουλευτές του κόμματός του.
Εζεκίας Παπαϊωάννου, Γ.Γ. του ΑΚΕΛ: τον ψήφισαν οι 14 του ΑΚΕΛ (ο ένας απουσίαζε).
Βάσος Λυσσαρίδης, πρόεδρος της ΕΔΕΚ: τον ψήφισαν έξι βουλευτές της ΕΔΕΚ και 16 βουλευτές του ΔΗΚΟ. Ο κ. Λυσσαρίδης βγήκε με την υποστήριξη του ΔΗΚΟ παίρνοντας 22 συνολικά ψήφους.
Οι τέσσερις υποψήφιοι είχαν πάρει μόνο τις ψήφους των βουλευτών του κάθε κόμματος στις προηγούμενες ψηφοφορίες και έτσι η προσπάθεια είχε αποτύχει. Μετά από αυτό ο προεδρεύων του Σώματος κ. Παπαϊωάννου υπέβαλε εισήγηση για 20λεπτη διακοπή των εργασιών. Ο κ. Γαλανός είχε τότε ζητήσει διακοπή μιας ώρας, πράγμα όμως που απορρίφθηκε, και επανάρχισαν οι εργασίες του Σώματος μετά από μισή ώρα.
Οι εργασίες της Βουλής καθυστέρησαν για δύο περίπου ώρες λόγω νέων διαβουλεύσεων μεταξύ των Κομμάτων και ιδιαίτερα μεταξύ ΔΗΚΟ – ΑΚΕΛ, με κύριο θέμα την ανεξαρτητοποίηση του κ. Λαδά ώστε να υποστηριχθεί η υποψηφιότητά του.
Σε κάποιο στάδιο οι διαβουλεύσεις μεταφέρθηκαν στο Προεδρικό, όταν οι βουλευτές του ΔΗΚΟ, όλοι σχεδόν, πήγαν εκεί για να συζητήσουν την πρόταση ανεξαρτητοποίησης του κ. Λαδά. Όμως η απάντηση στο ΑΚΕΛ όταν επανήλθαν ήταν αρνητική κι έτσι έγινε η πρώτη ψηφοφορία.
Ο δρ Λυσσαρίδης μετά την εκλογή του ανέβηκε στην έδρα του προέδρου της Βουλής και έκαμε την ακόλουθη δήλωση:
«Αισθάνομαι βαρεία την ευθύνη να προεδρεύω αυτού του Σώματος του οποίου σκοπός δεν είναι απλώς η νομοθετική εργασία αλλά και η διαφύλαξη των θεσμών της Δημοκρατίας. Μέσα στις δύσκολες ώρες που περνά η πατρίδα μας, αυτό το Σώμα καλείται να διαδραματίσει ένα σημαντικώτατο ρόλο για την προάσπιση των δικαιωμάτων του λαού μας και προώθηση των προοπτικών του για ανεξαρτησία και λευτεριά. Μαζί με τη συμπαράσταση όλων των μελών της Βουλής ελπίζω ότι θα μπορέσω να φέρω το έργο αυτό σε αίσιον πέρας. Εκείνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι ότι θα ασκήσω τα καθήκοντά μου με πλήρη αμεροληψία και με πλήρη συμμόρφωση προς τους κανονισμούς και τις αποφάσεις της Βουλής».

Η προεδρία επιστρέφει και πάλι στο ΔΗΚΟ
Στις 30 Μαΐου 1991 υποβλήθηκαν δύο υποψηφιότητες για το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η υποψηφιότητα του Αλέξη Γαλανού, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ., και η υποψηφιότητα του Βάσου Λυσσαρίδη, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ. Η Βουλή ανέδειξε στο αξίωμα του Προέδρου του σώματος για την Έκτη Βουλευτική Περίοδο τον Αλέξη Γαλανό, ο οποίος συγκέντρωσε 31 ψήφους υπέρ, ενώ ο ανθυποψήφιός του Βάσος Λυσσαρίδης συγκέντρωσε 25 ψήφους.
Στο σχετικό δημοσίευμα του στις 31 Μαΐου 1991 ο Φιλελεύθερος σημείωνε μεταξύ άλλων…
Μέσα σε ατμόσφαιρα κάποιας αντιπαράθεσης, κυρίως μεταξύ των κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, η νέα Βουλή συνήλθε χθες στην πρώτη της συνεδρία και εξέλεξε τον κ. Αλέξη Γαλανό, αντιπρόεδρο του ΔΗΚΟ, σαν νέο πρόεδρο για την επόμενη πενταετία. Η εκλογή έγινε από την πρώτη ψηφοφορία, αφού ο κ. Γαλανός εξασφάλισε απόλυτη πλειοψηφία με τις 31 ψήφους των βουλευτών ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ καθώς και των Φιλελευθέρων (19 βουλευτές του ΔΗΣΥ, 11 του ΔΗΚΟ και ο κ. Ρολάνδης).
Έτσι ο δεύτερος υποψήφιος, Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Δρ Βάσος Λυσσαρίδης, παρά τα εγκωμιαστικά σχόλια που έτυχε από όλες τις πλευρές για τη λήξασα θητεία του στην προεδρία της Βουλής, δεν επανεκλέχτηκε. Ο κ. Λυσσαρίδης πήρε τις ψήφους 18 βουλευτών του ΑΚΕΛ και τις εφτά των βουλευτών της ΕΔΕΚ.

Μετά τις εκλογές της 26ης Μαΐου 1996, διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων για την Έβδομη Βουλευτική Περίοδο ο Σπύρος Κυπριανού, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ., και ο Βάσος Λυσσαρίδης, εκ μέρους του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων αναδείχθηκε, στις 6 Ιουνίου 1996, ο Σπύρος Κυπριανού συγκεντρώνοντας 30 ψήφους υπέρ, ενώ ο ανθυποψήφιός του Βάσος Λυσσαρίδης συγκέντρωσε 26 ψήφους.
Στις 7 Ιουνίου στο σχετικό ρεπορτάζ ο Φιλελεύθερος μεταξύ άλλων έγραφε ότι διαμορφώνονται ήδη τα «μέτωπα εξουσίας»…
Με το βλέμμα στραμμένο στις προεδρικές εκλογές, έγιναν οι πρώτες κινήσεις των κομμάτων στη νέα Βουλή και προδιέγραψαν τις πιθανές συνεργασίες και τα ανοίγματα ενόψει της νέας αναμέτρησης για το ύπατο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ στήριξαν την υποψηφιότητα του Σπύρου Κυπριανού και εξήραν την προσωπικότητα και την προσφορά του Βάσου Λυσσαρίδη, με σαφή τη διάθεση να αποφευχθεί αντιπαράθεση με τον πρόεδρο του σοσιαλιστικού κόμματος ή και την ίδια την ΕΔΕΚ.
Η ΕΔΕΚ ήταν αποδέκτης και νέας επίθεσης φιλίας του ΑΚΕΛ, που μοίρασε απλόχερα επαίνους προς τον Βάσο Λυσσαρίδη, τόσο για την προσωπικότητά του όσο και για το έργο του κατά την προηγούμενη πενταετία στην προεδρία της Βουλής και για την προσφορά του για το εθνικό θέμα. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέδειξε ότι στον διάλογο που προτίθεται ν’ αρχίσει από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο για τη συγκρότηση μετώπου των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, προτεραιότητα θα δώσει στο σοσιαλιστικό κόμμα.
Τα κόμματα συνέχισαν και χθες στην πρώτη συνεδρία του Νομοθετικού Σώματος να λειτουργούν στη λογική της συγκρότησης μετώπων ενόψει νέων εκλογικών αναμετρήσεων και συνεργασιών.
Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Σπύρος Κυπριανού αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα της Βουλής, αφού υπερψηφίστηκε από 30 βουλευτές: τους δέκα βουλευτές του κόμματός του και τους 20 βουλευτές του ΔΗΣΥ, που στήριξε ευθύς εξ αρχής την υποψηφιότητά του. Ανθυποψήφιός του ήταν ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Βάσος Λυσσαρίδης που υπερψηφίστηκε από 26 βουλευτές: τους πέντε βουλευτές του κόμματός του, τους 19 βουλευτές του ΑΚΕΛ και τους δύο βουλευτές του ΚΕΔ.

Ιστορική εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια
Για την Όγδοη Βουλευτική Περίοδο το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων διεκδίκησαν οι Δημήτρης Χριστόφιας, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, και Νίκος Αναστασιάδης, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΣΥ. Πρόεδρος του σώματος εξελέγη, στις 7 Ιουνίου 2001, ο Δημήτρης Χριστόφιας με 33 ψήφους υπέρ, 19 εναντίον και 4 αποχές.
Στις 8 Ιουνίου στο σχετικό του ρεπορτάζ ο Φιλελεύθερος έγραφε…
Ιστορική μέρα ήταν η χθεσινή για τον Δημήτρη Χριστόφια και το ΑΚΕΛ. Ο ηγέτης της κυπριακής αριστεράς αναδείχθηκε με συντριπτική πλειοψηφία πρόεδρος της Βουλής και για την επόμενη πενταετία θα είναι ο δεύτερος τη τάξει της Κυπριακής Πολιτείας. Στην πρώτη ομιλία από το βήμα της Βουλής ο νέος πρόεδρος έστειλε πολλά μηνύματα σε πολλούς αποδέκτες.
Τόνισε πως εκλαμβάνει την εκλογή του στην προεδρία της Βουλής ως αναγνώριση των πολύχρονων υπηρεσιών του ΑΚΕΛ και της Αριστεράς στην Κύπρο και το λαό μας, και θεώρησε ότι η εκλογή του είναι σημαντικό βήμα στα πολιτικά δρώμενα του τόπου, ένα βήμα που συμβάλλει στο ξεπέρασμα παρωχημένων αντιλήψεων και προκαταλήψεων. Επεσήμανε τον καθοδηγητικό φάρο που πρέπει να είναι οι ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου, και παράλληλα διαβεβαίωσε πως θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν ώστε με τη δράση του να πεισθούν και οι πιο δύσπιστοι ότι υπάρχει πλήρης συνείδηση πως η προεδρία της Βουλής είναι πολιτειακό αξίωμα το οποίο βρίσκεται στην υπηρεσία του Σώματος, του λαού και του τόπου.
Απάντησε στην κριτική που δέχθηκε υπενθυμίζοντας πως όλοι όσοι κατείχαν μέχρι σήμερα το αξίωμα του προέδρου της Βουλής ήταν συνάμα ηγέτες κομμάτων και εργάστηκαν ώστε η κομματική τους ιδιότητα να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως προέδρου της Βουλής, να μην επηρεάζεται η αντικειμενικότητά τους και η ανάγκη λειτουργίας του νομοθετικού σώματος στα πλαίσια της μεγαλύτερης δυνατής συναίνεσης.
Για την Ένατη Βουλευτική Περίοδο το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων διεκδίκησαν οι Δημήτρης Χριστόφιας, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, Νίκος Αναστασιάδης, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΣΥ., και Δημήτρης Συλλούρης, εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κόμματος. Πρόεδρος του σώματος εξελέγη, την 1η Ιουνίου 2006, ο Δημήτρης Χριστόφιας με 35 ψήφους υπέρ και 21 εναντίον. Ο Δημήτρης Χριστόφιας παρέμεινε στη θέση του Προέδρου της Βουλής μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η εγκατάστασή του ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίωμα στο οποίο εξελέγη στις προεδρικές εκλογές της 24ης Φεβρουαρίου 2008.

Στις 6 Μαρτίου 2008, ύστερα από την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων εξελέγη χωρίς ανθυποψήφιο, με τριάντα έξι ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και δεκαπέντε αποχές, ο Μάριος Καρογιάν, έπειτα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ.
Η ζαχαρένια ψήφος του Κουλία στον Ομήρου
Για τη Δέκατη Βουλευτική Περίοδο διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής τρεις υποψήφιοι: ο Μάριος Καρογιάν, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΚΟ., ο Γιαννάκης Ομήρου, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, και ο Γιώργος Περδίκης, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος χρειάστηκε να τηρηθεί η διαδικασία που ενέκρινε και ακολούθησε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 30 Δεκεμβρίου 1985 για εκλογή Προέδρου του σώματος για την Πέμπτη Βουλευτική Περίοδο. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη, στις 2 Ιουνίου 2011, κατά την τρίτη φάση της ψηφοφορίας ο Γιαννάκης Ομήρου, εξασφαλίζοντας 28 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Μάριος Καρογιάν εξασφάλισε 27 ψήφους, ενώ ο Γιώργος Περδίκης απέσυρε την υποψηφιότητά του.

Στις 3 Ιουνίου στο σχετικό δημοσίευμά του ο Φιλελεύθερος αναφερόταν σε πολιτικό θρίλερ που κράτησε 11 ημέρες…
Ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Γιαννάκης Ομήρου είναι από χθες ο νέος Πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος εξελέγη με τις ψήφους του ΔΗΣΥ, του Σοσιαλιστικού Κινήματος, του ΕΥΡΩΚΟ και του Ζαχαρία Κουλία. Ένα πολιτικό θρίλερ που διήρκεσε 11 ολόκληρες μέρες και είχε ως χαρακτηριστικό του άξονα τις διαμάχες των κομμάτων, έληξε μέσα σε λίγα λεπτά με την ψήφο του βουλευτή του ΔΗΚΟ Ζαχαρία Κουλία.
Ο Γιαννάκης Ομήρου συγκέντρωσε τις 28 ψήφους των κομμάτων ΔΗΣΥ, ΕΔΕΚ, ΕΥΡΩΚΟ και Ζαχαρία Κουλία και ο ανθυποψήφιός του Μάριος Καρογιάν τις 27 ψήφους των κομμάτων ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ. Ο βουλευτής των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης τήρησε αποχή.
Η εκλογή του προέδρου για τη Δέκατη Περίοδο της Βουλής αποτέλεσε το πιο σπουδαίο γεγονός στα 51 χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού μέχρι την τελευταία στιγμή εξελισσόταν μπροστά στον Κυπριακό λαό ένα θρίλερ για γερά νεύρα. Ακόμα και το 1985, όταν υπήρξε αδιέξοδο με τέσσερις υποψηφίους (Κληρίδης, Παπαϊωάννου, Λαδάς και Λυσσαρίδης), δεν έγιναν τόσες διαβουλεύσεις και τόσες διαμάχες, ούτε τα κόμματα βρέθηκαν σε τόσο μεγάλη αμηχανία.
Ο Συλλούρης από την εξωτερική
Μετά τις εκλογές της 22ας Μαΐου 2016, το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής διεκδίκησαν, για την Ενδέκατη Βουλευτική Περίοδο, οι ακόλουθοι πέντε υποψήφιοι κατά σειρά υποβολής της υποψηφιότητάς τους: ο Δημήτρης Συλλούρης, εκ μέρους της Αλληλεγγύης, ο Αβέρωφ Νεοφύτου, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗ.ΣΥ., ο Άντρος Κυπριανού, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, ο Μαρίνος Σιζόπουλος, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, και ο Γιώργος Περδίκης, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασίας Πολιτών. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος χρειάστηκε να τηρηθεί η διαδικασία που ενέκρινε και ακολούθησε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 30 Δεκεμβρίου 1985 για εκλογή Προέδρου του σώματος για την Πέμπτη Βουλευτική Περίοδο. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη, στις 2 Ιουνίου 2016, κατά την τρίτη φάση της ψηφοφορίας ο Δημήτρης Συλλούρης, εξασφαλίζοντας 21 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Γιώργος Περδίκης εξασφάλισε 2 ψήφους, ο Άντρος Κυπριανού 16 ψήφους, ο Μαρίνος Σιζόπουλος 17 ψήφους και ο Αβέρωφ Νεοφύτου 18 ψήφους. Ο Δημήτρης Συλλούρης υπέβαλε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Στις 3 Ιουνίου 2016 στο σχετικό ρεπορτάζ του Φιλελεύθερου αναφέρονταν και τα εξής…
Καταλυτικό ρόλο στην έκβαση της χθεσινής εκλογής διαδραμάτισε το Προεδρικό. Η επιλογή Συλλούρη αποτέλεσε «την υπέρβαση» του κυβερνητικού στρατοπέδου, που εξάντλησε όλα τα περιθώρια για μια «τρίτη λύση», που θα προέκυπτε με ευρύτερη συνεννόηση. Το παρασκήνιο των τελευταίων ημερών είχε ως αποκορύφωμα τη σύσκεψη στο Προεδρικό μέγαρο, που πραγματοποιήθηκε στην παρουσία του Προέδρου Αναστασιάδη, των υπουργών και των μελών του Εκτελεστικού Γραφείου του ΔΗΣΥ.
Η προεδρική επιθυμία να μην εκλεγεί ο Μαρίνος Σιζόπουλος — που είχε γίνει κόκκινο πανί για τον Νίκο Αναστασιάδη μετά τη δημοσιοποίηση πρακτικών του Εθνικού Συμβουλίου — καθόρισε εν πολλοίς το τοπίο. Καταβλήθηκε, επίσης, προσπάθεια να υπάρξει αλλαγή σκηνικού με απόσυρση υποψηφιοτήτων και μετακίνηση σε υποψηφιότητες βουλευτών — Αδάμου Αδάμου (ΑΚΕΛ), Στέλλας Κυριακίδου (ΔΗΣΥ) και Άγγελου Βότση (ΔΗΚΟ). Στο τραπέζι έπεσε και το όνομα του βουλευτή των Οικολόγων Χαράλαμπου Θεοπέμπτου. Η άτυπη βολιδοσκόπηση προσέκρουσε στην άρνηση όλων.
Στις 23 Οκτωβρίου 2020 κατόπιν σχετικής πρότασης από όλα τα κόμματα εκτός του Ε.Λ.Α.Μ. Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων εκλέχθηκε ο βουλευτής του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις Αδάμος Αδάμου, χωρίς ανθυποψήφιο, με 53 ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και 2 αποχές.

Η Αννίτα γράφει ιστορία ως η πρώτη γυναίκα ΠτΒ
Μετά τις εκλογές της 30ής Μαΐου 2021, το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής για τη Δωδέκατη Βουλευτική Περίοδο διεκδίκησαν, κατά σειρά υποβολής της υποψηφιότητάς τους, ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, ο Μάριος Καρογιάν, εκ μέρους της ΔΗ.ΠΑ., ο Μαρίνος Σιζόπουλος, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, ο Χρίστος Χρίστου, εκ μέρους Ε.ΛΑ.Μ., ο Νικόλας Παπαδόπουλος, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., ο Άντρος Κυπριανού, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και η Αννίτα Δημητρίου, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος χρειάστηκε να τηρηθεί η διαδικασία που ενέκρινε και ακολούθησε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 30 Δεκεμβρίου 1985 για εκλογή Προέδρου του σώματος για την Πέμπτη Βουλευτική Περίοδο. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη, στις 10 Ιουνίου 2021, κατά τη δεύτερη φάση της ψηφοφορίας και αφού το Ε.ΛΑ.Μ. απέσυρε την υποψηφιότητά του, η Αννίτα Δημητρίου, εξασφαλίζοντας 25 ψήφους, με την υποστήριξη ΔΗ.ΣΥ., Ε.ΛΑ.Μ. και ΔΗ.ΠΑ. Στην ίδια ψηφοφορία ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου εξασφάλισε 3 ψήφους, ο Μάριος Καρογιάν 4 ψήφους, ο Μαρίνος Σιζόπουλος 13 ψήφους, ο Νικόλας Παπαδόπουλος 13 ψήφους και ο Άντρος Κυπριανού 18 ψήφους.
Σε δημοσίευμά του στις 11 Ιουνίου 2021 ο Φιλελεύθερος μεταξύ άλλων σημείωνε και τα εξής…
Το σενάριο που εμφανιζόταν ως επικρατέστερο έφερε τον Άντρο Κυπριανού να εκλέγεται με τις ψήφους του ΑΚΕΛ, της ΔΗΠΑ, των Οικολόγων και της ΕΔΕΚ. Στο κάδρο κάποιοι έβαζαν σιωπηρή ανοχή του ΔΗΣΥ ή ακόμα και θετική ψήφο, στο πλαίσιο ευρύτερης συναίνεσης. Η απόφαση της ΕΔΕΚ να μην κινηθεί προς τον Κυπριανού προκάλεσε αντίδραση και αλλαγή πορείας του ΑΚΕΛ, που σε μία ευρεία συνεργασία ήθελε στην εξίσωση και την ΕΔΕΚ ως σοσιαλιστικό κόμμα. Η Δημοκρατική Παράταξη αναδιπλώθηκε και στράφηκε προς τη στήριξη της Αννίτας Δημητρίου μετά από μήνυμα που έλαβαν από Πινδάρου. Το ΕΛΑΜ κινήθηκε προς Αννίτα Δημητρίου γιατί δεν ήθελε εκλογή Άντρου Κυπριανού.
Η νέα Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου, στην ομιλία αμέσως μετά την εκλογή της, ανέφερε ότι αυτό που θα επιδιώξει είναι η Προεδρία της Βουλής να αποτελέσει ένα διαρκές υπόδειγμα μετριοπάθειας, συμφιλίωσης και συνεννόησης. Αναφέρθηκε στην απαξίωση που υπάρχει για την πολιτική και ανέφερε ότι «αισθάνομαι ότι θα πρέπει να εργαστούμε για να σμικρύνουμε το χάσμα».
«Καλούμαστε σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε να αποκαταστήσουμε τη χαμένη μας αξιοπιστία και για να το πετύχουμε πρέπει να λειτουργήσουμε με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και κυρίως συνεργασίες, οικοδομώντας την Κύπρο του αύριο, την Κύπρο που μας αξίζει».