Όταν το 1998 περνούσε το κατώφλι του Πανεπιστημίου Κύπρου για σπουδές στις πολιτικές επιστήμες, δεν φανταζόταν ότι 20 χρόνια θα είχε ριζώσει για τα καλά στη Θεσσαλονίκη και θα ήταν πρωταγωνιστής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας. Ο Χρίστος Στυλιανού γεννήθηκε στη Μόσχα, όπου γνωρίστηκαν οι φοιτητές γονείς του και μεγάλωσε στην Αγλαντζιά από την οποία ουσιαστικά δεν έφυγε ούτε όταν πέρασε στο (γειτονικό) Πανεπιστήμιο. Το νερό στο αυλάκι άλλαξε ρότα όταν μια φίλη τον έπεισε να γραφτεί στον φοιτητικό θεατρικό όμιλο. Αυτό ήταν. Μόλις αποφοίτησε πέρασε και αρίστευσε στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ και καθώς άρχισε να καταξιώνεται στον χώρο «άσκησε» ουσιαστικά την πολιτική επιστήμη από ένα διαφορετικό, απείρως πιο ενδιαφέρον μετερίζι. Σήμερα ανήκει σε μια ομάδα νέων ηθοποιών που ανθίστανται στην «αθηνοκεντρική» θεατρική ζωή της Ελλάδας και κρατά ψηλά το λάβαρο του ΚΘΒΕ, με το οποίο επιστρέφει –προσωρινά- και φέτος στην Κύπρο ενσαρκώνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ορέστη, στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.

– Πόσο σου λείπει η Κύπρος; Όταν φεύγεις από την πατρίδα σου και κάνεις αλλού δική σου οικογένεια είναι σαν να μοιράζονται τα πράγματα. Φτιάχνεις καινούριους δεσμούς, αφήνεις πίσω «σε αναμονή» κάποιους άλλους, είναι σαν να είσαι σε δυο μέρη ταυτόχρονα. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας δε, αυτό γίνεται κιόλας! Προσπαθώ να έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ, αλλά δεν το καταφέρνω πολύ καλά, αφού η δουλειά μας δύσκολα μπορεί να μπει σε αυστηρό χρονικό προγραμματισμό. Αλλά και το οικονομικό δεν είναι αμελητέο. Με δυο παιδιά βγαίνει λίγο ακριβό το ταξίδι. Μου λείπει η Κύπρος, αλλά τώρα πια μιλάμε για την εκεί οικογένεια και την εδώ

– Θα σ’ ενδιέφερε η προοπτική μιας επαγγελματικής συνεργασίας στο νησί; Προσπαθούσα πάντοτε να κρατάω τους ορίζοντές μου ανοιχτούς -άλλωστε αυτό είχε ως «συνέπεια» να ασχοληθώ με το θέατρο. Η αλήθεια είναι πως αυτό που μου προσφέρει εδώ και κάποια χρόνια το ΚΘΒΕ ξεπερνάει κατά πολύ τις όποιες προσδοκίες είχα. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με πολλούς και αξιόλογους σκηνοθέτες και συναδέλφους και να ερμηνεύσω ρόλους που με προχώρησαν στη δουλειά αλλά και στη ζωή. Στην παρούσα συγκυρία ομολογώ πως είναι δύσκολο. Μετά την περιοδεία του Ορέστη, τον Οκτώβριο θα επαναληφθούν τα Ορφανά του Ντέννις Κέλλυ, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά -με τα οποία ενδέχεται να έρθουμε στην Κύπρο αρχές Οκτωβρίου- και στη συνέχεια θα συμμετέχω στις Πυρκαγιές του Ουαζντί Μουαουάντ σε σκηνοθεσία Ιούς Βουλγαράκη. Ωστόσο, δεν είναι κάτι που αποκλείω.

– Πώς από τις πολιτικές επιστήμες μεταπήδησες στο θέατρο; Ήταν εύκολη η απόφαση; Οι πολιτικές επιστήμες ήταν το «σκαλοπάτι» για να μεταπηδήσω στο θέατρο, υπό την έννοια ότι η πρώτη μου συστηματική ενασχόληση με το θέατρο έγινε στα χρόνια που ήμουνα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Τελειώνοντας το πτυχίο μου είχα την αίσθηση ότι κάτι δεν μου αρκούσε κι αυτό, όταν ασχολούμουν με το θέατρο -συμμετείχα στον θεατρικό όμιλο- έπαυε να ισχύει. Δεν ξέρω αν ήταν εύκολη ή δύσκολη απόφαση -μάλλον οι γονείς μου το βίωσαν περισσότερο αυτό!-, ωστόσο ήταν μια απόφαση που άλλαξε τη ζωή μου από όλες τις απόψεις.

– Αξιοποιείς με οποιονδήποτε τρόπο τις σπουδές εκείνες στη δουλειά σου στο θέατρο; Η γνώση πάντοτε και παντού είναι χρήσιμη. Όχι μόνο για να ερμηνεύσεις, ας πούμε, κάποιο ρόλο αλλά και για να φτιάξεις το σύμπαν γύρω από αυτόν. Αλλά και σε ζητήματα καθημερινής πολιτικής συζήτησης είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Με βοήθησε κιόλας πρακτικά να κάνω το μεταπτυχιακό μου στο Τμήμα Θεάτρου στο ΑΠΘ.

– Πώς βιώνεις τη σημερινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα; Τι σε προβληματίζει περισσότερο; Το να βλέπεις ανθρώπους να μην έχουν τα βασικά, να κοιμούνται στα παγκάκια ή να ζητιανεύουν είναι καθημερινές εικόνες, κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Η κατάσταση είναι δύσκολη κι όσο παραμένει σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να υπάρξει μια θετική, αισιόδοξη αντιμετώπιση που είναι απαραίτητη για να ξεκολλήσουμε απ’ αυτό το τέλμα. Αυτό που με προβληματίζει είναι πως με αυτές τις συνθήκες είναι δύσκολο να ονειρευτείς κάποια πράγματα. Απ’ την άλλη, αυτή η κατάσταση σε κρατά προσγειωμένο σε μια σκληρή πραγματικότητα. Είναι μια μεταβατική περίοδος που ελπίζω να μην κρατήσει για πολύ ακόμα.

– Ποιο θέατρο σε απασχολεί και σου ταιριάζει; Με απασχολεί η αλήθεια. Μ’ αρέσει αυτό που βλέπω ή αυτό στο οποίο συμμετέχω να έχει ως άξονα την αναζήτηση της αλήθειας πάνω στη σκηνή. Να βρίσκει δηλαδή τα σημεία εκείνα όπου συναντιέται η αλήθεια του ηθοποιού μ’ αυτό που καλείται να ερμηνεύσει κι ως εκ τούτου να στοχεύσει στην αλήθεια του θεατή. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί μεγάλη διαθεσιμότητα και γενναιοδωρία από τον ηθοποιό, αλλά πιστεύω πως είναι ο μόνος τρόπος για να κάνει μια παράσταση να μας αφορά πραγματικά και να μη μένει μόνο σε μια πρώτη εικόνα.

– Τι καθιστά έναν ρόλο δύσκολο; Όλοι οι ρόλοι, μικροί ή μεγάλοι, έχουν τη δική τους δυσκολία. Είναι καθαρά θέμα οπτικής. Ο Βουτσινάς μάς έλεγε πως οι μεγάλοι ρόλοι βοηθιούνται από τον ίδιο το συγγραφέα, αφού ο ηθοποιός μπορεί να εντοπίσει μέσα στο έργο στοιχεία του χαρακτήρα που έχει να ερμηνεύσει. Ο μικρός ρόλος, όμως, έχει ως κύρια πηγή τον ίδιο τον ηθοποιό και απαιτεί απ’ αυτόν περισσότερη φαντασία. Ποιο είναι τελικά το πιο δύσκολο;

– Πώς θα περιέγραφες τον Ορέστη από τη δική σου οπτική γωνία; Στον Ορέστη, κατά τη γνώμη μου, μοιάζει να αντανακλάται η πορεία του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν αντιπροσωπεύει κάτι ηρωικό, ούτε έχει κάτι από την αίγλη του παρελθόντος. Αντιθέτως, είναι ένας άνθρωπος με εμφανή τα σημάδια της φθοράς, της παρακμής στις σκέψεις και τις πράξεις του. Κάποιες στιγμές θυμάται ακόμη το φωτεινό του κομμάτι. Κι ο Ορέστης παλεύει για να βρει τον εαυτό του, ψάχνει τι είναι αυτό που έχει αξία τελικά. Κι αυτό είναι εντέλει η επιβίωση. «Θέλω να ζήσω». Σ’ αυτόν τον κύκλο της βίας ποιος έχει δίκιο; Και τι σημασία έχει πια;
 
– Πού προσανατολίζεται η σκηνοθετική αναζήτηση του Γιάννη Αναστασάκη; Έχει καταρχάς ως κύριο εργαλείο τη σύγχρονη -στην κυριολεξία και κατ’ ουσίαν- μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα που δίνει απ’ την αρχή ένα σαφές στίγμα. Ο κόσμος που γνωρίζαμε καταρρέει. Οι ήρωες δεν έχουν πια ηρωισμό, παρά μόνο κάποια ψήγματα ή αναλαμπές του ένδοξου παρελθόντος τους. Πώς και σε ποιο βαθμό μάς χαρακτηρίζουν οι επιλογές μας; Μέχρι πού φτάνει η ευθύνη τους ενός και πού «συναντιέται» με την ευθύνη των πολλών; Ο ίδιος ο Αναστασάκης λέει μεταξύ άλλων: «Τη θέση του πολίτη σε μια πολιτεία που κλυδωνίζεται, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε με την παράστασή μας. Αλλά και τη θέση μιας πολιτείας που αυτοτιμωρείται τιμωρώντας».

– Ακολουθείς διαφορετική διαδικασία προετοιμασίας όταν πρόκειται για αρχετυπικούς ρόλους του αρχαίου δραματολογίου; Στην πορεία της εξέλιξης του ρόλου ναι, αλλά η αφετηρία είναι η ίδια. Διαβάζοντας ένα κείμενο, η πρώτη ύλη είναι ο προσωπικός σου κόσμος στον οποίο αρχίζεις να ανιχνεύεις, χωρίς να ξέρεις τι θα βρεις, προσπαθώντας να «εισχωρήσεις» σ’ αυτό το καινούριο σύμπαν. Ωστόσο, το αρχαίο δράμα αποτελεί από μόνο του ένα ολόκληρο σύμπαν όπου τα πράγματα έχουν ένα διαφορετικό εκτόπισμα. Πέραν των πρακτικών απαιτήσεων με τις οποίες καλείσαι από νωρίς να αναμετρηθείς σε διαφορετικές αναλογίες -λόγος, κίνηση, καθαρότητα- η ίδια η θεματολογία, αυτή η αέναη αναζήτηση της θέσης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, η πάλη του με τους θεούς, τις επιλογές του, τη μοίρα του είναι πράγματα που καταστούν το αρχαίο δράμα μοναδικό.

– Ο Ευριπίδης μιλά για τη δημοκρατία που φθίνει. Πώς θα παραλλήλιζες την οπτική του με τη σύγχρονη πραγματικότητα; Το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η Αθήνα βρίσκεται σε παρακμή και η δημοκρατία σε απόλυτη κρίση. Υπάρχουν δηκτικές αναφορές σε σχέση με τη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι δημαγωγοί στην Εκκλησία του Δήμου, αλλά και στη διάβρωση των αξιών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτό το σύστημα που αποσυντίθεται έχει ως αποτέλεσμα ένα ατέρμονο κύκλο βίας. Οι αναγωγές στο σήμερα νομίζω πως είναι πέραν από προφανείς. Για το λόγο αυτό μοιάζει να είναι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ κι οι ευθύνες των σύγχρονων πολιτειών αλλά και πολιτών ακόμα μεγαλύτερες.

– Μπορεί το θέατρο να μας διδάξει να είμαστε πιο ανεκτικοί; Η σύμβαση πάνω στην οποία λειτουργεί το θέατρο είναι ακριβώς αυτό. Στα πλαίσια του παιχνιδιού στο οποίο μπαίνεις -ως ηθοποιός αλλά και ως θεατής- καλείσαι να καταλάβεις, να επανεξετάσεις και να κρίνεις εκ νέου κάποια πράγματα. Επομένως έχεις μετακινηθεί ήδη, χωρίς να το ξέρεις συνειδητά. Κάτι έχει αλλάξει, ακόμα και στο ελάχιστο.

Ο κύριος όγκος της θεατρικής παραγωγής στην Ελλάδα παράγεται στην Αθήνα. Τι επιπτώσεις έχει αυτό για την υπόλοιπη χώρα και ποιος ο ρόλος του ΚΘΒΕ μέσα σ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων; Η κύρια επίπτωση κατά τη γνώμη μου έγκειται στο ότι λόγω αυτής της θεατρικής αστυφιλίας ο περισσότερος όγκος των ηθοποιών πηγαίνει στην Αθήνα. Αλλά είναι μοιραίο να γίνονται εκεί εκατοντάδες παραστάσεις αφού και τα μεγέθη είναι πολύ διαφορετικά σε πολλά επίπεδα. Ο κάθε χώρος όμως, κινείται βάσει των δικών του μεγεθών. Το ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλα ανοίγματα τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα κι ούτως ή άλλως αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτιστικό φορέα των Βαλκανίων. Διοργανώνει, αλλά και συμμετέχει σε διεθνή φεστιβάλ και επιπλέον, έχει ανοίξει διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Αθήνα όσο και με την Κύπρο κι αυτό είναι κατά τη γνώμη μου πολύ θετικό, αφού με αυτόν τον τρόπο υπάρχει μια πολιτιστική επικοινωνία κι ένας διάλογος παραστάσεων, αισθητικών και ηθοποιών.

* Ο Ορέστης του ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη παρουσιάζεται στις 20 & 21 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου. Πληροφορίες: 7000 2414