«Όσα πιο πολλά γνωρίζουμε για την ιστορία μας -ειδικά τα κομμάτια που δεν μας τιμούν, τόσο καλύτερα θα διαχειριζόμαστε ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον».
Ο Καζαντζάκης πώς προέκυψε ήρωας του τελευταίου σας βιβλίου; Η ιστορία της ταφής του και τα όσα ντροπιαστικά -άρα και διδακτικά – συνέβησαν δεν είναι ευρέως γνωστά. Θέλησα να γράψω τη συγκεκριμένη ιστορία για να διδαχθούν οι επόμενες γενιές. Έχουμε μια θλιβερή παράδοση, εμείς οι Έλληνες, να αναγνωρίζουμε τα ειλικρινή και φωτεινά πνεύματα αφού τα χάσουμε. Στη συνέχεια φτιάχνουμε αγάλματα με τη μορφή τους, «μαρμάρινες αποδείξεις ενοχής» που έγραφε ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Οπότε, όσα πιο πολλά γνωρίζουμε για την ιστορία μας – ειδικά τα κομμάτια που δεν μας τιμούν – τόσο καλύτερα θα διαχειριζόμαστε ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον. «Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον» έχει γράψει ο Σεφέρης. Είναι καλό να γνωρίζουμε πώς μπορούν άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία ή πέριξ αυτής να προκαλούν τόσο μεγάλο κακό -όχι μόνο σε ανθρώπους, αλλά και στην ίδια τους τη χώρα. Έχοντας ως μέγιστο κίνητρο το προσωπικό τους συμφέρον προσπαθούν να διαλύσουν με κάθε τρόπο οποιοδήποτε μπορεί να απειλήσει τα κεκτημένα τους, επιστρατεύοντας κάθε μέσο. Έτσι, άπληστοι και εγωκεντρικοί καθώς είναι, επιδίδονται σε δολοφονίες χαρακτήρων. Και όλα αυτά, εν ονόματι του Θεού, της πίστης, της πατρίδας.
Πρόκειται για το πρώτο σας βιβλίο. Είχατε άγχος για το αν θα έχει αποδοχή; Φυσικά! Δεν είμαι από εκείνους που θεωρούν πως πρέπει να γράφουν κάτι και να το βάζουν στο συρτάρι τους. Αυτή η ιστορία είναι άλλη μια θλιβερή υπόθεση που απασχόλησε την ελληνική κοινωνία. Ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα ήταν πως έπρεπε να καταπιαστώ με μια τεράστια μορφή των ελληνικών και παγκόσμιων Γραμμάτων. Θα ήταν άδικη κάθε σύγκριση. Θέλησα να δώσω μια ενδιαφέρουσα ιστορία γραμμένη μυθιστορηματικά για να τη διαβάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι. Αν το έκανα στη μορφή δημοσιογραφικού κειμένου η απήχηση θα ήταν περιορισμένη.
Είναι εύκολο το να φτιάξεις ένα βιβλίο; Όχι, αλλά αξίζει όλο τον κόπο. Θα πρέπει να διαθέτεις επιμονή, να δουλεύεις συστηματικά και πάνω από όλα να βάζεις όλα τα αποθέματα ψυχής που διαθέτεις. Θα πρέπει να είσαι σίγουρος πως αυτό που διηγείσαι συναρπάζει πρώτα εσένα. Αλλιώς, πώς περιμένει από τον αναγνώστη να το διαβάσει; Οπότε το μυθιστόρημα ο Ανεπιθύμητος Νεκρός έχει όλα τα συστατικά τα οποία συναρπάζουν πρώτα εμένα: Ένα δυνατό έρωτα που επιβίωνε παρόλες τις αντιξοότητες και κράτησε για μια ζωή, παντοδύναμους εχθρούς – όπως η Εκκλησία και η Πολιτεία, μηχανορραφίες, χιούμορ, ένα νεαρό ιδεαλιστή στο πρόσωπο του Φρέντυ Γερμανού, μυστικά της δημοσιογραφικής ζωής… Όλα αυτά θεωρώ πως δίνουν μια δυναμική στο μυθιστόρημα να έχει απήχηση.
Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και συστήνετε ανεπιφύλακτα; Εναλλάσσω τους κλασικούς με τις νέες εκδόσεις. Το τελευταίο είναι «Το Ένας Τζέντλεμαν στη Μόσχα», που μου το συνέστησε η υπέροχη Αλεξάνδρα Αυγερινού, διευθύντρια Επικοινωνίας των Εκδόσεων Διόπτρα. Είχε δίκιο. Μετά διάβασα πώς ο Κένεθ Μπράνα πήρε τα δικαιώματα για να το κάνει σίριαλ. Δικαίως… Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Εκδ. Διόπτρα
Σελ.: 416
Τιμή: €15,50