Το Καϊμακλί ήταν γνωστό για τους εργολάβους και τεχνίτες της πελεκητής πέτρας. Στο Καϊμακλί πήγαιναν για να μάθουν την τέχνη της πελεκητής πέτρας, κυρίως του πωρόλιθου, άτομα από όλη την Κύπρο. Ο πωρόλιθος μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί για το κτίσιμο βυζαντινών και μεσαιωνικών ναών, τειχών και κάστρων, δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων. Κύπριοι εργολάβοι και τεχνίτες εργάστηκαν ακόμη και στη Μ. Ασία κατά τον 19ο αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα κτίζοντας εκκλησίες. Στην πρωτεύουσα Λευκωσία υπάρχουν αντιπροσωπευτικά δείγματα της τέχνης τους, όπως λ.χ. ο ναός της Παναγίας Φανερωμένης, το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης, κυβερνητικά κτήρια της περιόδου της Αγγλοκρατίας, το κτήριο της Τράπεζας Κύπρου, τμήμα του οποίου στεγάζει το Πολιτιστικό Ίδρυμα και το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας, καθώς και οικίες, εκ των οποίων αρκετές νεοκλασικού ρυθμού. Για τους τεχνίτες που δεν κατάγονταν από το Καϊμακλί οι πληροφορίες είναι ισχνές, αλλά συμπληρώνουν το παζλ της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Ξενοφών Χριστοδούλου.

Ο Χριστοδούλου καταγόταν από τη Λακατάμια και σύμφωνα με τη δισέγγονή του Μαρία Κεντώνη ήταν από τους πιο άξιους τεχνίτες της εποχής του. Οι Άγγλοι μάλιστα τον ειχαν επιλέξει μαζί με τρεις άλλους για να ξανακτίσουν το κυβερνείο, μετά το κάψιμό του κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Ελλήνων της Κύπρου τον Οκτώβριο του 1931. Στο Προεδρικό υπάρχουν ακόμη στις τέσσερις υδρορροές σκαλισμένα τα πρόσωπα των τεχνιτών αυτών.

Ο Χριστοδούλου εργάστηκε στην ανοικοδόμηση της παλιάς εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Λακατάμια. Δικά του έργα ήταν η πέτρινη Αγία Τράπεζα και τα εξωτερικά ανάγλυφα από πωρόλιθο, καθώς επίσης ο λιθανάγλυφος διάκοσμος του παλιού κωδωνοστασίου, το οποίο κατεδαφίστηκε με αποτέλεσμα να διασκορπισθούν και να χαθούν τα μέλη του.

Έργο του μάστρε-Ξενοφού, είναι το πλινθόκτιστο σπίτι της οδού Μακαρίου 124 στη Λακατάμια, στο οποίο έζησαν τέσσερις γενιές της οικογένειάς του: ο ίδιος με τη σύζυγό του Ειρήνη (Σιερινιά), τα τρία παιδιά τους, η εγγονή του Ειρήνη Λογγίνου-Κεντώνη και τα παιδιά της, Μαρία και Αχιλλέας Κεντώνη.

Ο Χριστοδούλου εργάστηκε και στην Ιερά Μονή Κύκκου, καθώς επίσης για το κτίσιμο πολλών πετρόκτιστων σπιτιών στη Λευκωσία.

Απεβίωσε στις 15 Νοεμβρίου 1956, σε ηλικία 72 ετών. Έχει ταφεί σε οικογενειακό τάφο στο παλιό κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής. Στο ίδιο κοιμητήριο είναι θαμμένος και ένας άλλος σπουδαίος τεχνίτης, ο μάστρε-Νικηφόρος, του οποίου η προτομή μεταφέρθηκε από τον τάφο του, στο μουσείο κοντά στην παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

* O δρ Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου είναι Έφορος Ιστορικού Αρχείου Τράπεζας Κύπρου.