Τώρα τη βλέπεις. Τώρα όχι. Μοιάζει με τα τραγούδια της –είναι αίσθημα, αεράκι. Δεν πιάνεται. Πού είναι η Μonika; Εδώ, εκεί, στην Αθήνα, στο Λος Άντζελες, παντού. Γράφει τραγούδια. Moυσικές για θεατρικά. Βγάζει δίσκους. Νιώθει δυνατή και αληθινή. Τι είναι η Mοnika; Μια συνωμοσία. Δεν τη βλέπεις πάντα. Αλλά αν την πιστεύεις, υπάρχει.
Το πρώτο πράγμα που της λέω είναι «συγγνώμη, δεν κάνω πολλές συνεντεύξεις σε μουσικούς». «Μην ανησυχείς, εγώ δεν είμαι μουσικός», έρχεται αμέσως η απάντηση. Γελάμε. Ακούω τον πάγο από κάτω μας να τρίζει.
Η Monika είναι μικροκαμωμένη, πολύ γλυκιά, σχεδόν girly. Φοράει μαύρα, δερμάτινη φούστα, κοντά μποτάκια και T-shirt που –έκπληξη!– αφήνει έκθετα δύο γραμμωμένα μπράτσα. Παίζει τένις; Ναι. Και παρακολουθεί πολύ τένις –το προηγούμενο μόλις βράδυ ξαγρύπνησε για να δει κάποιο κρίσιμο ματς. Tης αρέσει ο Federer, αλλά τον τελευταίο καιρό είναι team Kyrgios, επειδή κατά βάση ο περισσότερος κόσμος είναι με τον νικητή, ενώ ο Νick Kyrgios «είναι αυτό το παράξενο τυπάκι που δεν το αγαπάνε όλοι». Και αυτό για τη Μonika αρκεί.
Άλλωστε, πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανε κάτι συνηθισμένο; Aκόμα και σήμερα, εννέα χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε ο πρώτος της δίσκος, το «Αvatar», και ο κόσμος έπεσε στα γόνατα για να προσκυνήσει αυτή τη μικρή ιέρεια της ελληνικής νεο-φολκ/ροκ σκηνής με την παράξενη σκοτεινιά στη φωνή, η Μοnika παραμένει «είδος αταξινόμητο». Ξέρεις, για παράδειγμα, πως δεν ανήκει στη mainstream πλευρά της μουσικής βιομηχανίας, παρότι μετέχει εκεί. Αλλά πάλι, ένας άνθρωπος που γεμίζει το Ηρώδειο, κάνει πλατινένιους δίσκους, sold out συναυλίες, καριέρα στην Αμερική, στη Γαλλία, δεν μπορεί να θεωρείται εναλλακτικός. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή της είχε πει «Θέλω να τα αλλάξω όλα». Το θέλει ακόμα;
«Nαι, και είμαι πια σε πάρα πολύ καλό δρόμο. Νιώθω πως έχω ξεπεράσει πολλές καταστάσεις που με κρατούσαν πίσω δημιουργικά. Ξέρεις, η επιτυχία συχνά σε δένει με σχοινιά, ανεβάζει τον πήχη, σου δημιουργεί ανασφάλειες. Λες “ως εδώ καλά, αλλά το επόμενο πράγμα που θα κάνω θα πετύχει;”. Μερικές φορές πρέπει να τραβηχτείς μακριά από τα φώτα, τον θόρυβο, την ανταπόκριση του κόσμου, για να κοιτάξεις μέσα σου και να δεις τι πραγματικά θες. Εγώ το έκανα αυτό. Αυτό το τελευταίο διάστημα που ζω στο Λος Άντζελες ήταν πολύ απελευθερωτικό. Βλέπεις, εκεί δεν με ξέρει κανείς, είμαι απλά ένα κορίτσι, ένα από τα χιλιάδες κορίτσια που γράφουν μουσική. Και αυτό με γύρισε πίσω στην αρχή, στην αφετηρία μου, με έκανε να νιώσω πάλι δημιουργική, να είμαι πιο ειλικρινής στη δουλειά μου. Γιατί το αγαπώ πάρα πολύ αυτό που κάνω και δεν θέλω να μην το κάνω με την καρδιά μου».
«Αυτό που κάνει» αυτή την εποχή είναι πολλά πράγματα. Έγραψε μουσική για ένα παιδικό θεατρικό, «Το κομμάτι» του Γιώργου Λεμπέση, που ανεβαίνει στο «Πάνθεον», στη Λευκωσία, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Ξενίδου («Διάβασα το κείμενο –και ήταν εκπληκτικό– κι επειδή είμαι πάρα πολύ μεγάλη fan των κινουμένων σχεδίων, αποφάσισα να το κάνω. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ συγκινητικό».) Προγραμματίζει επίσης μια σειρά από εμφανίσεις στην Κύπρο. Και ένα μεγάλο live στην Αθήνα, τον Ιούνιο. Πανηγυρικό. The best of Monika. Eν τω μεταξύ, ετοιμάζει τον τέταρτο δίσκο της με αγγλικό στίχο, που θα κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο τον χειμώνα, τον πρώτο της δίσκο μετά «Τα χρόνια της Αμερικής». («Όλα τα τραγούδια είναι έτσι ακριβώς όπως θα ήθελα να είναι. Έτσι ακριβώς ένιωθα όταν έγραφα το “Avatar”»).
Επίσης, έχει στα σκαριά έναν ακόμα δίσκο, στα ελληνικά (!), που τον γράφει τα καλοκαίρια. Παλιότερα, δίσταζε να αναμετρηθεί με τον ελληνικό στίχο, έλεγε πως «πρέπει να είσαι ποιητής για να το κάνεις». Γι’ αυτό δεν βιάζεται με αυτόν εδώ, θέλει το αίσθημά του να είναι πηγαίο, σχεδόν ακατέργαστο –σαν εκείνη τη φορά που οδηγούσε, της ήρθε στο μυαλό ένα ολόκληρο τραγούδι, σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και το έγραψε. «Περιμένω άλλες 5–6 τέτοιες μικρές στιγμές μέσα στον χρόνο…».
Ξέρει πως αυτό που της συμβαίνει είναι ένα σχιζοφρενικό παράδοξο; Κυκλοφόρησε τρεις δίσκους με αγγλικό στίχο στην Ελλάδα. Τώρα που ζει στην Αμερική, γράφει στα ελληνικά. Γελάει. «Τέτοιος άνθρωπος είμαι… Αντιδραστικός… Όταν ήμουν στην Ελλάδα, ο αγγλικός στίχος οριοθετούσε ένα σύμπαν διαφορετικό από την καθημερινότητά μου. Μετά, ζώντας στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, άκουγα ρεμπέτικα, Ξαρχάκο, Χατζιδάκι. Προφανώς επειδή αυτό μου έλειπε, ο ήχος, η μυρωδιά της ελληνικότητάς μου. Έπειτα, το να τρέχεις με το αυτοκίνητο σε μια παραλιακή λεωφόρο του Λος Άντζελες και ν’ ακούς τη “Λιλιπούπολη”, όταν οι άλλοι τριγύρω ακούνε χιπ χοπ, είναι κάπως σουρεαλιστικό. Κι εμένα αυτό με ιντριγκάρει. Με εμπνέει…».
Φωτο: Freedie F.
Από πέρυσι που ζει στην Αμερική, ο χρόνος της μοιράζεται με έναν εξίσου μη συμβατικό τρόπο: Δυο μήνες με ησυχία, διάβασμα, τένις, βόλτες, ποδήλατα, μουσική στ’ αυτιά. Μετά, τέσσερις μήνες δουλειάς non stop, από το πρωί ως το βράδυ, γράφοντας, ηχογραφώντας, κάνοντας περιοδείες, live εμφανίσεις, συνεντεύξεις. Διάλειμμα, ακινησία, διακοπές στην Ελλάδα. Και ύστερα πάλι, απανωτά ταξίδια στη Γαλλία, για το promo των δύο singles που ηχογράφησε από κοινού με τον Υuksek, τον superstar dj-παραγωγό του «Μake it Easy» και του «Βreak my Ηeart».
Μιλάει και σκέφτεσαι μια μηχανή που ξερνάει χιλιόμετρα, πινακίδες από νέον, ρόδες που καταπίνουν τον δρόμο, φώτα, κραυγές, χειροκροτήματα, ιδρωμένες συναυλιακές σκηνές. Και μετά σιωπή και ένα άδειο, κρύο δωμάτιο ξενοδοχείου. Διαφορετικό κάθε βράδυ. Ίδιο κάθε βράδυ. Δεν είναι μοναχική αυτή η ζωή; «Nαι, είναι. Όσο και αν ταξιδεύεις με την “οικογένειά” σου, τους μουσικούς, τους τεχνικούς σου, στο τέλος της ημέρας είσαι μόνος σου. Και είναι πιο δύσκολο όταν είσαι γυναίκα –οι άντρες το βλέπουν και λίγο διαφορετικά. Είναι μοναχικό και θα ήταν αβάσταχτο, αν δεν είχα έναν άνθρωπο να με περιμένει πίσω. Και τους φίλους μου. Και τους συγγενείς μου. Τους ανθρώπους που σε προσγειώνουν στην “κανονική” ζωή».
Το 2012, όταν μπήκε σε ένα αεροπλάνο και πέρασε τον Ατλαντικό, δεν είχε κανένα, δεν ήξερε κανένα, ήθελε να τα μάθει όλα. Λάτρεψε τη Νέα Υόρκη. Το Λος Άντζελες όχι τόσο στην αρχή. Πολύ φως, πολλή πλαστική χαρά, άπλετη, λουστραρισμένη επιφάνεια. «Με τον καιρό, βέβαια, επειδή ακριβώς το επίπεδο ζωής και η καθημερινότητα στην πόλη είναι τόσο όμορφα, μαθαίνεις να βάζεις στην άκρη τις καλλιτεχνικές σου αναστολές…». Αγάπησε τη γειτονιά της, δυο τρία μικρά καφέ, τις μακρινές βόλτες με το αυτοκίνητο, τις ατέλειωτες ποδηλατάδες («ξυπνάς και λες “σε ποιο βουνό θα πάω hiking σήμερα;”»), τα μουσεία, τις περίεργες φάτσες πίσω από τα ταμεία των super markets, την πολυπολιτισμική καρδιά της πόλης, που σε ρουφάει μέχρι να νιώσεις πως χάνεις τον εαυτό σου. Και το ηλιοβασίλεμα. «Το ηλιοβασίλεμα στο Λος Άντζελες είναι φανταστικό. Κινηματογραφικό».
Δεν ξέρει αν έχει αλλάξει πολύ η μετά-Trump Αμερική, λείπει εδώ και μήνες. «Νιώθω, πάντως, πως υπάρχει μια απογοήτευση. Οι φίλοι μου μου λένε “μείνε εκεί που είσαι”. Είναι κρίμα βέβαια, γιατί η Αμερική είναι αυτό το υπέροχο no man’s land, ένα χαμόγελο, μια υπόσχεση ευημερίας για όλους, “ιθαγενείς” και ξένους. Αν το χάσει αυτό, θα γίνει ένας ξερός, ανούσιος τόπος. Όπως και να ‘χει, δεν θέλω να γίνω Αμερικανάκι. Πάντα σκέφτομαι και λειτουργώ ελληνικά. Η Αμερική μπορεί να σε καταπιεί μες στην ευκολία της –η Ελλάδα είναι η μαγκιά».
Της λείπει η Ελλάδα όταν φεύγει –η χαρούμενη τρέλα, η αναρχία, το φως, η ενέργεια της Αθήνας. Τα χαμόγελα των ανθρώπων. Και η ελληνική κουζίνα («Ακόμα και το junk food εδώ είναι καλύτερο από οπουδήποτε αλλού!».) Νιώθει, πάντως, «πολίτης του κόσμου». Μόνο που ο κόσμος δεν είναι πια ένα οικείο μέρος. Ήταν στο Παρίσι, τη βραδιά του χτυπήματος στο Bataclan.
«Έτυχε να βρίσκομαι στη Γαλλία, γιατί προωθούσα τον δίσκο μου, έδινα συνεντεύξεις –μάλιστα, το πρωί εκείνης της ημέρας ήμουν στην εκπομπή του Νίκου Αλιάγα. Είχε έναν υπέροχο, ζεστό καιρό, μετά συναντήθηκα με τους φίλους μου, τους μουσικούς μου από την Αμερική που βρίσκονταν κι αυτοί στο Παρίσι για κάποιο live, κάναμε μια φανταστική βόλτα στη Μονμάρτη και καταλήξαμε στο club. Aυτοί με έσωσαν κατά κάποιο τρόπο –αν δεν ήταν εκεί, μάλλον θα πήγαινα στο Bataclan, για να ακούσω τους Eagles of Death Metal, που είναι μια από τις αγαπημένες μου μπάντες. Αλλά δεν πήγα. Μετά, με το που βγήκαμε από το club, βρήκα μήνυμα του Νίκου στο κινητό μου. “Πού είσαι; Είσαι καλά; Ανησυχώ. Αν τελείωσε το live, πάρε ένα ταξί και πήγαινε σπίτι, γίνεται χαμός στο Παρίσι”. Για να πω την αλήθεια, στην αρχή δεν το πήρα και πολύ στα σοβαρά, προχωρώντας όμως, ένιωθες μια αναστάτωση στον αέρα, έβλεπες ανθρώπους συνοφρυωμένους, σκυμμένους στα κινητά τους. Πέσαμε πάνω σε κάτι αστυνομικούς που μας έδιωξαν, κακήν κακώς καταφέραμε να μπούμε σε ένα ταξί και φύγαμε. Περνώντας από την Place de la Republique για να πάμε σπίτι, ακούγαμε φωνές, φασαρία, πυροβολισμούς. Ο κόσμος μας χτυπούσε το παράθυρο, γυναίκες με παιδιά, μας παρακαλούσαν να τους πάρουμε μαζί, μιλούσαμε διαρκώς με τους γονείς μας στα κινητά και κείνοι κλαίγανε. Ήταν τραγικό, εφιαλτικό. Μείναμε όλη τη νύχτα ξάγρυπνοι, μουδιασμένοι, κρεμασμένοι στις τηλεοράσεις μας, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι σήμαινε αυτό που είχε συμβεί. Νιώθαμε πως ήταν ένα χτύπημα –στην ελευθερία, στη δημοκρατία, στη ζωή, στην τέχνη. Γιατί τι μπορεί να σημαίνει η μουσική σε έναν τέτοιο, τραυματισμένο, αλλαγμένο κόσμο; Αναρωτιόμασταν και το επόμενο διάστημα, όταν δίναμε συναυλίες, στο Βέλγιο ή στο Παρίσι, σε μεγάλα φεστιβάλ, παρουσία αστυνομίας. Και εκεί και αλλού, ο φόβος είναι πια πάντα παρών, το θες δεν το θες, το Βataclan υπάρχει πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου, σου κλέβει κάτι από τη χαρά σου. Και μετά, σιγά σιγά, περνάει και μέσα στη μουσική. Στους στίχους σου. Στο όνομα που θα δώσεις στην μπάντα σου. Είναι τρομερό να φοβάσαι…».
Τα τελευταία χρόνια που εκείνη ταξιδεύει, η Ελλάδα ζει έναν άλλου είδους φόβο: τον οικονομικό φόβο. Και μια βία ανεκδήλωτη, υπόγεια. Τη νιώθει; «Φυσικά. Το βλέπω, το βιώνω καθημερινά. Παντού. Στις συζητήσεις, στα πρόσωπα των ανθρώπων, στην αγωνία τους, ακόμα και στον δρόμο. Όταν οδηγώ. Ο κόσμος έχει πάρα πολλή ένταση. Είναι δύσκολη εποχή, αλλά δυσκολίες υπάρχουν παντού. Και στη Γαλλία και στην Αμερική ζουν άνθρωποι που υποφέρουν, που αδικούνται. Εμένα, αν θες, με τρομάζει εξίσου η απομόνωση που βιώνουμε, χωμένος ο καθένας στο κινητό του, χωρίς να κοιτάζουμε γύρω μας, δίπλα μας ή ψηλά…». Έχει δίκιο, στο μετρό οι άνθρωποι δεν κοιτάζονται πια στα μάτια –το έχει παρατηρήσει; «Όχι. Έχω να μπω στο μετρό από το 2009. Δεν μπορώ να κινούμαι υπογείως, στο σκοτάδι. Έχω ανάγκη να βλέπω εικόνες. Γι’ αυτό κυκλοφορώ παντού με το ποδήλατο».
Η Μonika πάνω σε ρόδες είναι μια αληθινή Μonika. Έτσι κι αλλιώς, δύσκολα μπορεί να τη φανταστεί κανείς να μένει για πολύ καιρό σε ένα μέρος. Αλλά δεν είναι πια το κορίτσι-θαύμα της εναλλακτικής σκηνής, έκλεισε τα 30 –δεν θα ήθελε κάπως, κάποτε, να στήσει κάπου μια φωλιά; Να κάνει οικογένεια; Παιδιά; «Ναι, θα ήθελα να κάνω οικογένεια. Πολύ. Και άμεσα. Αλλά δεν θα ήθελα η οικογένειά μου να μου στερήσει τη μουσική μου –ιδανικά θα ήθελα να μπορούσα να τα συνδυάσω και τα δύο. Να βρίσκομαι παντού, και εδώ και εκεί. Μια φορά πέταξα από το Λος Άντζελες στην Αθήνα μόνο για ένα Σαββατοκύριακο. Έτσι, για να αποδείξω στον εαυτό μου και στους άλλους πως “να, δεν είμαι όσο μακριά νομίζετε”. Μετά, βέβαια, για μια βδομάδα ήμουνα χάλια…(γέλια)».
Φωτο: Eilon Paz
H ZΩΗ ΤΗΣ, OVER THE HILL
Θέλει να κάνει παιδιά, σιχαίνεται τα drugs, δεν είναι καταθλιπτική, δεν καίγεται δεμένη πάνω σε κάποιον αυτοκαταστροφικό ροκ μύθο –μήπως παραείναι κανονική; «Λες; Λες να είμαι βαρετή;». Γελάει. «Η αλήθεια είναι πως ώρες ώρες έχω κι εγώ τις μαύρες μου. Και η μουσική μου ακόμα, αν την ακούσεις προσεκτικά, θα δεις πως στο βάθος έχει μια σκοτεινιά, μια μελαγχολία. Αλλά δεν θέλω να είναι αυτό η ζωή μου, το βρίσκω, αν θες, καλύτερο, πιο ενδιαφέρον, να προσπαθώ να είμαι “φυσιολογική”…».
Η αλήθεια είναι πως η Μonika ξέρει πως πρέπει να ζει καλά. Γιατί η ζωή της είναι ένα δώρο. Πριν από πέντε χρόνια, παραλίγο να τη χάσει. Γύριζε από Σέριφο, σε ένα πλοιαράκι με φίλους, και το σκάφος τους ναυάγησε σε ανοιχτή θάλασσα… Τους βρήκαν πολύ αργότερα –εκείνη ήταν μισοπνιγμένη, κολλημένη σε ένα βράχο, λιπόθυμη. Επί εφτά ώρες κολυμπούσε και προσευχόταν. Και κολυμπούσε λίγο ακόμα. Και προσπαθούσε να μη σκέφτεται.
«Η μοναδική στιγμή που παραλίγο να λυγίσω ήταν όταν σκέφτηκα τους δικούς μου, το ποιος θα μάθαινε πρώτος τα κακά νέα αν πέθαινα και τι θα έκανε. Αυτό μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω». Τώρα; Το σκέφτεται καμιά φορά; «Όχι τόσο συχνά πια. Αλλά δεν θέλω να το ξεχάσω. Θέλω να θυμάμαι ακριβώς τι έζησα εκείνες τις ώρες». Όχι, μετά δεν χρειάστηκε να πάει σε ψυχολόγο για να διαχειριστεί το σοκ. Δεν έχει εφιάλτες. Κολυμπάει, όλα κανονικά. Ξαναμπήκε σε πλοίο. «Ίσως δεν είμαι πια τόσο ξένοιαστη όταν ταξιδεύω. Αυτό μόνο, τίποτ’ άλλο. Προσπάθησα πολύ να δω τη θετική πλευρά του πράγματος. Και η αλήθεια είναι πως μετά το ναυάγιο έγινα πάρα πολύ δυνατή. Ξεκαθάρισα τους ανθρώπους δίπλα μου, τους στόχους μου, τα θέλω μου. Αποφάσισα πως η ζωή είναι ωραία και πως θα ρουφάω κάθε στιγμή της. Δεν ήμουν έτσι πιο πριν. Εκείνα τα χρόνια, το ’13, το ’14, αποδείχτηκαν κομβικά στη ζωή μου. Ήταν λες και υποσυνείδητα προκάλεσα ή προσκάλεσα όλο αυτό που μου συνέβη, για να ξυπνήσω… Σκέψου πως εκείνη τη βδομάδα, για κάποιον άγνωστο λόγο, ήμουν πολύ χάλια ψυχολογικά. Μόλις είχα γυρίσει από Αμερική και είχα τις μαύρες μου, ένιωθα αδύναμη, δεν έτρωγα, ήθελα να κοιμάμαι συνέχεια –σαν να μην είχα δύναμη να ζήσω. Κι έγινε το ναυάγιο. Ήταν σαν κάποιος να μου έλεγε “ωραία λοιπόν, κοίτα να δεις τι πραγματικά μπορείς να αντέξεις”. Σαν να είχα ανάγκη από ένα σπρώξιμο, για να πάω μπροστά και να κάνω ακόμα πιο δυνατά, πιο σημαντικά πράγματα».
Γιατί δεν το έκανε νωρίτερα; Τι τη φόβιζε; «Δεν ξέρω. Ίσως το ότι ένιωθα πως έπρεπε να απολογούμαι διαρκώς για τις επιλογές μου. Δεν ήξερα πώς να αποδεχτώ και να διαχειριστώ αυτή την αδιάκοπη κριτική που συνεπάγεται κάθε έκθεση –ιδίως η έκθεση ενός καλλιτέχνη…». Λογικό. Ήταν πολύ μικρή όταν έπαψε να είναι η Μόνικα Χριστοδούλου, η μικρή αδελφή του Θανάση των Serpentines και έγινε η Monika. «Ναι, και όλα έγιναν πολύ γρήγορα, πολύ απότομα. Εγώ ήμουν απλά ένα κορίτσι που έκανε ό,τι έκανε επειδή περνούσε καλά. Δεν επιδίωκα τίποτα, ούτε ήθελα να αποδείξω τίποτα. Κυρίως, δεν ήθελα να αναγκαστώ να κάνω εκπτώσεις σε ό,τι ένιωθα. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό το τεράστιο κύμα ενθουσιασμού και επιτυχίας με έφερε μάλλον σε αμηχανία, μου γέννησε μια άρνηση. Δεν ήξερα αν πραγματικά το ήθελα, αν μπορούσα να ζήσω μ’ αυτό. Σκέψου πως την επόμενη μέρα μετά τη μεγάλη συναυλία μου στον Λυκαβηττό, πήγα στη σχολή μου, στο Μαθηματικό, κι έδωσα μάθημα…».
Αλλά αυτή η εποχή πέρασε πια. Τώρα ξέρει πως η μουσική είναι η ζωή της. Και βάζει στόχους, μικρά ή μεγάλα πρέπει στον δρόμο της. Σαν οδοδείκτες. «Από παιδί το έκανα αυτό. Μου αρέσει να έχω στόχους, να ξέρω πού θέλω να πάω και τι πρέπει να κάνω για να φτάσω ως εκεί. Φτιάχνω μεγάλα πλάνα και απαιτώ από όλους –και από τους συνεργάτες μου και από τον εαυτό μου– να τα τηρούν…». Η ίδια άλλωστε κινεί πλέον και το κομμάτι της δουλειάς της που είναι pure business, καλλιτεχνικές αποφάσεις, επιλογή συνεργατών, το promo της, η εικόνα της. «Εγώ επιλέγω τι θα κάνω, δεν επιτρέπω πια σε άλλους να χαράξουν την πορεία μου. Ακόμα και αν δεν μπορώ να πάρω όλες τις σωστές αποφάσεις για τον εαυτό μου, ξέρω πια να διαλέγω αυτούς που μπορούν να το κάνουν. Φίλους, συνεργάτες, συνοδοιπόρους. Ανθρώπους που, ακόμα και αν δεν πετύχουν όλα αυτά που θέλουμε, τουλάχιστον θα ξέρουν, θα ξέρουμε, πως έχουμε περάσει καλά στον δρόμο. Κάπως σαν να πήγες ένα ωραίο ταξίδι με τους κολλητούς σου. Ακόμα και αν δεν φτάσεις πουθενά στο τέλος, μπορείς να λες πως “εντάξει μωρέ, δεν πειράζει, ωραία περάσαμε”…».
Info: Η Monika θα εμφανιστεί στις 12/5 στο Θέατρο Ριάλτο (77777745) της Λεμεσού και στις 13/5 στο Red (22767711) της Λευκωσίας.