«Είστε γλυκύτατος!» νιώθω την ανάγκη να ομολογήσω στο τέλος της κουβέντας μας. Μου χαμογελάει μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική σεμνότητα των ανθρώπων που είναι χορτασμένοι από βραβεία, από δημιουργία, από μεγάλες στιγμές. Μέσα στον καθημερινό συρφετό με τις πομπώδεις δηλώσεις, τη reality φρενίτιδα και τον γενικότερο παροξυσμό, μοιάζει σχεδόν απόκοσμος, εξωπραγματικός. Με τρώει να μάθω πώς αισθάνεται κάποιος που έχει διανύσει μια τόσο εμπνευσμένη διαδρομή.
«Αισθάνεστε μεγάλος; Και δεν εννοώ σε ηλικία…», τον προλαβαίνω. Γελάει. «Όταν αρχίσουν να σε βραβεύουν, δεν είναι καλό σημάδι. Είναι σαν να σου λένε “άντε, φτάνει πια, άσε και κανέναν άλλο να δημιουργήσει”». Όση ώρα μιλάμε κρέμομαι απ’ το στόμα του. Είναι από εκείνα τ’ άτομα που αποπνέουν άθελά τους έναν ερωτισμό, χωρίς να το επιδιώκουν. Πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Σκέφτομαι. Η περιέργειά μου ικανοποιείται όταν ρωτάω αν τον φοβίζει το πέρασμα του χρόνου. «Ο χρόνος δεν πρέπει να είναι συνυφασμένος με το αν είμαστε ερωτεύσιμοι… Αυτό είναι ένα κενό που πρέπει να το ξεπερνάμε. Τον χρόνο πρέπει να τον δεις στην άλλη του διάσταση. Εάν είναι παραγωγικός, εάν υπάρχει η δημιουργική ικανότητα. Όσο μπορείς να δημιουργείς, ο χρόνος δεν τελειώνει…». Εντυπωσιάζομαι. Εσείς νιώθετε δημιουργικός; «Θέλω να κάνω χίλια πράγματα ακόμη!». Για παράδειγμα; «Έχω κάνει τέσσερις φορές την “Οδύσσεια”. Σε μπαλέτο, όταν εγκαινιάσαμε το Δημοτικό Θέατρο του Παρισιού, στο Ηρώδειο με τον Νίκο Χαραλάμπους… Η “Οδύσσεια” είναι πάντα κοντά μου! Δεν φεύγει. Έχουν μαζευτεί ένα σωρό μουσικές… Ένα σωρό παρτιτούρες…». Καθώς μου μιλάει μοιάζει να μεταμορφώνεται σε μικρό παιδάκι που ετοιμάζεται για μεγάλο ταξίδι. Κι είναι γεμάτο ενθουσιασμό. «Θέλω λοιπόν να κάνω μια συναυλία με μουσικές, τραγούδια πολλά, χορωδίες… Τον Κύκλωπα να βγαίνει στη σκηνή, γεμάτος χαρά, με το ένα του μάτι, και να τρώει ανθρώπους!» Σκάω στα γέλια. «Η “Οδύσσεια” με φέρνει ξανά στην παιδική μου ηλικία».
Το πάμε λοιπόν απ’ την αρχή της κουβέντας μας, που μύριζε λεμονανθούς και είχε να κάνει με «ψαρανθρώπους». «Αυτή η αίσθηση της θάλασσας! Με το που έμπαινε ο Απρίλης καβαλούσαμε τα ποδήλατα και βουτούσαμε σαν τρελοί στο νερό. Και έπειτα βουρ στο σχολείο με τις αλμύρες, δεν μας ένοιαζε τίποτα. Πέρασα ένα μεγάλο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας μέσα στα τείχη. Το σπίτι μου ήταν δίπλα στα τείχη της Αμμοχώστου. Θυμάμαι τη γιαγιά, πόσο της άρεσε να κάνουμε βόλτα στην παλιά πόλη. Πηγαίναμε να φάμε λουκουμάδες στον τουρκομαχαλά και έκοβε κουβέντες με τον κόσμο σε άπταιστα τουρκικά, εμείς γρι δεν καταλαβαίναμε. Αισθανόταν όμορφα, γιατί θυμόταν τα παλιά. Η μάνα μου ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Έφυγαν νύχτα απ’ τη Χίο, όταν τους κουβάλησαν Τούρκοι δουλέμποροι με τα καραβάκια τους. Η αγγλική κυβέρνηση τους έδωσε τότε ένα σπίτι στο Λεονάρισσο. Ο πατέρας μου άκουσε για την όμορφη προσφυγοπούλα… Αυτός απ’ την Πιτσιλιά, από κείνους τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους που δούλευαν με τη γη, με το χώμα. Μόλις έκλεισε τα δώδεκα, ο παππούς του είπε “άντε, τώρα που μεγάλωσες, είναι καιρός να κατεβείς στην πόλη να δουλέψεις”. Ήταν συνηθισμένη αυτή η σκληράδα τότε. Στα δεκαεφτά τους θεωρούνταν άντρες έτοιμοι για παντρειά και οικογένεια. Μαζί μας ζούσε και η θεία μου. Ήταν παντρεμένη μ’ έναν καπετάνιο, που την εγκατέλειψε με δυο παιδιά. Ο πατέρας μου βρέθηκε ξαφνικά με μια οικογένεια προσφύγων, να δουλεύει για να ταΐζει τόσα στόματα, και το θεωρούσε απόλυτα φυσιολογικό. Το πιο συγκινητικό συνέβη όταν έμαθαν οι χωριανοί ότι κατεβαίνει η πεθερά να γνωρίσει τη νύφη και την προίκα της. Οι κάτοικοι του Λεονάρισσου μαζεύουν πιατικά, σεντόνια, ασπρόρουχα και την ετοιμάζουν να την παντρέψουν σαν δικό τους άνθρωπο.
Δίνω σινιάλο και κάνουμε βαλίτσες για Παρίσι. Το βλέμμα του εκπέμπει τη σπιρτάδα του έφηβου που προσγειώθηκε στα ‘60s στην «πόλη του φωτός». «Το Παρίσι του ’63 ήταν το Παρίσι της Belle Epoque. Με τα art deco λεωφορεία, που τρέχεις, ανοίγουν την πόρτα και πετάγεσαι μέσα, τους ζωγράφους στο Quartier Latin, τα ερωτευμένα ζευγάρια στον Σηκουάνα, την απίστευτη ελευθερία στο ντύσιμο –θες να φορέσεις κρινολίνο, απλά το κάνεις– ο καθένας διαμορφώνει το δικό του, ιδιαίτερο στιλ. Ένα υπέροχο Παρίσι, με τον αέρα της απελευθέρωσης να πνέει παντού, την ερωτική διάθεση να είναι διάχυτη, τις ιδέες των Γερμανών φιλοσόφων Μαρκούζε, Αντόρνο κ.ά. να φουντώνουν στα παριζιάνικα καφέ, τους Έλληνες αντιστασιακούς να συζητούν ώρες ατέλειωτες… Κι εγώ ένας χαμένος Βαρωσιώτης, ένα χαμένο πλάσμα σε μια πόλη άκρως ερωτική, να προσπαθεί να ταξινομήσει το χάος. Οι οικονομικές δυσκολίες με οδήγησαν στα χοροδιδασκαλεία. Εκεί άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου. Έπαιζα πιάνο. Μπήκα λοιπόν σ’ έναν κόσμο φανταχτερό, υπέροχο! Με μπαλαρίνες, χορευτές, ανθρώπους χωρίς ταμπού, όπου το ωραίο ήταν αποδεχτό… Με μάγεψε η επαφή με το συνάφι αυτό. Και είχα την τύχη να γνωρίσω καταπληκτικούς ανθρώπους. Όπως την Μπέτι Τζόουνς, την πρώτη χορεύτρια του Χοσέ Λιμόν, τη Μάρτα Γκράχαμ… Αυτή ήταν το κάτι άλλο! Καθόταν δίπλα μου στο πιάνο, χτυπούσε τα μπάσα, μου χαλούσε τη μουσική μου. Αλλά τι σημασία είχε; Ήταν η Μάρτα Γκράχαμ! Όταν το όνομά μου άρχισε να κυκλοφορεί στο «Pariscope», μπήκα στον κύκλο του θεάτρου. Τότε έγραψα μουσική για τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, τις «Εκκλησιάζουσες», που έκαναν τρελή επιτυχία, έγραψα μουσικές για Μολιέρο, και έτσι κατέληξα στην Κομεντί Φρανσέζ».
Είχατε συναίσθηση τότε του τι ακριβώς κάνατε; «Όχι, δεν καταλάβαινα τα μεγέθη. Μόνο όταν ο Ροζέ Μιλιέξ –υπέροχος άνθρωπος, που βοήθησε με τη γυναίκα του την Τατιάνα πολλούς καλλιτέχνες– σάλταρε ακούγοντας ότι ένας Κύπριος φτιάχνει μουσικές για την Κομεντί Φρανσέζ και έγραψε ένα άρθρο για μένα, εδώ στο νησί. Μια μέρα μάλιστα, όταν ήρθε ο διευθυντής του θεάτρου, ο Πιέρ Ντουξ, ν’ ακούσει τι κάναμε, προσπαθούσε να διαβάσει το όνομα για τη μουσική και δεν τα κατάφερνε. Λέει τότε: “Ας ακούσουμε κυπριακή μουσική για τον Μολιέρο. Αν είναι δυνατόν!” Ευτυχώς όλα πήγαν καλά». Βγάζει έναν ετεροχρονισμένο στεναγμό ανακούφισης. «Τόσο καλά, λοιπόν, ώστε αυτή τη στιγμή έχω την τιμή να απολαμβάνω τον καφέ μου μ’ έναν Ιππότη των Τεχνών και των Γραμμάτων. Κι αυτό τον τίτλο τον κατακτήσατε μόλις στα 27 σας». «Θα σου πω μόνο τι είπε ο Μινωτής, όταν στην προσπάθειά μου να εργαστώ στην Ελλάδα, το ανέφερα κι αυτό στο βιογραφικό μου. “Ε, καλά τώρα, εκεί στη Γαλλία όλοι είναι ιππότες”». Λύνομαι στα γέλια καθώς προσποιείται το απαξιωτικό ύφος του Μινωτή. «Για τα μεγέθη της Ελλάδας ήσασταν πολύ μικρός. Άσχετα εάν είχατε γράψει ήδη μουσική για τον Ιονέσκο… ». «Πολλά πράγματα γίνονται τυχαία». Πώς έγινε αυτό; «Σ’ ένα σεμινάριο όπου δίδασκα τους ηθοποιούς μουσική βρέθηκα με τον σκηνοθέτη Zακ Μονκλέρ. Δυο χρόνια μετά, με θυμήθηκε και με κάλεσε να γράψω τη μουσική στον “Μακμπέτ”. Παρών στις πρόβες ήταν και ο Ιονέσκο». Διψώ να μάθω για τον θεμελιωτή του Θεάτρου του Παραλόγου. «Ερχόταν πάντα με τη γυναίκα του, που ήταν μικρόσωμη και την έλεγαν Ροντίκα. Είχε καταγωγή από τη Ρουμανία. Καθόταν αμίλητος, μουτρωμένος, και δάγκωνε συνεχώς τη γλώσσα του. Μια μέρα λοιπόν, αφού είχαν μισοτελειώσει σκηνικά και μουσική, του λέει ο σκηνοθέτης: “Δάσκαλε, πώς σας φαίνεται η παράσταση;”. “Χάλια! Όλα είναι χάλια!” λέει αυτός. “Και πού τον βρήκατε αυτόν τον μουσικό που ούτε το όνομά του δεν μπορώ να προφέρω; Χάθηκαν οι Γάλλοι;”. Να πεθάνω εγώ! Ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κοιτάω απεγνωσμένα τον σκηνοθέτη, που μου κάνει νόημα ν’ αφήσω τα πράγματα να ησυχάσουν. Σε κάποια στιγμή, αποφασίζει η Ροντίκα να φύγει. Ο Ζακ Μονκλέρ βάζει τότε σ’ ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο και το πάει στον Ιονέσκο. Άσπρο πάτο αυτός. Περνάει λίγη ώρα και τον ρωτάει ξανά: “Πώς σας φαίνεται, δάσκαλε, η πρόβα;”. “Έξοχα όλα! Έξοχα!” απαντάει αυτός. “Kαι αυτόν τον μουσικό πού τον βρήκατε; Μα είναι καταπληκτικός! Υπέροχος!”. Του είχε αρέσει όντως, αφού για μια δεκαετία, είχε ζητήσει να παίζεται το έργο με αυτή τη μουσική. Κάναμε επίσης “Αυτό το καταπληκτικό παλιόσπιτο” μαζί».
Αφήσατε όμως τη Γαλλία, που σας τίμησε, και επιλέξατε την Ελλάδα, η οποία τότε σας αμφισβήτησε… Χαμογελάει. «Ήταν οι συγκυρίες τέτοιες». Δηλαδή; «Το καλοκαίρι του ’74 έκανα πρόβες με τη Συμφωνική του ΡΙΚ, για μια συναυλία στην Κύπρο, όταν με ξύπνησε η μάνα μου ένα πρωινό αλαφιασμένη, λέγοντάς μου ότι μπήκαν οι Τούρκοι στο νησί. Σφραγίσαμε τα παράθυρα και μείναμε περίπου 36 ώρες παγιδευμένοι στο σπίτι. Έπεφταν βροχή οι όλμοι. Η Εθνοφρουρά χτυπούσε από τη μία και οι Τούρκοι από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση των πυρών. Τότε είχα καταλάβει τι πάει να πει ωστικό κύμα. Μόλις έγινε η εκεχειρία, έριξε η μάνα μου, που ήξερε από προσφυγιά, σ’ έναν μπόγο λίγα τρόφιμα, και φύγαμε σαν τους τρελούς. Μετά απ’ αυτό δεν άντεχα να είμαι στο Παρίσι. Να νιώθω ότι οι δικοί μου υποφέρουν και εγώ να κάθομαι ν’ ασχολούμαι με τους Γάλλους, που καίγονταν για μόδα, φρου-φρου κι αρώματα. Ήθελα κάτι πιο ουσιαστικό για να μπορέσω να κρατηθώ».
Μάζεψε έτσι τη ζωή του και προσγειώθηκε στην Αθήνα, όταν έπεσε τηλεφώνημα απ’ τον Μάνο Χατζιδάκι για το Τρίτο Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου της ΕΡΤ. Τα πράγματα όμως δεν ήταν καθόλου όπως τα περίμενε. «Όταν πήγα να τον συναντήσω, μου είπε ότι δεν υποσχέθηκε τίποτα και ότι δεν θυμόταν να είχε πάρει κανένα τηλέφωνο. Τότε υπήρχαν φοβεροί ανταγωνισμοί και ίντριγκες στην ΕΡΤ. Εγώ, ξένος απ’ τη Γαλλία, μ’ έβλεπαν καχύποπτα. Κάθε φορά που ζητούσα να τον δω, δεν με δεχόταν. Τα πράγματα ήταν τραγικά. Μέχρι που μπήκε στη μέση ο πρόεδρος της ΕΡΤ, που ήταν στα τσακώματα με τον Χατζιδάκι, κι αποφάσισε να με προσλάβει, απλά και μόνο για να τον εκδικηθεί. Αργότερα, όταν κάναμε τις «Ικέτιδες», είχε δει την παράσταση και μου είπε “Έκανα μεγάλο λάθος για σας, σας ζητάω συγγνώμη”».
Οι «Ικέτιδες» ξεσήκωσαν αντιδράσεις τότε, θεωρήθηκε πολύ επαναστατική παράσταση. Οι εφημερίδες έγραφαν ότι είναι ιεροσυλία ν’ ανεβαίνει αρχαία τραγωδία χωρίς ένα βωμό στην ορχήστρα, χωρίς χλαμύδες, με στρατιωτικά ρούχα. «Είχαν ταιριάξει τα χνώτα μας με τον Νίκο Χαραλάμπους και τον Εύη Γαβριηλίδη. Βεβαίως τις ισορροπίες κρατούσε πάντα ο Εύης, σ’ εκείνες τις μοναδικές στιγμές που ο Νίκος κάπνιζε σαν φουγάρο και τραβούσε τις τρίχες απ’ την αφάνα του». Μπήκε με τα μπούνια στην αρχαία τραγωδία όταν του ζήτησε ο Κουν να γράψει μουσική για ν’ ανεβάσουν «Ορέστεια». «Ο Αισχύλος ήταν για μένα η μεγαλύτερη αποκάλυψη. Ο τύπος είναι μεγαλοφυία. Τι κάνει λοιπόν αυτός ο κερατάς ο Αισχύλος; Γράφει παρτιτούρες με τους στίχους. Διάβαζα το κείμενο στα αρχαία και η μουσική γεννιόταν μέσα απ’ τις λέξεις. Καταφέρνει να σου γεννά ήχους μέσα από την κορύφωση των συναισθημάτων. Αυτή είναι η κάθαρση».
Ο Κάρολος Κουν τον είχε ανακαλύψει μετά τον «Αττίλα 74», που είχε κάνει με τον Μιχάλη Κακογιάννη, o οποίος τον πάντρεψε κιόλας με τη Νίκη Κατσαούνη. «Πήγαμε σε μια ρώσικη εκκλησία στο Παρίσι, όπου βέβαια δεν καταλαβαίναμε γρι τι έλεγε ο ιερέας. Εμένα μου άρεσε πολύ, υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια. Ο κουμπάρος κρατούσε δυο κορώνες πάνω απ’ τα κεφάλια των νεονύμφων, όπου βέβαια ο Μιχάλης βαριότανε θανάσιμα και μου ψιθύριζε διάφορα στ’ αυτί, σχολιάζοντας τη γενειάδα του ιερέα και ένα σωρό άλλα, “σίγουρα τη φτιάχνει στο κομμωτήριο”, επέμενε. Όταν βγήκαμε δε, γυρνάει και μου λέει “Και να ξέρεις, όσους έχω παντρέψει χωρίσανε”».
Του ζητώ να μου μιλήσει για τον έρωτα. «Άλλου είδους περιοδικά μου θυμίζουν αυτές οι ερωτήσεις» μου λέει γελώντας, με ελαφριά συστολή. Δεν μου χαλάει όμως το χατήρι. «Λοιπόν… Ο έρωτας σε βγάζει από τον εαυτό σου, είναι μια καταπληκτική εμπειρία. Αν δεν την περάσεις, είσαι ανήμπορος, είσαι ένας άνθρωπος τραυματισμένος, ανολοκλήρωτος. Κι αν δεν έχεις την ικανότητα να ερωτεύεσαι, θα παγιδευτείς μέσα στον ναρκισσισμό σου. Ο δημιουργός έχει μέσα του τον καταστροφέα. Πρέπει να καταστρέφεις για να μπορείς ν’ αναδημιουργείς». Ρωτώ για τις γυναίκες της ζωής του. «Η Νίκη θα είναι πάντα κομμάτι της ζωής μου. Είναι η μάνα του γιου μου και θα είναι πάντα κοντά μου, όπως κι εγώ κοντά της. Όσο για την Ασπασία… Είναι κάποιες στιγμές που αισθάνεσαι ότι τα πράγματα πάνε προς τα κάτω. Και θέλεις ένα στήριγμα… Έναν άνθρωπο να σε κάνει να νιώσεις ότι γεννιέσαι ξανά. Αυτός ο άνθρωπος είναι η Ασπασία Τζιτζικάκη για μένα».
Θυμάμαι μια υπέροχη εικόνα, η οποία μου κόλλησε από ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ο ίδιος δημιουργούσε μουσική μ’ ένα άδειο μπουκάλι του κρασιού, ενώ ο γιος του έπαιζε φλάουτο. «Μπήκε και αυτός στο λούκι της μουσικής. Έχει απίστευτες ευκολίες, περισσότερες από ό,τι είχα εγώ στην ηλικία του. Είναι φοβερά ταλαντούχος! Ζωγραφίζει υπέροχα, κάνει εφέ για τον κινηματογράφο, digital animation…». Ρωτώ για τη σχέση τους. «Έχουμε μια πολύ ωραία σχέση, η οποία ενίοτε γίνεται και ανταγωνιστική. Όταν του εξομολογούμαι ότι βαρέθηκα τη μουσική, μου λέει “το κοινό σου να δεις πόσο σε βαρέθηκε”». Σκάει στα γέλια. Μου μιλάει και για την κόρη του, που εμφανίστηκε μια μέρα τελείως ξαφνικά στη ζωή του. Απομεινάρι του διάχυτου ερωτισμού στο Παρίσι. «Αγνοούσα την ύπαρξή της. Ήταν σοκαριστικό! Η μικρή είναι τελείως ανεξάρτητη. Έχει φοβερή δύναμη αυτό το κορίτσι… Και μου μοιάζει πολύ!».
Μου λέει ότι στάθηκε τυχερός στη ζωή του, γιατί γνώρισε πολλούς ανθρώπους… Ωραίους, περίεργους, ενδιαφέροντες. Για να καταλήξουμε στους Έλληνες. «Είναι αυτό που λέμε “Έλληνες αεί παίδες”. Μέχρι τα 20 τους περνούν μια προεφηβική ηλικία, από τα 20 μέχρι τα 40 μπαίνουν στην εφηβεία, ενώ από τα 40 και μετά βρίσκονται σε μια μόνιμη μετεφηβική κατάσταση. Στην ωριμότητα δεν φτάνουν ποτέ. Είναι ένας περίεργος λαός, που παθιάζεται, γεύεται τα πάντα και ζει με τον αυθορμητισμό ενός παιδιού. Αυτή είναι η τρυφερή, η ωραία τους πλευρά. Υπάρχει όμως και η άλλη, η έλλειψη σοβαρότητας και η επιπολαιότητα. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα του σήμερα». Μιλώντας και για τα απλά, τα μικρά, τ’ ανεκτίμητα, με ταξιδεύει στο Αιγαίο του Ελύτη… «Λέει σε κάποια στιγμή ο μεγάλος ποιητής “Σύρετέ μου στα μάτια ένα δελφίνι / Στα μάτια ένα δελφίνι σύρετέ μου / να ‘ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να ‘ναι η ώρα έντεκα!”. Έχεις βρεθεί ποτέ στο Αιγαίο η ώρα 11; Την ώρα που ο ήλιος κάνει παιχνίδια με τη θάλασσα; Για μένα το Αιγαίο είναι το όγδοο θαύμα!». Επιλέγω να κρατήσω αυτή τη μαγική εικόνα. «Είστε γλυκύτατος!» του εξομολογούμαι καθώς τον χαιρετάω. Φεύγοντας βρίσκομαι ήδη στο Αιγαίο… Στιγμές που μαζεύτηκαν χρόνια τώρα. Και να, είναι η ώρα έντεκα.
Info: Πρόσφατα παρουσιάστηκε και ο ψηφιακός δίσκος «Η 9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη, σε μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια απ’ τον θάνατο του ποιητή.