Η Μαρία Λοϊζίδου, ο Σωκράτης Σωκράτους και ο Θεόδουλος Γρηγορίου, εμπνευστές των δυο εικαστικών δημιουργιών που έχουν εμπλουτίσει το κτήριο του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, μιλούν για τα έργα τους και τη σχέση που αναπτύσσουν με τον χρόνο, την ιστορία, τη μνήμη και το θέατρο.
Από τις 6 του περασμένου Μάη το κτήριο του ΘΟΚ εμπλουτίστηκε με δυο εικαστικές δημιουργίες: Στην εξωτερική όψη του προβάλλει το έργο «Κύτταρο / Μετάλλαξη – Σκηνή Α» του Θεόδουλου Γρηγορίου. Προχωρώντας στο εσωτερικό, την προσοχή σου τραβά το έργο «Η Μνημοσύνη και ο Υποβολέας, εγώ είμαι το μνημείο» των εικαστικών Μαρίας Λοϊζίδου και Σωκράτη Σωκράτους, το οποίο έγινε με την υποστήριξη του αρχιτέκτονα Σωκράτη Στρατή. Η εγκατάσταση που παραπέμπει σε μια μεγάλη σκηνή είναι τοποθετημένη στο εσωτερικό τρίγωνο μεταξύ φουαγιέ, κεντρικής σκηνής και γραφείων.
Η Μαρία Λοϊζίδου και ο Σωκράτης Σωκράτους επέλεξαν ως πρωταγωνιστή στο έργο τους τον αφανή ήρωα μιας παράστασης: Τον υποβολέα, τον άνθρωπο που υπενθυμίζει τις λέξεις στον ηθοποιό χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται. «Συμβολίζει τη μνημοσύνη. Είναι αυτός που ενώνει κρίκους, συντηρώντας την αλυσίδα γεγονότων και σχέσεων. Έναν μηχανισμό που υπενθυμίζει τις λέξεις προκειμένου ο ηθοποιός να μπορέσει να δανείσει το σώμα του στο κείμενο. Σχολιάζει την πρακτική του ανθρώπου να θυμάται. Βασίζεται, δηλαδή, στον μνημονικό κανόνα αντιστοίχισης μεταξύ θέσεων και πραγμάτων.
Η τέχνη της μνήμης, το μνημονικό θέατρο και η ίδια η μνημοτεχνική, όπως αναπτύχθηκε από την αρχαιότητα ως σήμερα, αποτελεί τον πυρήνα της πρότασης», εξηγούν οι εμπνευστές του έργου. «Η γλυπτική εγκατάσταση “Η Μνημοσύνη και ο Υποβολέας, εγώ είμαι το μνημείο” συνδέει στοιχεία της θεατρικής δράσης, όπως αυτά του λόγου και της μνήμης αλλά και της σκηνής, μαζί με αυτά του κτηρίου που τη φιλοξενεί».
Βασικά, προτείνουν μια τρίτη σκηνή στον χώρο του ΘΟΚ, αυτή που επιτρέπει στον καθένα από τους επισκέπτες να φανταστεί τη δική του θέση στη σκηνή, να θυμηθεί τα δικά του πράγματα προκειμένου να συντάξει τη δική του ιστορία. «Ο επισκέπτης, συνδέοντας θέσεις και εικόνες, αντιλαμβάνεται την πρόταση ως ένα είδος μνημονικής συσκευής. Παρά τον μνημειακό της χαρακτήρα, η γλυπτική εγκατάσταση παραπέμπει στο εφήμερο ενός πλαισίου, μιας κατασκευής παροδικής που στήθηκε απαντώντας στις ανάγκες μιας παράστασης, που υπακούει στις ανάγκες του χώρου και προσφέρεται γενναιόδωρα στη φιλοξενία του συμβάντος».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στον διάλογο που αναπτύσσει το έργο με την αρχιτεκτονική του κτηρίου, συνδέοντας με αυτό στοιχεία της θεατρικής δράσης που διαδραματίζεται εντός του. Υφαίνοντας μεταξύ κάθετων και οριζόντιων αξόνων, δημιουργεί επίπεδα σε διαφορετικά ύψη. Τα επίπεδα αυτά δημιουργούν μια αυτοσχέδια σκηνή στο κέντρο του χώρου.
«Δημιουργείται στον επισκέπτη ένα συναίσθημα που αναδύεται από τη σχέση μεταξύ ενός πράγματος και τη θέση του. Ο θεατής, από τη στιγμή της εισόδου του αντιλαμβάνεται την ύπαρξη μιας άλλης σκηνής. Διακρίνει σταδιακά τα επιμέρους κομμάτια ενός γλυπτού αρχίζοντας από το χέρι, τη χειραψία που απλώνεται μπροστά του για να τον καλωσορίσει, να τον δεξιωθεί. Προσκαλείται να πλησιάσει και αντιλαμβάνεται ότι ακολουθούν πολλά άλλα γλυπτά, μέρη ενός σώματος. Οδηγείται να περιπλανηθεί στον χώρο, να επισκεφτεί τους ορόφους ανακαλύπτοντας διαδοχικά κάτι άλλο, το άλλο αντικείμενο, την άλλη πλευρά του. Οι πιθανότητες ορατότητας είναι άπειρες. Η διαδοχική νοητική επίσκεψη των επιμέρους χώρων και των αντικειμένων που βρίσκονται σ’ αυτούς, ενεργοποιεί τη μνήμη. Ο επισκέπτης κινείται στον χώρο και αρθρώνει λόγο εντοπίζοντας τις θέσεις που εναπόθεσε τις λέξεις του».
Η συνεργασία ανάμεσα στους δυο εικαστικούς προέκυψε, όπως εξηγούν, μέσα από μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και θαυμασμού απέναντι στη δουλειά τους και στη στάση ζωής της καθημερινότητάς τους. «Ως δύο εικαστικοί με εμπειρία σε θέματα υλικότητας, εργαστήκαμε μαζί με τον αρχιτέκτονα Σωκράτη Στρατή, όλο αυτό το διάστημα της παραγωγής του έργου, ανταλλάσσοντας ιδέες και γνώσεις. Μας ενδιέφερε να αναπτύξουμε μηχανισμούς που εξασφαλίζουν, και κυρίως συντηρούν, τις ποιότητες της συλλογικής εργασίας προκειμένου να αποδώσουμε ένα ενιαίο έργο».
Ο διαγωνισμός για τα έργα του ΘΟΚ προκηρύχθηκε και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας και των lockdown. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν, όπως λένε, συνίσταντο στο πώς να χειριστούν την απαγόρευση της φυσικής συνύπαρξής τους στον ίδιο χώρο, αλλά και στα εργαστήρια του εξωτερικού.
«Με τη συμβολή εξαίρετων συνεργατών, καταφέραμε να έχουμε τη συνεργασία ανθρώπων που μπορούσαμε να εμπιστευθούμε, αλλά και εκείνοι ήταν σε θέση να μας αντικαταστήσουν όπου αυτό επιβαλλόταν λόγω των απαγορευτικών μέτρων. Εκπτώσεις δεχτήκαμε μόνο στη μείωση της αμοιβής μας, χωρίς να επιτρέψουμε καμία άλλη έκπτωση στο αποτέλεσμα του έργου». Εργάστηκαν όλοι με ζήλο και πολλοί από τους συνεργάτες αφιέρωσαν πολύ χρόνο, με σεβασμό και αφοσίωση, στην προσπάθειά τους να αντεπεξέλθουν των δυσκολιών της πανδημίας. «Τελειώσαμε μέσα στα πλαίσια του αρχικού χρονοδιαγράμματος, αντλώντας κουράγιο από τις ίδιες τις επιλογές μας. Το αποτέλεσμα αποτελεί τη συνέργεια πολλών ανθρώπων, την τεχνογνωσία εργαστηρίων με έμπειρους τεχνικούς και τη χρήση νέων οικολογικών υλικών, όπως το ανακυκλωμένο πλαστικό από ναυτιλιακά απορρίμματα που αξιοποιήθηκαν κάνοντας πράξη τη βιωσιμότητα στην τέχνη».
Σχετικά με τη σημασία της ανάδειξης έργων τέχνης σε δημόσιους χώρους, επισημαίνουν τη «δημοκρατική συνθήκη της προσβασιμότητας όλων των ανθρώπων στην τέχνη». Σχολιάζουν επίσης το γεγονός ότι, με την προκήρυξη του διαγωνισμού του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, ενεργοποιήθηκε η νομοθεσία του 1% για εμπλουτισμό των δημόσιων κτηρίων με έργα τέχνης, η οποία βρισκόταν σε αδράνεια για πολλά χρόνια στην Κύπρο. Με την πρωτοβουλία αυτή, ο ΘΟΚ επέτρεψε την προκήρυξη 21 νέων ευρωπαϊκών διαγωνισμών για την τοποθέτηση έργων τέχνης σε δημόσιο χώρο.
ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Επιστρώσεις του χρόνου
Στο έργο «Κύτταρο / Μετάλλαξη – Σκηνή Α», το οποίο προβάλλει στην πρόσοψη του κτηρίου του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, διακρίνονται τμήματα προσώπων και μορφών τοποθετημένα σε μια σφαίρα από κυψέλες-κύτταρα. «Στο έργο μου χρησιμοποιώ ως κύτταρα δόμησης πρωτογενείς διαχρονικές φόρμες –σφαίρα, κύβος, κώνος–, απαλλαγμένες από χρονική και τοπική καταγωγή ή πατρότητα», σημειώνει ο Θεόδουλος Γρηγορίου.
«Πρωτογενή, ουδέτερα υλικά όπως τσιμέντο, μέταλλο, άλλοτε γυαλί, μεταλλογενή πετρώματα και οξείδια, ή μέρη και θραύσματα αρχαιολογικών ευρημάτων, τα οποία έχουν ως στόχο να προσδιορίσουν την έννοια “επιστρώσεις του χρόνου”, της μνήμης. Η χρήση αυτών των υλικών μέσων είναι ενδόμυχα εμπειρική έως υπαρξιακή, αφορά όμως και τη σύνδεση διαχρονικών αξιών με νέους κώδικες του ρευστού χρόνου», σχολιάζει.
«Φαινομενικά , οι διαδοχικές επιστρώσεις στο έργο κρύβουν προσωρινά το παρελθόν υπό την εφήμερη λάμψη του τρέχοντος χρόνου: Μεταμόρφωση, μεταποίηση ή ακόμα και παραποίηση της μορφής του. Ένα έντονο στοιχείο το οποίο αναπτύσσει το θέατρο σε όλες τις φάσεις στη διαδικασία της θεατρικής δημιουργίας· σαν ένα κλασικό κείμενο με αντοχές –εδώ ένα αρχαιολογικό εύρημα, μορφή γυναίκας–, ως ερέθισμα και αναφορά, ή ως γνώριμο εργαλείο ενεργοποίησης της συλλογικής μνήμης, η οποία καλείται να εμποτιστεί με συμπτώματα και κώδικες του τρέχοντος χρόνου. Ζητούμενο, το τελικό αποτέλεσμα να απαλλαγεί από θεωρητικά στηρίγματα και παράπλευρες αναλύσεις, να ενταχθεί στην πόλη, να έρθει σε διάλογο με το αρχιτεκτονικό περιβάλλον, να αγγίξει τις αισθήσεις του θεατή».
Ο σχεδιασμός του έργου, όπως εξηγεί ο Θεόδουλος, άρχισε στο πρώτο lockdown και ολοκληρώθηκε κατά το τελευταίο. Η αβεβαιότητα της περιόδου περιορίστηκε στο αν θα φτάσουν έγκαιρα τα υλικά από το εξωτερικό και αν οι τεχνικοί θα ήταν σε θέση να δράσουν. Με μικρές καθυστερήσεις, το έργο κύλησε πολύ ομαλά.
«Ήμουν τυχερός που ήμουν συνεχώς απασχολημένος μ’ αυτό το έργο, όπως και με τη συμμετοχή μου για την Ελλάδα στην έκθεση ‘’Θέση – Αντίθεση – Σύνθεση. Στην τροχιά των αλλαγών’’, η οποία γίνεται τώρα στο τεχνητό νησί Ocean Flower στην Κίνα. Έτσι, δεν έμεινε χρόνος ώστε να με επηρεάσει ψυχολογικά η αβεβαιότητα. Δεν παραβλέπω ότι ακυρωθήκαν ή μεταφέρθηκαν δυο άλλες διεθνείς εκθέσεις στο εξωτερικό, που αρχικά με προβλημάτισαν έντονα για την επίδραση της πανδημίας…» σημειώνει.
Είναι πολλαπλά τα οφέλη για την κοινωνία και την πόλη από την ένταξη έργων τέχνης στους δημόσιους χώρους, υποστηρίζει ο Θεόδουλος. «Φέρνει την τέχνη στην καθημερινή ζωή του πολίτη χωρίς ο ίδιος να το επιδιώξει. Εμπλουτίζει την πνευματική του καθημερινότητα και βελτιώνει την αισθητική των πόλεων με στίγματα πνευματικής αναπνοής και αισιοδοξίας. Αναπτύσσει τον διάλογο και την πνευματική διαχείριση του έργου τέχνης με τον δημόσιο χώρο και την κοινωνία, αναδεικνύει και τεκμηριώνει με έργο τον δημιουργικό παλμό της εποχής. Ένα από τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι η ελεύθερη πρόσβαση στον πολιτισμό. Η απουσία έργων τέχνης από δημόσιους χώρους αποτελεί και μια στέρηση έκφρασης από τους δημιουργούς, η οποία είναι συνυφασμένη με την καθημερινή επαφή του πολίτη με τον σύγχρονο δημιουργικό παλμό».
Σε ό,τι αφορά τη σημασία της προκήρυξης του συγκεκριμένου διαγωνισμού από τον ΘΟΚ, ο Θεόδουλος μας θυμίζει ότι στο παρελθόν έγιναν και άλλοι παρόμοιοι διαγωνισμοί. «Ο ΘΟΚ είναι ένας δημιουργικός οργανισμός με επιπρόσθετη βαρύτητα στις πολιτιστικές διεργασίες, το παράδειγμα του οποίου ίσως να ενθαρρύνει τις πιο άγονες περιοχές κοινωνικής ευθύνης. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζουμε παρόμοιες πρωτοβουλίες από άλλους οργανισμούς που σεβάστηκαν και εφάρμοσαν τη νομοθεσία, σποραδικά έστω, από το 1992 που ψηφίστηκε, όπως είναι η ΑΝΑΔ, τα Δικαστήρια, η Ελεγκτική Υπηρεσία, το Πανεπιστήμιο Κύπρου κ.ά.».
Ο γλύπτης σημειώνει ότι το 2009, μετά από αίτημα της καλλιτεχνικής κοινότητας, η τότε Επίτροπος Διοικήσεως Ηλιάνα Νικολάου έκανε διάβημα στο υπουργείο Παιδείας για μη επαρκή εφαρμογή του νόμου. «Ο τότε υπουργός Πεύκιος Γεωργιάδης, αν και φιλότεχνος ο ίδιος, προώθησε –και πέτυχε– την αναθεώρηση του νόμου, με στόχο να απαλλαγεί το υπουργείο από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του, παρά τις διαμαρτυρίες μας και ανάλυση των θέσεων μας στη Βουλή. Αυτό οδήγησε στη διασπορά ευθυνών στους επιμέρους φορείς, χωρίς την ύπαρξη φορέα ελέγχου και συντονισμού, που έφερε επιπλέον αδράνεια και συσσώρευση ανευθυνότητας. Αυτοί, λοιπόν, που πρέπει να ευαισθητοποιηθούν είναι το σύστημα ελέγχου και οι φορείς τους οποίους αφορούν τα 150 και πλέον δημόσια έργα που εκκρεμούν… Αν είχαν υλοποιηθεί, θα είχαμε σήμερα ένα ανοικτό μουσείο και πιο ανθρώπινες πόλεις»…
Φιλελεύθερα, 6.6.2021.