Ήταν το 1986 στην Μπιενάλε Βενετίας όταν το «Καμακωμένο ψάρι» και τα «Ζωντανά πορτρέτα» του Κώστα Τσόκλη είχαν εντυπωσιάσει κοινό και κριτικούς: Επάνω στους ζωγραφισμένους πίνακες, προβάλλονταν βιντεογραφημένες οι πραγματικές φιγούρες των μοντέλων του, που με τις ανεπαίσθητες σχεδόν κινήσεις τους, έδιναν στο έργο την αίσθηση μιας πραγματικής ζωής. Η διεθνής κριτική χαρακτήρισε αυτό τον τρόπο εικαστικής έκφρασης «ζωντανή ζωγραφική». 

Ο Τσόκλης συνέχισε δημιουργώντας έργα μνημειακών διαστάσεων, προσδίδοντάς τους διαδραστικό χαρακτήρα. Παράλληλα, οι in situ εγκαταστάσεις του γίνονταν επίκεντρο σχολιασμού με αποκορύφωμα το έργο «Εσύ ο τελευταίος λεπρός» που έγινε στη μνήμη των λεπρών, γεμίζοντας τη Σπιναλόγκα με καθρέφτες.

Σήμερα, ο 87χρονος αεικίνητος Κώστας Τσόκλης αφήνει το στίγμα του και στην Κύπρο σε μια in situ εγκατάσταση στην Πέτρα του Ρωμιού• συνδυάζοντας σε αυτή την αγάπη του για τη θάλασσα, μια θεματική που απασχολεί τον καλλιτέχνη από το 1979 έως σήμερα. Οι σχέσεις του γλύπτη με τη θάλασσα είναι περισσότερο πνευματικές με τον ίδιο να δημιουργεί τη φανταστική πλευρά της θάλασσας, αλλά και μια θάλασσα από ατσάλι, μια θάλασσα καθρέφτη, μια θάλασσα μολυβένια.

Από τις 30 Ιουλίου η Πέτρα του Ρωμιού είναι ένα από τα σημεία που κουβαλούν τα ίχνη του Κώστα Τσόκλη. Για εμάς, μια ακόμη εκδοχή του κόσμου. 

Πώς προέκυψε η Πέτρα του Ρωμιού για την εγκατάσταση «Δέκα σημεία όρασης»;  Είχατε επισκεφτεί το χώρο παλαιότερα αντιλαμβάνομαι και τώρα ήρθε η κατάλληλη στιγμή; 
Είναι κάποια πράγματα που μέλλει να γίνουν και περιμένουν την ώρα τους. Χίλιες φορές με είχαν καλέσει στην Κύπρο να εκθέσω και πάντα έβρισκα λόγους να το αποφύγω, δεν ξέρω γιατί. Φαίνεται ότι ήταν η ώρα  να γίνει και αυτό, και έγινε. Μια σταγόνα κι αυτό, μέσα στο ποτήρι της αιώνιας αγωνίας μου, να πω ένα πρωτάκουστο λόγο. Ευχαριστώ!

Τα «Δέκα σημεία όρασης» τα  εντάσσετε στη σειρά «Ζωντανή ζωγραφική»; 
Σίγουρα ναι. Θα ‘λεγα μάλιστα ότι είναι (σαν ιδέα όχι σαν έργο), το άκρον άωτον μιας ιδέας που με κατέχει εδώ και σαράντα χρόνια. Να κάνω δηλαδή μια Τέχνη, που να κινείται και να ζει παράλληλα με τη δικιά μας φυσική ζωή ώστε να μη χάσουμε ποτέ την επικοινωνία μαζί της, όπως δυστυχώς συμβαίνει με τόσα αριστουργήματα που κάποτε με αυτά κουβεντιάζαμε.

Τι επιδιώκετε μέσα από το έργο αυτό; Τι ρόλο θέλετε το θεατή να παίξει σε αυτό το σκηνικό;
Τον θεατή, τον θέλω συνδημιουργό. Θέλω με τη φαντασία ή την μαρτυρία του να συμπληρώσει την εικόνα που του προσφέρεται μέσα στον κενό και όμως γεμάτο ζωή πίνακα. Χωρίς να απαιτώ από αυτόν, χειρωνακτικές ικανότητες.

Η σειρά «Ζωντανή ζωγραφική» που άρχισε με το «Καμακωμένο ψάρι» στη Μπιενάλε Βενετίας το 1986. Πείτε μας πώς άρχισε αυτή η ιδέα.
Είναι μια ιστορία, που την έχω διηγηθεί τόσες φορές που σιγά-σιγά κι εγώ ο ίδιος δεν την πιστεύω. Γεννήθηκε μέσα από μία διπλή αγωνία που είχα. Όταν πρωτοπήγα στη Νέα Υόρκη, επισκέφτηκα το μουσείο Metropolitan για να δω τους ιμπρεσιονιστές. Τους είδα τους ευχαριστήθηκα πάρα πολύ και έφυγα.
Μετά από δύο χρόνια ξαναπήγα στη Νέα Υόρκη. Πιο μεγαλωμένος εγώ, πήγα και είδα τα ίδια έργα και ήταν ακριβώς όπως τα είχα δει την πρώτη φορά. Όμως, η σχέση μου μαζί τους δεν ήταν πια η ίδια, γιατί εγώ ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Είχαν μεσολαβήσει πολλά γεγονότα, πιθανότατα ο θάνατος ενός φίλου. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση, γιατί αυτά ήταν ίδια, ενώ εγώ είχα αλλάξει. Άρχισα να εκνευρίζομαι. Αναρωτήθηκα πως είναι δυνατό αυτά να παραμένουν ίδια και εμένα να μου έχουν ασπρίσει τα μαλλιά; Κάτι έπρεπε να αλλάξει και στα έργα, να πάψουν να είναι αυτό το ακίνητο, νεκρό πράγμα.
Και τότε συνέβη το καταπληκτικό. Βρισκόμουν πλέον στην Κέα, το καλοκαίρι, και έτσι κάτω από τον ήλιο που καθόμουν στην ακρογιαλιά, παρατηρώ έναν ψαροτουφεκά με ένα σύρμα και ψάρια κρεμασμένα σε αυτό. Σε λίγη ώρα βλέπω να περνά ένας άλλος ψαροτουφεκάς, έχοντας το ίδιο ψάρι που είχε και ο προηγούμενος. Όπως ήμουν, σε μία κατάσταση από τον ήλιο, άρχισα να σκέπτομαι σαν τρελός, πώς είναι δυνατόν αυτό που σκότωσε ο πρώτος να το έχει και ο δεύτερος; Άρχισα και εγώ να πλάθω τον μύθο… Περνάει και ένας τρίτος, με το ίδιο ψάρι και λέω εγώ, εδώ κάτι συμβαίνει. Αυτό το ψάρι έχει θεϊκές ικανότητες. Βάζω από περιέργεια μία μάσκα και βουτάω στη θάλασσα και όλως περιέργως βλέπω το ψάρι να κολυμπάει ζωντανό και τρελαίνομαι. Μου έρχεται λοιπόν η ιδέα να κάνω ένα ψάρι που να το σκοτώνουν και αυτό να μην πεθαίνει ποτέ. Και έτσι έγινε το καμακωμένο ψάρι.

Η ζωγραφική προϋποθέτει τη χρήση μπογιάς, καμβά, πινέλων. Στη «ζωντανή ζωγραφική», όπως την προτείνετε δεν υπάρχουν πάντα αυτά τα στοιχεία. Αντιλαμβάνομαι ότι κρύβεται το μεταφορικό στοιχείο πίσω από αυτή την πρόθεση. 
Αυτό το οποίο προϋποθέτει, προσπαθώ να καταργήσω. Όχι μόνο από τη ζωγραφική, αλλά και από την ίδια την κοινωνική ζωή. Όχι πως τα καταφέρνω. Ένας φίλος που γράφει για τη ζωή μου ένα βιβλίο με τίτλο “Tσόκλης, ένας συντηρητικός επαναστάτης”, έχει δίκαιο. Μα φυσικά υπάρχει κάτι μεταφορικό. Ποτέ το έργο δεν είναι στο ύψος μιας ιδέας, γιατί αντιμετωπίζει πάντα την αντίσταση των υλικών, την αδεξιότητα των χεριών του δημιουργού και τα έργα της Ζωντανής Ζωγραφικής είναι ασφαλώς εννοιολογικά. Ένας φίλος – εχθρός του έργου μου, Κύπριος, έγραψε στο facebook ότι αυτά τα υποτιθέμενα έργα δεν είναι παρά παγίδες για πουλιά. Τι ποιητική έκφραση Θεέ μου! Μου θύμισε αυτό που λέγεται για τον Απελή, πως είχε ζωγραφίσει κάτι σταφύλια τόσο τέλεια που πήγαιναν τα πουλιά και τα τσιμπούσαν.

Γιατί σας αρέσουν τα έργα μνημειακών διαστάσεων  in situ, στα οποία προσδίδετε έναν διαδραστικό χαρακτήρα; Είναι ένας τρόπος να κεντρίσετε τη φαντασία του θεατή; 
Γιατί πιστεύω ότι η Τέχνη είναι παντού, γύρω μας, και οι άνθρωποι δεν τη βλέπουν, είναι τυφλοί. Δεν ξέρουν ότι ζουν μέσα σε ένα απέραντο έργο Τέχνης, που οφείλουν να δουν, να κατανοήσουν, να χαρούν και ή δυνατόν να μετάσχουν στη δημιουργία του. 

Το έργο «Εσύ ο τελευταίος λεπρός» έγινε στη μνήμη των λεπρών. Πόσο σας καθόρισε αυτό το έργο; 
Το έργο αυτό, (αν έργο μπορεί και αυτό να ειπωθεί) έγινε για την Τέχνη και όχι για  τους λεπρούς. Οι λεπροί ήταν το πρόσχημα. Και ένα πράγμα τελικώς ανέδειξε, την ανοησία κάποιων αρχαιολόγων και το πόσο η αγάπη τους για το χθες είναι επικίνδυνη για το σήμερα. Και όμως αγάπησα τον Σακελλαράκη, αγάπησα τον Ανδρόνικο.

Η θάλασσα υπήρξε για εσάς πάντα ένα σημαντικό στοιχείο έμπνευσης; Τι είδους σχέσεις έχετε αναπτύξει; 
Α ναι… η θάλασσα! Τη θυμάμαι και τη ζωγραφίζω, όχι όπως είναι αλλά όπως θέλω εγώ να είναι. Της χρωστάω κάποια καλά έργα μου και ένα σωρό χρήματα. 

Η θάλασσα είναι και το επίκεντρο του μουσείου σας στην Τήνο. Πώς νιώθετε όταν εσείς ο ίδιος ο δημιουργός περιδιαβάζετε ανάμεσα στα έργα; 
Νιώθω σαν συνεργάτης του Θεού, αρχειοθέτης του. Μου αρέσει η “Μεγάλη θαλασσογραφία” που δεσπόζει στην πρώτη αίθουσα. Είναι καλό έργο. Και χαίρομαι που το ζωγράφισα εγώ.

Θα έλεγα ότι η εικαστική δουλειά σας είναι σκηνοθετική. Με το θέατρο έχετε ασχοληθεί;
 Έχω ασχοληθεί τρεις φορές σαν σκηνοθέτης, δυο σαν συγγραφέας και πιο πολλές σαν ηθοποιός για τις ανάγκες  των έργων μου. Όμως το θέατρο ψεύδεται, ενώ η Τέχνη ποτέ. Στο θέατρο όλα είναι πρόσκαιρα, στην Τέχνη όλα θέλουν  να είναι αιώνια. Στο θέατρο μιμείσαι τη ζωή άλλων, στην Τέχνη υπερασπίζεσαι τη δικιά σου ύπαρξη. 

Έχετε πει ότι στόχος σας είναι «όχι μόνο να είμαι, αλλά να υπάρξω και μετά τον θάνατό μου». Υπάρχει κανείς μέσα από το έργο του; Εν ολίγοις, υπάρχει διαβατήριο για την αιωνιότητα; 
Ναι, ναι! Διαβατήριο υπάρχει, αλλά το εκδίδει ο Θεός και το θεόσημο είναι πανάκριβο και δυσεύρετο. Ο δε έλεγχος είναι εξονυχιστικός.

Βιώνετε μια πολύ δύσκολη εποχή σήμερα στην Ελλάδα. Ωστόσο, αντιλαμβάνομαι ότι παλαιότερα περάσατε και άλλες εποχές δύσκολες τόσο στην Ελλάδα και το εξωτερικό που ζήσατε. Πόσο διαφοροποιούνται τα πράγματα σήμερα; 
Η Ελλάδα, είναι μια χώρα καταχρεωμένη όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτιστικά και ηθικά και βιομηχανικά. Προβλέπω ότι τελικώς θα γίνει ένα μεγάλο θέρετρο και οι Έλληνες ένας λαός ξενοδόχων, εστιατόρων, σερβιτόρων, πρακτόρων, χαμάληδων. 

Τι συμβουλεύετε τους Έλληνες σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τη χώρα σας; 
Συμβουλεύω τους Έλληνες να μορφωθούν, να μην κλέβουν  ο ένας τον άλλον, να μην αλληλοσπαράζονται, να μην περιφρονούν τον εαυτό τους στο πρόσωπο του ομοίου τους. Να αισθανθούν επιτέλους πολίτες του κόσμου.

Εσείς τι κάνετε για αυτό; 
Αυτό ακριβώς κάνω. Δεν αφήνω μέρα να περάσει χωρίς να διαβάσω, χωρίς κάτι να δημιουργήσω, χωρίς να προσπαθώ να ανήκω στο γένος των ανθρώπων και όχι των ζώων. Φτιάχνω Τέχνη, μουσεία, θέατρα για τους συνανθρώπους μου.

Είστε γνωστός για την τόλμη σας να λέτε τα πράγματα έξω από τα δόντια, προκαλώντας έχθρες πολλές φορές. Σας βασανίζει αυτό;  
Ναι, με βασανίζει, με πονάει, είναι όμως και μια περηφάνια, ένα είδος αρχοντιάς που με τρέφει. Πονάω αλλά αντέχω στον πόνο και δεν ντρέπομαι για τις πληγές μου. 

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στην Αθήνα; Τι σας ώθησε να ακολουθήσετε την τέχνη; 
Τα παιδικά  μου χρόνια ήταν λαμπρά δυστυχισμένα. Γεμάτα θαύματα. Τώρα που γέρασα λέω, ότι η Τέχνη ήταν η μοίρα μου. Μέσα από την Τέχνη, υπάρχω. Δεν έχω από που αλλού να πιαστώ. 

Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Βερολίνο. Πώς το καθένα από αυτά σηματοδότησε τη ζωή και την τέχνη σας; 
Η Αθήνα με μόρφωσε. Η Ρώμη με ξύπνησε. Το Παρίσι καθόρισε την αισθητική  μου και το Βερολίνο με άνδρωσε, του χρωστάω πολλά. Όμως και ο τελικός γυρισμός στην Ελλάδα με ενέπνευσε, εδώ έκανα τα καλύτερα έργα μου. 

Αλήθεια τι είναι αυτό πους σας κρατάει με σφρίγος και δίψα για δημιουργία; Η βιολογία λέει ότι ο άνθρωπος μετά τα 60 αρχίζει να χάνει δυνάμεις. 
Η αίσθηση πως δεν εκπλήρωσα τις υποχρεώσεις μου απέναντι στον Θεό και ο φόβος να παρουσιαστώ μπροστά του.  Η ντροπή.

Η πρόσφατη σειρά «Στοιχεία για τη δημιουργία πιθανών αριστουργημάτων» σας οδήγησε σε κάποια αριστουργήματα;  
Σίγουρα. Τουλάχιστον σε ένα. Και το αριστούργημα αυτό είναι η παραδοχή της ανικανότητάς μου να κάνει αριστουργήματα.

Τι χαρακτηρίζετε «αριστούργημα» και ποια είναι τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης που ξεχωρίζετε; 
Αριστουργήματα είναι τα έργα που χωρίς αυτά θα υπήρχε ένα κενό στην ιστορία της Τέχνης, στην ιστορία του ανθρώπου. Αριστούργημα είναι το αναγκαίο έργο. 

Πιστεύετε στον Θεό; Ποιος μπορεί να έφτιαξε αυτό το θαύμα που υμνείτε όλα αυτά τα χρόνια μέσα από την τέχνη σας; 
Πιστεύω στον άνθρωπο και στα έργα του. Έργο του είναι και ο Θεός, οι θεοί.