Κοντό παντελόνι, δερμάτινα σάνταλα κι ένα ψεύτικο πιστόλι στη μέση. Αυτή ήταν η περιουσία μας τους μήνες του καλοκαιριού. Ήμασταν παιδιά, αλητεύαμε όλη μέρα στις ερημιές. Καμωνόμασταν τη συμμορία, δεν καταλαβαίναμε από κινδύνους. Σκαρφαλώναμε στους γκρεμούς, ανεβαίναμε στις λεύκες, ψηλά, 10-20 μέτρα μέχρι την κορυφή, κατεβαίναμε σε πηγάδια γεμάτα υγρασία στα έγκατα της γης. Ο κόσμος μάς ανήκε και η ελευθερία μας ήταν απόλυτη. Η κάψα του μεσημεριού μας έκαιγε, τα αγκάθια τρυπούσαν τα πόδια μας˙ μας ήταν αδιάφορο. Το σούρουπο, την ώρα που ο ήλιος αποκαμωμένος έγερνε μακριά στη θάλασσα, επιστρέφαμε στο χωριό κατάκοποι και σκονισμένοι. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Έτσι περίμενα πως θα περνούσα με τους φίλους μου κι εκείνο το καλοκαίρι. Πρώτη μέρα των διακοπών. Τέρμα το σχολείο, κάτω η τυραννία των δασκάλων. Τώρα άρχιζε η πραγματική ζωή, η ελευθερία μου. Μα, άλλαι αι βουλαί… Η μάνα μου μού το έκοψε. Μεγάλωσα πια, θα έπρεπε να φυλάω το μποστάνι στον κάμπο από τα ζώα, τα πουλιά και τους κλέφτες. Ο παππούς μου έφτιαξε στην άκρη του χωραφιού μια πρόχειρη καλύβα από καλάμια για σκιά. Εκεί θα την έβγαζα. Δεν σήκωνε κουβέντα. Μόλις χτες κάποιος πήγε και βούλωσε με έναν λοστό όλα τα καρπούζια του γείτονα. Μέσα στο μαράζι του, τα έκοψε και τα πέταξε στην άκρη του χωραφιού, τι να τα κάνει; Να μη μας βρει κι εμάς το κακό. Μου φόρτωσε στον ώμο ένα ταγάρι με νερό, ψωμί και λίγο τυρί. Εντάξει, είπα, αλλά μέχρι τις έξι θα γυρίσω, ούτε λεπτό παραπάνω. Στην τηλεόραση θα έχει τον «Καπνό του πιστολιού». Ήξερε την αδυναμία μου. Υποσχέθηκε πως το απόγευμα θα έρθει ο παππούς μου να παραφυλάξει.
Έκανα πως κίνησα για τον κάμπο. Ύστερα γλίστρησα κρυφά στο δωμάτιό μου. Ζώστηκα τα δυο ψεύτικα πιστόλια μου, φόρεσα το καουμπόικο καπέλο που αγόρασα στο περσινό πανηγύρι και πήγα στον στάβλο. Έριξα το σαμάρι στο γαϊδούρι, το έλυσα, καβαλίκεψα και έφυγα σιγά σιγά για το χωράφι. Μα ανάθεμά τα, δεν είχα μεταλλικά σπιρούνια. Αυτά μου έλειπαν. Και αποφάσισα, με την πρώτη ευκαιρία, ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι. Σφύριζα στον σκοπό της αγαπημένης μου σειράς και κάθε τόσο έφερνα με μια αστραπιαία κίνηση το δεξί χέρι στη θήκη με το πιστόλι. Μπανγκ! μπανγκ! τραβούσα τη σκανδάλη και πυροβολούσα τα πουλιά. Καμωνόμουν τον Φέστους, στη Ντοτζ Σίτι, έριχνα κλεφτές ματιές στη Μις Κίτι, μπανγκ! μπανγκ! πυροβολούσα τους παράνομους και τους ινδιάνους που συναντούσα στον δρόμο μου. Ήταν οι διαβάτες που επέστρεφαν στο χωριό.
Στο περιβόλι έδεσα με το λάσο μου το γαϊδούρι στον κορμό μιας μοσφιλιάς. Κι άρχισα να εξερευνώ το μποστάνι˙ τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα καλαμπόκια. Μια δυο φορές έδιωξα τα κοράκια που προσγειώθηκαν ύπουλα στο χωράφι. Μπανγκ! μπανγκ! τράβηξα τα πιστόλια μου˙ ήξερα να πυροβολώ πιο γρήγορα κι από τη σκιά μου. Τα κοράκια εξαφανίστηκαν. Έπειτα σύρθηκα στην πρόχειρη καλύβα του παππού μου. Βρήκα τη στάμνα του και στη γωνιά ένα μικρό κρεβάτι εκστρατείας. Εδώ κοιμόταν τη νύχτα. Γρήγορα το ενδιαφέρον μου εξαντλήθηκε. Δεν έμεινε τίποτε να ανακαλύψω πια εδώ πέρα. Δεν έβλεπα κανέναν εχθρό τριγύρω, ούτε παράνομους ούτε ινδιάνους. Το μποστάνι δεν κινδύνευε.
Έτσι, ξανανέβηκα στο γαϊδούρι μου και κίνησα για τη ρεματιά πιο κάτω. Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι… Σε ένα ξένο περιβόλι, υπήρχε μια μεγάλη χρυσομηλιά. Κοίταξα προσεκτικά γύρω μη με δει κανείς. Τώρα ήμουν ο Μπίλι δε Κιντ. Κάμποσα πουλιά πέταξαν μακριά σαν έφτασα κοντά της. Μπανγκ! μπανγκ! φώναζα με όλη τη δύναμή μου, τραβώντας τα πιστόλια μου. Ξεπέζεψα και έφαγα κάμποσα χρυσόμηλα, έσκασα, ξέχασα το μποστάνι. Κάθισα ακουμπημένος στον κορμό του δέντρου. Μπανγκ! μπανγκ! σημάδευα τους μελισσοφάγους που έκοβαν βόλτες πάνω από τη χρυσομηλιά. Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε. Ίσως και να με πήρε ο ύπνος. Μέσα στην ονειροπόλησή μου, φανταζόμουν μια θρυλική μονομαχία μπροστά στο σαλούν της Ντοτζ Σίτι.
Εκεί με βρήκε η μητέρα μου που με έψαχνε με τις ώρες. Μπανγκ! μπανγκ! η φωνή μου με πρόδωσε. Ήταν έξαλλη. Ερχόταν από το χωράφι. Οι κλέφτες, που πάντα αφθονούσαν στο χωριό μου, είχαν καταληστέψει το μισό μποστάνι. Έκλαιγε. Πήγαν άδικα οι κόποι του παππού μου. Κι εγώ έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου.
Φιλελεύθερα, 23.8.2020.