Κομίζοντας το συγκινησιακό φορτίο μιας απνευστί ανάγνωσης, αλλά και μιας δυσεύρετης στις μέρες μας ανάλαφρης αναγνωστικής ανάσας, ήρθε πρόσφατα στο φως από τις εκδόσεις του φιλολογικού, λογοτεχνικού και φιλοτεχνικού περιοδικού του Ανδρέα Χατζηθωμά «Διόραμα», που φέτος έχει συμπληρώσει πέντε χρόνια ανθηρής παρουσίας στα Γράμματά μας. Πρόκειται για ένα καλαίσθητο ολιγοσέλιδο βιβλίο, η συγγραφέας του οποίου Ελένη Χατζηθωμά αναπαράγει στο «Καρμπόν» τού ομώνυμου τίτλου του τόσο τους κραδασμούς τής συναισθηματικής νοημοσύνης των προηγούμενών της αφηγημάτων «Μπράβο και δυστυχώς», όσο και τον τωρινό αισθαντικό ψυχισμό της αριστοτεχνικής αφηγηματικής της γραφής. Σε σημειολογική συνήχηση και προέκταση υποβλητικών συμβολισμών, η φιλοτέχνηση του εξωφύλλου από τον αναγνωρίσιμο χρωστήρα του εικαστικού Χρίστου Χρίστου.

Ο τίτλος της δικής μου ειδολογικής και αριθμητικής παρέμβασης, ήτοι «10+1  Αφηγήματα», παραπέμπει στο πρώτο ομότιτλο της συλλογής, που συνιστά προϊδεαστικό προοίμιο όσων αναπαραστατικών εξιστορήσεων και περιγραφικών στιγμιοτύπων επιλέγει η συγγραφέας να θυμάται, με το μέτρο της διάκρισης μέσα από τις απειράριθμες σελίδες της ζωής της. Απορρίπτοντας τις αρνητικές εμπειρίες και τις όποιες ψυχοφθόρες επιρροές, μοιράζεται μαζί μας σε εξομολογητικούς τόνους την ψυχική ανάγκη να κρατήσει ως «ψήγματα χρυσού» τις αναμνήσεις που δονούν τις πιο ευαίσθητες χορδές της: σημαντικά γεγονότα και συγκλονιστικά περιστατικά του βίου, όπως και στιγμιαία ουσιώδη συμβάντα σε ανύποπτο χρόνο και όχι αμελητέες παρενθέσεις είτε φευγαλέες επουσιώδεις λεπτομέρειες.

Όλα εκείνα που με τα κριτήρια της δικής της αποτίμησης τη σημάδεψαν βαθιά και νοηματοδότησαν την υπαρξιακή της συνείδηση, για να τα μεταπλάθει σε πρότυπα αρετής και κώδικες συμπεριφορικών αξιών, αναδεικνύοντας σε κατάθεση ψυχής από το περίσσευμα της καρδιάς της την αθόρυβη ανιδιοτελή προσφορά προς τον συνάνθρωπο, είτε μια εγκάρδια ανθρώπινη χειρονομία. Είναι αυτές τις ανεξίτηλες μνήμες και τις κατανυκτικές αναπολήσεις που καταγράφει πολλαπλασιάζοντάς τις με το «καρμπόν» του θαυμασμού και της ευγνωμοσύνης της. Η χαρισματική απλότητα, η δωρική λιτότητα της περιεκτικής αφηγηματικής δομής αλλά και η ζωηρή αναπαράσταση της σκηνικής ή φωτογραφικής αποτύπωσης των δρώμενων, δεν απηχεί παρά την αλήθεια των πραγματικών ιστοριών και το ήθος των πρωταγωνιστών τους, αντανακλώντας συγχρόνως την πηγαία έκφραση των συναισθημάτων τής συγγραφέως-αφηγήτριας.

 

 

Έτσι, ως προανάκρουσμα στα επόμενα δέκα αφηγήματα, θέλοντας να μας ταξιδέψει στην ομορφιά του βιωματικού αυθεντικού της κόσμου, παραλληλίζοντας συνάμα τη ζωή με ένα συνεχές ταξίδι, ξαναζεί το πρώτο που έκανε στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στο Βέλγιο. Στη μεγάλη πλατεία των Βρυξελλών ο αναμνησιακός προβολέας των εντυπώσεών της εστιάζεται στα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής και γλυπτικής, και στις μελωδίες της υπαίθριας μπάντας, που σμίγουν με τις μυρωδιές των μυδιών, τα αρώματα και τα χρώματα των παραδοσιακών γλυκών και των χειροποίητων κεντημάτων. Εμφανής, ωστόσο, ο αλληγορικός συνειρμός του ταξιδιού στους ακροτελεύτιους εδώ στοχασμούς των φιλοσοφημένων της αναζητήσεων: «Ένα ταξίδι σε αφυπνίζει. Σε οδηγεί λίγα βήματα πάρα πέρα. Συγκρίνεις και ζυγίζεις τα θετικά και τα αρνητικά της ζωής σου. Ακόμη αξιολογείς και εκτιμάς αυτά που ήδη έχεις και αυτά που οραματίζεσαι…». Στο δεύτερο αφήγημα, που τιτλοφορεί «Το βελούδινο μπερέ», εμπνέοντας τη ζωγραφική «διπλότυπη» μορφή του εξωφύλλου με την αμεσότητα της επικοινωνιακής ενσυναίσθησης, μας καθιστά κοινωνούς μιας απέραντης χαρμολύπης ή, σύμφωνα με την ίδια, μεταφέροντάς μας «το άρωμα της χαράς και το δάκρυ της λύπης» από την απώλεια μιας φίλης που ζούσε στο Παρίσι. Αντί του δώρου που δεν κατάφερε να της στείλει, καθότι «η συμπαράσταση, η αγάπη και η στοργή δεν μπορούσαν να έχουν σχήμα», χωρώντας σε ένα κουτί, έλαβε ως αντίδωρο από τους οικείους της «το βελούδινο μπερέ» της, για να την τιμά φορώντας το και έχοντάς την για πάντα κοντά της.

Ωστόσο, μιαν άλλη έκφραση αγάπης αποπνέει το επόμενο διήγημα «Πρόσκληση σε δείπνο», όπου στο ξάφνιασμα μιας μεταλλικής ράμπας σε ένα φιλικό φιλόξενο σπίτι, η οικοδέσποινα δίνει την εξήγηση της αυτονόητης αγάπης, που συνεπάγεται για τους πραγματικούς φίλους τον σεβασμό στις ειδικές ανάγκες των φίλων, είτε στη διαφορετικότητα, διευρύνοντας την ανθρωπιά όχι σε θεωρίες ρητορικής, αλλά σε έμπρακτη αγάπη κατανόησης. Συγκλονίζει, λοιπόν, σε καιρούς εγωιστικού ατομικισμού η απάντηση της πραγματικής αρχόντισσας εκείνου του σπιτιού: «Για να έχει ο φίλος μας ο Παύλος, που είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι, τη δυνατότητα να μας επισκέπτεται πιο συχνά…». Το αφήγημα «Ένα κρυμμένο αστέρι», εμπνευσμένο από την κατανυκτική θαλπωρή των Χριστουγέννων, στέλλει με το χριστουγεννιάτικο θείο φως του την αισιοδοξία της ελπίδας και την προσδοκία της συνέχισης της ζωής μέσα από την καθεχρονική φωταγώγηση του μπαλκονιού στην απέναντι πολυκατοικία. Αλλά και το αφήγημα «Ένα καινούργιο σπίτι», αντικατοπτρίζει το παρεμφερές αίσθημα μιας ζωής που συνεχίζεται με την προσαρμογή στον χωροχρόνο, για να συναντήσει τα νοσταλγικά βήματα της παιδικής ηλικίας. «Αφιερωμένο στους μουσικούς του δρόμου» είναι το αφήγημα «Όταν η φωνή έχει μνήμη», που συνιστά την πεμπτουσία του τραγουδιού.

Αυτά, όπως και τα άλλα αφηγηματικά κείμενα του μικρού και όμορφου βιβλίου, που η Ελένη Χατζηθωμά αφιερώνει στα αδέλφια της Χρήστο και αείμνηστο Τηλέμαχο (Μάχο), είναι ένας ύμνος στη ζωή, στον συνάνθρωπο και στα πλάσματα της φύσης, από τα μυρμήγκια έως τα περιστέρια των αντίστοιχων αφηγημάτων. Μια καταξίωση ακόμη της έντεχνης ελκυστικής αφήγησης.