Η σερενάτα συνιστά μια μουσική σύνθεση με λυρική και γαλήνια διάθεση, ένα μουσικό αφιέρωμα σε μια ρομαντική περίσταση. Η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου έχει ετοιμάσει τρία θαυμάσια έργα για πνευστά για μια βραδιά εκλεπτυσμένης και καλαίσθητης μουσικής, στις 16, 17 και 18 Σεπτεμβρίου σε Λευκωσία, Λάρνακα και Πάφο.
Tο Oκτέτο πνευστών του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, ένα έργο με «ανάλαφρη» διάθεση ανοίγει το πρόγραμμα. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα εμπλουτίζεται περαιτέρω από τη Σερενάτα για πνευστά και τη Σουίτα για πνευστά του Ρίχαρντ Στράους, δύο έργα που θεωρούνται από τα καλύτερα που γράφτηκαν ποτέ για σύνολο πνευστών.
Πρόγραμμα
L. v. Beethoven: «Oκτέτο για πνευστά σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 103»
R. Strauss: «Σερενάτα για πνευστά, έργο 7», «Σουίτα για πνευστά, έργο 4»
- Λευκωσία: Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, Θέατρο Παλλάς, 8.30μ.μ. 22410181
- Λάρνακα: Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου, Δημοτικό Θέατρο, 8.30μ.μ. 24665794
- Πάφος: Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου, Μαρκίδειο Δημοτικό Θέατρο, 8.30μ.μ. 26222286
Εισιτήρια για όλες τις συναυλίες διατίθενται μόνο στην ιστοσελίδα της ΣΟΚ. Για τις συναυλίες στη Λευκωσία, εισιτήρια διατίθενται, επίσης, στο ταμείο του Θεάτρου Παλλάς κάθε Τετάρτη 4-7μμ. Σύμφωνα με τα μέτρα ασφάλειας που έχουν ανακοινωθεί σχετικά με την πανδημία, δεν θα γίνεται προπώληση εισιτηρίων στα ταμεία των θεάτρων τη μέρα της συναυλίας.
Τα έργα
«Oκτέτο για πνευστά»: Το Οκτέτο για πνευστά του Μπετόβεν, γραμμένο μεταξύ 1792 και 1793, αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα μουσικής δωματίου της κλασικής περιόδου, και προέρχεται από το λεγόμενο Harmoniemusik – δηλαδή το είδος ελαφράς και εύθυμης μουσικής που προορίζεται για ψυχαγωγία, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, κυρίως σε παλάτια, και συνήθως αφιερώνεται σε κάποιον. Πράγματι, ο Μπετόβεν συνέθεσε το Οκτέτο για τον Μαξιμίλιαν Φραντς, εργοδότη και πάτρωνά του στο παλάτι της Βόννης το εν λόγω διάστημα, καθώς και για τους δεξιοτέχνες μουσικούς του παλατιού. Παρόλο που το έργο ανήκει στην πρώιμη και φαινομενικά λιγότερο βαθυστόχαστη περίοδο συνθέσεων του Μπετόβεν, εκτιμήθηκε τόσο από το κοινό όσο και από τον ίδιο, αφού το 1795 επεξεργάστηκε ξανά πολλά μέρη από το Οκτέτο, για να συνθέσει το πολύ γνωστό σήμερα Κουαρτέτο Εγχόρδων, έργο 4.
Το Οκτέτο είναι γραμμένο για δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο κόρνα και δύο φαγκότα, ένας αρκετά δημοφιλής συνδυασμός οργάνων για την εποχή. Γραμμένο στη συνήθη δομή τεσσάρων κινήσεων, το έργο περιέχει πολλές στιλιστικές αναφορές στους άλλους δύο κύριους συνθέτες της κλασικής εποχής, τους Γιόζεφ Χάιντν (1732-1809) και Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1756-1791). Στην πρώτη κίνηση, το όμποε φέρει την κύρια μελωδία, αλλά η προσοχή στρέφεται και στη δεξιοτεχνική κίνηση αρπισμών από τα κόρνα, αφού μέχρι την περίοδο εκείνη η χρήση τους ήταν αρκετά σπάνια. Στο επόμενο μέρος, το Andante το όμποε μοιράζεται ένα «οπερατικό» διάλογο με το φαγκότο, διατηρώντας ένα χαρακτήρα που υποδεικνύει επιθυμία. Παρόλο που το τρίτο μέρος φέρει τον τίτλο Menuetto, στην πραγματικότητα είναι στο ύφος ενός πιο παιχνιδιάρικου Scherzo, μια αντικατάσταση που ο Beethoven έκανε τακτικά στις μελλοντικές του συνθέσεις. Το Οκτέτο ολοκληρώνεται με ένα ζωντανό, γεμάτο ενέργεια Presto, όπου, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέρη του έργου, το κλαρινέτο έχει τον μεγαλύτερο ρόλο.
«Σερενάτα για Πνευστά»: Το μουσικό είδος της σερενάτας ξεκίνησε κατά την κλασική περίοδο και αφορούσε ελαφρά, ήρεμα κομμάτια για μικρά σύνολα, που προορίζονταν για βραδινή διασκέδαση σε εξωτερικούς χώρους. Ωστόσο, όταν ο Ρίχαρντ Στράους συνέθεσε τη Σερενάτα το 1881, το είδος αυτό είχε ήδη μεταφερθεί στις αίθουσες συναυλιών, λαμβάνοντας προσοχή ισάξια «σοβαρών» συνθέσεων. Γραμμένο στην ηλικία των 17 ετών, ο νεαρός Στράους αφιέρωσε το έργο αυτό στον πρώτο του δάσκαλο σύνθεσης. Ωστόσο, η πιο εμφανής επιρροή εδώ είναι αυτή του πατέρα του, δεδομένου ότι ήταν ο μέντοράς του στα αρχικά στάδια της συνθετικής του καριέρας, φέρνοντας τον νεαρό Strauss σε επαφή με όλα τα κύρια κλασικά έργα. Είναι γνωστό ότι ο Φραντς Στράους (1822-1905) απέρριπτε οποιεσδήποτε νέες μουσικές τάσεις, ήταν ανοιχτά εναντίον της συνθετικής λογικής του Βάγκνερ, και εκτιμούσε κυρίως τις κλασικές συνθέσεις του Μότσαρτ, του Χάιντν και του πρώιμου Μπετόβεν. Στη Σερενάτα μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εύκολα τα στοιχεία που δανείστηκε ο Ρίχαρντ Στράους από τον Μότσαρτ όσον αφορά το στιλ, τη δομή και τα όργανα, αλλά ταυτόχρονα το έργο αυτό αποτελεί προάγγελο των μελλοντικών του συνθέσεων, που ήταν πιο ποιητικές και λυρικές. Παρόλο που ο ίδιος ο συνθέτης χαρακτήρισε τη Σερενάτα ως «τίποτα περισσότερο από ένα αξιοσέβαστο έργο ενός φοιτητή μουσικής», εντούτοις τράβηξε την προσοχή του διάσημου μαέστρου Χανς φον Μπίλοβ, ο οποίος μετέπειτα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη καριέρα του Στράους.
Γραμμένο σε μια μόνο κίνηση, το έργο ακολουθεί τη συνήθη φόρμα σονάτας, παρόλο που το μεσαίο μέρος είναι πιο ανεξάρτητο από το αναμενόμενο, και δεν στηρίζεται στο θεματικό υλικό της αρχής. Το κομμάτι είναι γραμμένο για ζεύγη από φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, φαγκότα, ένα κόντρα φαγκότο (ή κόντρα μπάσο τούμπα) και τέσσερα κόρνα. Η εντυπωσιακή ενορχήστρωση, με ποικίλους συνδυασμούς οργάνων, δημιουργεί ιδιαίτερα πλούσιες και ενδιαφέρουσες υφές. Καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού, τη μελωδία φέρουν κυρίως τα ξύλινα πνευστά, αλλά ο Στράους παραδόξως χρησιμοποιεί τα κόρνα στην επιστροφή του κύριου θέματος προς το τέλος, δημιουργώντας μια αίσθηση ηρεμίας μετά το πιο έντονο μεσαίο μέρος.
«Σουίτα για Πνευστά»: Η πολυμερής Σουίτα για πνευστά γράφτηκε από το 1884, μερικά χρόνια μετά την Σερενάτα, και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην καριέρα του συνθέτη. Ο μαέστρος Χανς φον Μπίλοβ όχι μόνο ανέθεσε στον Strauss τη σύνθεση της Σουίτας, αφού είχε εντυπωσιαστεί από τη Σερενάτα, αλλά επίσης έδωσε στον νεαρό συνθέτη την ευκαιρία να υπηρετήσει για πρώτη φορά ως επικεφαλής μαέστρος στην πρεμιέρα του έργου στο Μόναχο το 1884, χωρίς μεγάλη χρονική προειδοποίηση, και κυρίως χωρίς να έχει προηγηθεί καμία πρόβα με την Ορχήστρα Meiningen. Η επιτυχημένη πρεμιέρα του Στράους ως μαέστρος προέτρεψε τον φον Μπίλοβ να του προσφέρει μόνιμη θέση ως βοηθός μαέστρος στην Ορχήστρα Meiningen λίγους μήνες αργότερα, θέση στην οποια ο Στράους ευδοκίμησε.
Η Σουίτα διατηρεί το στιλ καθώς και τα ίδια δεκατρία πνευστά όργανα με τη Σερενάτα. Ωστόσο, αυτό το έργο δίνει την εντύπωση μιας πιο εκτεταμένης και περίπλοκης σύνθεσης. Η πρώτη κίνηση, με τίτλο Präludium, είναι σε φόρμα σονάτας και προσφέρει μια δομική σαφήνεια, ενώ το δεύτερο μέρος, το Romanze είναι πιο λυρικό και ρομαντικό, και ολοκληρώνεται με μια παθιασμένη coda. Παρόλο που ο τίτλος του τρίτου μέρος υποδεικνύει ένα αργό Gavotte, αντί αυτού μας παρουσιάζεται μια ζωντανή και έντονη εκδοχή του μπαρόκ χορού, που μοιάζει με ένα πιο παιχνιδιάρικο scherzo. Στο τελευταίο μέρος, που φέρει τον τίτλο Introduction und Fuge, ο Στράους επαναφέρει πρώτα το θεματικό υλικό που χρησιμοποιείται στο Romanze και μετά ακολουθεί μια αριστουργηματική φούγκα. Όπως και στη Σερενάτα, ο ιδιαίτερος συνδυασμός οργάνων σε όλη τη διάρκεια του έργου δημιουργεί ποικίλες εκφραστικές υφές, που κεντρίζουν αμέσως το ενδιαφέρον του ακροατή.
(Σημειώσεις από τη Δρ. Χριστίνα Μιχαήλ)
Πηγή: philenews