Ένα αφιέρωμα στη σύντομη παρουσία του Γιώργου Παπαστεφάνου στη δισκογραφία, με την ιδιότητα του στιχουργού. 

Δεν νομίζω να υπάρχει πιο αναγνωρίσιμη φωνή στην ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση από αυτήν του Γιώργου Παπαστεφάνου. Μαζί, φυσικά, με αυτήν του Αλέξη Κωστάλα, με τον οποίο εξάλλου μονίμως τους μπερδεύουν. Όπως γράφει ο ίδιος, «επειδή μας μπερδεύανε ακόμα και οι μαμάδες μας, συχνά παίζαμε ο ένας τον ρόλο του άλλου στο τηλέφωνο κι εκείνες πού να μας ξεχωρίσουν!». Μέσα στο όνομα Γιώργος Παπαστεφάνου κρύβεται πάνω από μισός αιώνας τηλεόρασης, ραδιοφώνου, μουσικής. Οι εκπομπές του αμέτρητες, με γνωστότερη όλων το «Καλησπέρα, κύριε Έντισον», που μεταδιδόταν από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για 17 περίπου χρόνια. Γεννημένος το 1941, η φωνή του έχει ταυτιστεί με μια ευγένεια και μια καθαρότητα που σπανίζουν πια. Η στήλη σήμερα είναι αφιερωμένη σε μια «παρένθεση» –όπως ο ίδιος τη χαρακτηρίζει– στη ζωή και την καριέρα του: την ενασχόλησή του με τη στιχουργική. Μια παρένθεση που αν και κράτησε μόλις πέντε χρόνια, χάρισε στην ελληνική δισκογραφία μεγάλα και διαχρονικά τραγούδια. 

Του στέλνω ένα μήνυμα στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, κάνοντάς του την πρόταση να τον φιλοξενήσω στη στήλη. Μου απαντάει κάποιες μέρες αργότερα, στον πληθυντικό, με εκείνη την ευγένεια που ανέκαθεν χαρακτήριζε και την παρουσία του στα ΜΜΕ και τη δισκογραφία. Δίνουμε τηλεφωνικό ραντεβού για την επομένη. «Απολογούμαι για τη φωνή μου», του λέω, μιας και με ταλαιπωρεί ένα καλοκαιρινό κρυολόγημα. «Κι εγώ για τη δική μου», απαντάει γελώντας. «Είναι ο λόγος που αποσύρθηκα από το ραδιόφωνο τα τελευταία χρόνια». Ξεκινώ να τον ηχογραφώ. Τα επόμενα δέκα λεπτά είναι μία μαγική διαδρομή στο χτες, ένα ασπρόμαυρο –και συνάμα πολύχρωμο– παραμύθι με την τόσο οικεία φωνή του. Δεν θα μπορούσε παρά η στήλη αυτή τη βδομάδα να έχει διαφορετική μορφή.

«Στον χώρο της δισκογραφίας ως στιχουργός μπήκα εντελώς τυχαία, για να ξεπεράσω την πλήξη που ένιωθα στη Σχολή, στο –απογευματινό– μάθημα του καθηγητή Ράμμου, το 1964. Έφτασα στο μάθημα στις 4, εξουθενωμένος από τη δουλειά μου στην ΕΡΤ, και για να μη με πάρει ο ύπνος, αποφάσισα να γράψω ένα στιχάκι. Ήταν το «Μια αγάπη για το καλοκαίρι». Όταν το τραγούδι αυτό έγινε επιτυχία ακούστηκε ότι έγραφα, και έτσι ακολούθησαν και τα υπόλοιπα, υπό τη μορφή παραγγελιών. Έτσι έγραφα τραγούδια για τα επόμενα 4–5 χρόνια. Μετά, όμως, συνειδητοποίησα ότι αυτό με γέμιζε ανασφάλειες και με κούραζε, έτσι αποφάσισα να εγκαταλείψω τη στιχουργική». Αυτή, λοιπόν, είναι η παρένθεση στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Μια παρένθεση που –εκτός από το «Μια αγάπη για το καλοκαίρι»– έβγαλε επιτυχίες όπως τα «Ένα πρωινό» («Αναμπέλ»), «Μια φορά θυμάμαι» και «Στου Προφήτη Ηλία τα σοκάκια».

«ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ»
«Τον πρώτο μου εκείνο στίχο τον έδωσα στον Γιάννη Σπανό, τον οποίο είχα γνωρίσει στο Παρίσι το 1963. Εκεί ήταν ήδη γνωστός με κάποια γαλλικά τραγούδια του, τα οποία εγώ έπαιζα στην εκπομπή μου στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Σε κάποια από αυτά τραγουδούσε και η Brigitte Bardot. Ο Αλέκος Πατσιφάς, που τότε σκεφτόταν να δημιουργήσει το Νέο Κύμα και τη Λύρα, άκουσε τα τραγούδια και μου ζήτησε να τον φέρω σε επαφή με τον Σπανό. Η συνάντησή τους έγινε, ενώ την ίδια μέρα σύστησα στον Σπανό και την Καίτη Χωματά, την οποία είχα ακούσει στα «Ταλέντα» του Οικονομίδη. Ο Σπανός μού ζήτησε να τον φέρω σε επαφή και με κάποιους στιχουργούς, όπως και έκανα. Του έδωσα, όμως, για πλάκα και δύο δικά μου στιχάκια, το «Μια αγάπη για το καλοκαίρι» και το «Μικρό ταξίδι στον γιαλό». Τρεις μέρες αργότερα, μου τηλεφώνησε και με έβαλε να ακούσω στο τηλέφωνο και τα δύο τραγούδια». Τα δύο αυτά τραγούδια τα ενορχήστρωσε ο Γιώργος Κατσαρός και τα ερμήνευσε μοναδικά η Καίτη Χωματά. Γράφει ο Γιώργος Παπαστεφάνου στη σελίδα του στο YouΤube: «Την άνοιξη του 1964 έφερα σε επαφή τον Γιάννη Σπανό με τον Αλέκο Πατσιφά και πρότεινα στον Γιάννη να δοκιμάσει αυτό το κορίτσι, μιας και αναζητούσε νέες φωνές. «Την ξέρω, την ξέρω. Μου την είχε φέρει ο Μαρκόπουλος. Δεν μ’ αρέσει» παρενέβη ο Πατσιφάς. «Εγώ θέλω να την ακούσω», επέμεινε ο Γιάννης, και τη συνέχεια την ξέρετε. Όταν μετά από χρόνια διηγήθηκα στην Καίτη Χωματά αυτή την ιστορία, για το πώς δηλαδή έγινε «μούσα του Νέου Κύματος», με κοίταξε κατάπληκτη. Δεν το ήξερε ότι σε μένα το χρωστούσε. Δεν της το είχε πει κανείς, ούτε κι εγώ νωρίτερα».  
 

ΑΡΛΕΤΑ
Μετά την επιτυχία που είχαν τα πρώτα του τραγούδια, συνέχισε να γράφει με τον Σπανό. Τότε βρήκε και την Αρλέτα, στην οποία έδωσε τέσσερα τραγούδια για τον πρώτο της δίσκο. Το «Μια φορά θυμάμαι» ήταν ένα από αυτά. Θυμάται ο ίδιος: «Αυτό το τραγούδι η Αρλέτα το θεωρεί εθνικό της ύμνο. Και το έχει τραγουδήσει βέβαια αμέτρητες φορές. Κι όμως, το 1966 που το γράψαμε με τον Γιάννη Σπανό για τον πρώτο προσωπικό της δίσκο, αυτό ήταν το μόνο από όλα τα τραγούδια που δεν ήθελε να πει. «Θα σε πείραζε αν δεν το πω;» με ρώτησε. Απάντησα πως ναι και χωρίς άλλη κουβέντα υποχώρησε». Μάλιστα, το τραγούδι αυτό διασκευάστηκε δις σε χώρες του εξωτερικού. Το 1998 το διασκεύασε το ροκ συγκρότημα Dirty Three από την Αυστραλία, ενώ το 2017 βρίσκουμε το κομμάτι στη νέα ταινία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη Gianni Amelio. 

ΓΙΩΡΓΟΣ … ΣΤΕΦΑΝΟΥ
«Ενώ τα τραγούδια μου είχαν μεγάλη απήχηση, εγώ δεν είχα σιγουριά, γι’ αυτό και κρυβόμουνα πίσω από το ψευδώνυμο Γιώργος Στεφάνου. Ακόμα και στους δίσκους, άργησα πολύ να αποκαλύψω την πραγματική μου ταυτότητα. Το έκανα μόνο όταν κάποια μου τραγούδια έγιναν τεράστιες εμπορικές επιτυχίες. Το ένα ήταν η «Ανάμνηση» και το άλλο το «Στου προφήτη Ηλία τα σοκάκια». 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ ΚΑΙ «ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ»
«Τον Ξαρχάκο τον είχα παρουσιάσει πρώτος στο ραδιόφωνο το 1962 και η φιλία μας κρατάει από τότε. Δεν του είχα πει ποτέ, όμως, ότι γράφω στίχους. Το 1968 ο παραγωγός Κλέαρχος Κονιτσιώτης μού τηλεφώνησε για πάω επειγόντως στο γραφείο του. Φεύγοντας για Επίδαυρο, ο Σταύρος είχε αφήσει μια μαγνητοταινία με τις μουσικές που είχε γράψει για τα «Κορίτσια στον ήλιο», για να τις ντύσω με στίχους. Το έκανα με πάρα πολύ τρακ. Έχω ξαναπεί ότι όταν κάθισα να γράψω την «Αναμπέλ» κάπνισα γύρω στα 45 τσιγάρα. Ήταν –αν δεν κάνω λάθος– ένα πρωινό γύρω στο Δεκαπενταύγουστο. Όταν την επομένη πήγα στο στούντιο, είπα στον Ξαρχάκο ότι δεν μπορούσα να το κάνω και του πρότεινα να φωνάξει τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο Σταύρος χαμογέλασε, μου χτύπησε τον ώμο και μου είπε να πάω μέσα για να γράψω και τα άλλα δύο. Έτσι, οι στίχοι των δύο εκ των τριών τραγουδιών γράφτηκαν στο στούντιο. Για πολύ καιρό δεν τόλμησα ούτε καν να συναντήσω τον Ξαρχάκο. Λίγο καιρό αργότερα, πήγα στο Ηρώδειο για μια παράσταση και αναγκάστηκα να συναντηθώ μαζί του στα καμαρίνια για να τον συγχαρώ. Αυτός μου άνοιξε την αγκαλιά του και μου φώναζε από μακριά «καταπληκτικά, καταπληκτικά». Αισθάνθηκα σαν μπαλόνι που ξεφούσκωσε. Τόση ανασφάλεια και αγωνία, για να ακούσεις στο τέλος ένα ή πολλά μπράβο. Έτσι, αποφάσισα να σταματήσω να γράφω στίχους και να ασχοληθώ με όλα τα υπόλοιπα πράγματα που έκανα. Οι τελευταίοι στίχοι που έγραψα ήταν για κάποια μεταγλωττισμένα τραγούδια που κυκλοφόρησαν από την εταιρεία Music Box, αφού ντράπηκα να το αρνηθώ στους ευγενέστατους ιδιοκτήτες της εταιρείας. Και αυτά τα υπέγραψα με το ψευδώνυμο Γιώργος Στεφάνου. Κάπως έτσι τελείωσε και η στιχουργική μου καριέρα. Από τότε δεν ξανάγραψα ποτέ, παρά μόνο κάτι στιχάκια για πλάκα στο κινητό μου τηλέφωνο. Χαίρομαι που ήταν και αυτό άλλη μια παρένθεση στη ζωή μου, γιατί τέτοιες παρενθέσεις έχω κάνει πολλές». 

 
* Φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του Γ. Παπαστεφάνου. Από πάνω προς τα κάτω, ο ίδιος με την Βίκυ Μοσχολιού, με τον Μάνο Χατζιδάκη, τον Γιώργο Νταλάρα και με τους Τσιτσάνη και Μπέλου.