Μια άγνωστη, σχεδόν πασχαλινή ιστορία, ή όταν ο «αιρετικός» σκηνοθέτης Πιέρ Πάολο Παζολίνι θέλησε να συναντήσει τον Απόστολο Παύλο στη μεγάλη οθόνη.

Το σκάνδαλο και η λύτρωση

Η ιστορία του κατά Παζολίνι «Αγίου Παύλου» ανάγεται στο 1963, όταν ο σκηνοθέτης  ολοκληρώνει την προκλητική ταινία μικρού μήκους «La Ricotta». Το φιλμάκι αυτό, των 40 λεπτών, καταγράφει τη μικρή Οδύσσεια ενός άπορου άντρα ο οποίος εργάζεται ως κομπάρσος σε μια κινηματογραφική μεταφορά της Σταύρωσης. Ο «φτωχός ληστής» πεθαίνει τελικά από πνιγμό επάνω στο σταυρό, όταν καταναλώνει μεγάλη ποσότητα τυριού Ρικότα για να σβήσει την πείνα του. Όταν προβάλλεται η ταινία, το Βατικανό αισθάνεται προσβεβλημένο από την ειρωνική, δήθεν αντιθρησκευτική της ρητορική.

Σέρνει λοιπόν τον σκηνοθέτη στα δικαστήρια, όμως ο τελευταίος τη γλιτώνει τελικά, αφού χαρακτηρίζεται από τον εισαγγελέα ως «το Τρωικό Άλογο που θέλει να εισβάλει στην πόλη του Θεού». Το γεγονός μένει χαραγμένο στην ψυχή του Παζολίνι, ο οποίος δηλώνει μεν ομοφυλόφιλος και άθεος, ωστόσο αγαπά τα κοινωνικά μηνύματα της διδασκαλίας του Χριστού. Επιδιώκει λοιπόν να καθαρίσει την κηλίδα με μια ταινία που αποδεικνύεται η προσωπική και καλλιτεχνική του λύτρωση: το αριστουργηματικό «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (1964) του χαρίζει το Βραβείο της Επιτροπής στη Βενετία, ενώ τιμάται και από το Διεθνές Γραφείο Κινηματογράφου της Καθολικής Εκκλησίας.

Γυρίσματα «Κατά Ματθαίον»

«Ο Άγιος Παύλος είναι εδώ»

Ωστόσο, ο Πιέρ Πάολο συνεχίζει να σκανδαλίζει με τον βίο, την πολιτεία και τις απόψεις του: παραμένει ως το τέλος, ένας παρεξηγημένος διανοούμενος-ποιητής που επιμένει να ψηλαφίζει πεισματικά τις πληγές του στη μεγάλη οθόνη. Ως συνήθως, η ρίζα αυτού του ιδιαίτερου ψυχισμού μπορεί να εντοπιστεί στα ταραγμένα παιδικά χρόνια. Διχασμένος ανάμεσα σε ένα συντηρητικό, καταπιεστικό πατέρα-λάτρη του φασισμού και σε μια παρηγορητική, προοδευτική μητέρα, μοιάζει να είναι η ζωντανή ενσάρκωση του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος.

Η δημιουργία του «Οιδίποδα Τυράννου» (1967) λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά,  όπως και η «Μήδεια» (1969) με πρωταγωνίστρια την Μαρία Κάλλας.  Μέσα από τους αρχαίους ελληνικούς μύθους γεννιέται η ιδέα του «Αγίου Παύλου», ενός εξαγιασμένου alter-ego, ο οποίος θα ενσαρκώσει συμβολικά τις ψυχικές καταβολές του μαρτυρίου του. Παίρνει λοιπόν τη γραφομηχανή, τοποθετεί επάνω την αγαπημένη του γραμματοσειρά (Monotype Fournier) και αρχίζει να πληκτρολογεί. Οραματίζεται έναν Απόστολο που κουβαλά την ιστορία του στη σύγχρονη Ευρώπη: «Θέλω να πω ρητά στον θεατή ότι ο Άγιος Παύλος είναι εδώ, σήμερα, ανάμεσά μας, σχεδόν σωματικά και υλικά. Στην κοινωνία μας απευθύνεται, σ’ εκείνην επιτίθεται και κλαίει και θρηνεί. Εκείνην αγαπά, απειλεί, συγχωρεί και τρυφερά αγκαλιάζει».

Το σενάριο

Με αυτά τα συγκινητικά λόγια, μας εισάγει στην ρηξικέλευθη μεταφορά του. Στο σενάριο συναντά το μισό του ονόματός του -τον San Paolo των καταφρονημένων- να κηρύττει όπως τότε, «εις ώτα μη ακουόντων». Οι πόλεις της Βίβλου αλλάζουν ονόματα: η τότε αυτοκρατορική Ρώμη μετατίθεται -πού αλλού;- στη Νέα Υόρκη, η δε Ιερουσαλήμ, εκείνο το χωνευτήρι ιδεών και πολιτισμών, βαφτίζεται ως Παρίσι. Και η Αλεξάνδρεια, περιφερειακό κέντρο της αυτοκρατορίας, αλλάζει κλίμα, χρώματα κι εποχή για να γίνει το Λονδίνο του ’60.

Η δράση ξεκινά στο κατεχόμενο Παρίσι, όπου οι Ρωμαίοι φοράνε τις στολές των SS. Εκεί εκτελείται ο Στέφανος, με παρατηρητή τον Σαούλ, υπηρέτη του ναζιστικού καθεστώτος. Στο δρόμο προς τη Βαρκελώνη (η σύγχρονη Δαμασκός), οδηγώντας το αυτοκίνητό του, ο Σαούλ τυφλώνεται  θαυματουργικά και καλείται από τον Θεό να ενωθεί με την Αντίσταση. Αναγεννημένος πλέον ως Παύλος, αρχίζει να περιοδεύει στις «ανθρώπινες ερήμους» των πόλεων, εκεί όπου κυριαρχεί «η μοναξιά της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας».

Γυρίσματα «La Ricotta»

Κηρύσσει και φυλακίζεται σε διάφορες χώρες και πόλεις, σύγχρονες αντανακλάσεις της βιβλικής εποχής: Γενεύη (Αντιόχεια), Ρώμη (Αθήνα) Γερμανία (Μακεδονία),Γένοβα (Κόρινθος), Νάπολη (Έφεσος) και αλλού… Στο τέλος, εκτελείται με ένα πιστόλι στη «Μέκκα του καπιταλισμού», τη Νέα Υόρκη, στο ίδιο ξενοδοχείο που δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ο λόγος του, βγαλμένος κατευθείαν από τις Πράξεις των Αποστόλων, παράταιρος και απωθητικός στο επίπλαστο σήμερα, δεν θα ανθίσει: θα πέσει σε χώματα τραχιά και άνυδρα. Στα μέρη, δηλαδή, του δυτικού κόσμου που ο σκηνοθέτης ζωγραφίζει με τα πιο μελανά χρώματα: κομφορμισμός, βία, απάθεια, καταναλωτισμός, ρατσισμός, ναρκωτικά…

«Κατά Ματθαίον»

Η ταινία που δεν έγινε

Το σενάριο προορίζεται για να γίνει η πιο τολμηρή βιβλική ταινία όλων των εποχών. Ο Πιέρ Πάολο μαζεύει τις σελίδες από τη γραφομηχανή του -δαχτυλογραφημένες πάντα σε Monotype Fournier- και τις στέλνει μαζί με ένα ενθουσιώδες γράμμα στον παραγωγό Ντον Εμίλιο Κορντέρο. Η απάντηση του τελευταίου, όπως καταγράφεται στο βιβλίο «St. Paul: A Screenplay», είναι χαρακτηριστική: «Ήθελα και ήλπιζα τόσο πολύ να κάνω μια ταινία για τον Άγιο Παύλο μαζί σας. Δυστυχώς, η στιγμή δεν έχει φτάσει ακόμη…».

Όταν ο Παζολίνι εκφράζει πικρά την απογοήτευσή του, εκείνος τον προτρέπει να «μην κλαίει σαν εκείνους που δεν έχουν ελπίδα», παραφράζοντας τον Απόστολο Παύλο, από την Α’ Επιστολή Προς Θεσσαλονικείς. Λόγια ευγενικά, των παραγωγών, όταν δεν θέλουν να βάλουν λέξεις που καίνε μέσα στα χέρια τους. Γιατί τέτοιοι είναι οι πυρακτωμένοι στίχοι -κι οι εικόνες- του Πιέρ Πάολο: ακόμα επίκαιροι κι ενοχλητικοί, πολλές δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους. Κάπως έτσι, ο «Άγιος Παύλος» σβήνει σαν ένα απραγματοποίητο όνειρο. Κι «η θεολογική μας ταινία» -κατά τον Παζολίνι- μένει, δυστυχώς, στα χαρτιά.

Ελεύθερα, 11.04.2026