To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Σώτη Τριανταφύλλου: Τίποτα δεν με θυμώνει
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Σώτη Τριανταφύλλου: Τίποτα δεν με θυμώνει
  30 Οκτωβρίου 2019, 10:45 πμ  
Η πρόσφατα βραβευμένη για το τελευταίος της μυθιστόρημα συγγραφέας, επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, τους λόγους που έχει τόσο πιστό, μέσα στα χρόνια, μεγάλο κοινό.
 
Μιλάμε μέσω e-mail – λίγες μέρες μετά τη βράβευσή της στην Ελλάδα με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για «το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο» (εκδ. Πατάκη). «Δεν παρακολουθώ τις βραβεύσεις, ούτε συμμετέχω σε λογοτεχνικές παρέες», μου γράφει. «Αλλά ένα βραβείο είναι πάντοτε μια ενθάρρυνση. Όλοι μας χρειαζόμαστε ενθάρρυνση και βοήθεια· κανείς μας δεν έχει αρκετή. Επειδή αυτές τις μέρες διάβαζα τα απομνημονεύματα του Ρεϊμόν Αρόν -παράξενο για το ότι δεν τα είχα διαβάσει: ο Αρόν είναι για μένα ο άνθρωπος που είχε πάντοτε δίκιο- θυμήθηκα τον Σαρτρ που δεν δέχτηκε το Νόμπελ. Τι έλλειψη αγωγής, τι αποκρουστική συμπεριφορά, τι ναρκισσισμός… Απαράδεκτος σε όλα του! Κι όμως, έχει επηρεάσει τη γαλλική σκέψη κι έχει προκαλέσει πολλές ζημιές». Τη ρωτάω πού βρίσκεται καθώς μιλάμε, πώς είναι η καθημερινότητά της. Άμεση η απάντηση: «Βρίσκομαι στο Παρισάκι, σταθερά. Τα τελευταία χρόνια περνάω τους καλοκαιρινούς μήνες μαζί με τα ξαδέρφια μου, στο Μέμφις του Τεννεσσή, στο κέντρο της Trumpland. Επικρατεί ομαδική τρέλα: παρατηρώ με δέος τον αμερικανικό καπιταλισμό· μια εικόνα σαν εκείνη που έχουμε για τη ρωμαϊκή παρακμή… Το “Σατυρικόν” του Φελλίνι και “Το μεγάλο φαγοπότι” του Φερρέρι. Στο Παρίσι η ζωή έχει περισσότερη λογική, αν και αντιμετωπίζουμε τα γνωστά προβλήματα της ισλαμικής παρουσίας και της τρομοκρατίας, του συνωστισμού και μιας αποτυχημένης δημαρχίας. Η καθημερινότητά μου είναι απλή: γράφω και διαβάζω όλη τη μέρα, διασχίζω την πόλη με το σκυλάκι μου, άλλοτε διδάσκω στο πανεπιστήμιο, άλλοτε είμαι φοιτήτρια…». «Πολίτις του κόσμου ως συνήθως…», της επισημαίνω, φυλλομετρώντας ταυτόχρονα το βραβευμένο της μυθιστόρημα με τις σημειώσεις μου για τις ερωτήσεις που θα ακολουθούσαν. «Ο όρος έχει χάσει το νόημά του», μου γράφει. «Έτσι κι αλλιώς, η Ευρώπη είναι η πατρίδα μας. Όσο για την Αμερική, μοιάζει πλωτή… Απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον κόσμο. Εξού και ο τίτλος του βιβλίου μου για τον αντιαμερικανισμό στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία: “Μόνοι στον κόσμο”. Οι ΗΠΑ θα μείνουν μοναχές τους ή ακόμα χειρότερα, αγκαλιά με τις πιο απωθητικές δυνάμεις και ιδέες».

«Κάτι από μένα θα παραμείνει ζωντανό» (σελ. 11). Σε απασχολεί αυτό το «μετά από τα βιβλία», από τη συγγραφή; Το τι θα «παραμείνει»;
(γελάει). Αν εννοείς μετά τον θάνατό μου, δεν με απασχολεί τίποτα. Θα γίνω ένας μικρός σορός από στάχτη. Ή θα έχω την τύχη των νεκρών στο χώμα, αν τελικά με ενταφιάσουν στον τάφο που μου έχουν ετοιμάσει στο νεκροταφείο Έλμγουντ, στο Μέμφις του Τεννεσσή. Είμαστε κάπως εκκεντρικοί όλοι μας… Τούτου λεχθέντος, με ενδιαφέρει να συγκροτήσω ένα «έργο» το οποίο να περιέχει μερικά από τα πράγματα που με απασχολούν και που μπορώ να κάνω: συγγραφή δοκιμίων και μυθοπλασίας, διδασκαλία, αρθρογραφία και τα λοιπά. 
 
«Ο Λούσιους μάθαινε γρήγορα, μολονότι όταν μεγαλώσαμε δεν θυμόταν τίποτα από τα λατινικά, εκτός από μια φράση που του εντυπώθηκε στο μυαλό: “Spero Meliora”. Τη μετέφραζε με το δικό του τρόπο: “Ελπίζω για το καλύτερο”, μολονότι ο δάσκαλος τη θεωρούσε ευχή φιλοδοξίας και υψηλοφροσύνης» (σελ. 47) και «…όλα θα πάνε καλά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» (σελ. 184). Νομίζω πως αυτό είναι και η δική σου φιλοσοφία ζωής: Είσαι ένα ηλιοτρόπιο αισιοδοξίας, Σώτη – ελπίζεις πάντα για το καλύτερο. Ή κάνω λάθος;
Εκτός από μια σκοτεινή δεκαετία, τη δεκαετία του 1974-1984, όπου ήμουν μάλλον απαισιόδοξη -κυρίως διότι αποφάσισα με μισή καρδιά να επιστρέψω στην Ελλάδα- είμαι πολύ αισιόδοξη και μέσα στην τρελή χαρά. Δεν ξέρω αν ελπίζω για το καλύτερο, ίσως δεν ελπίζω τίποτα. Αλλά βλέπω τον κόσμο σαν μια κωμωδία. 
 
«Εγώ έγραφα με την απαισιοδοξία του ανθρώπου που πιστεύει ότι το να είσαι απαισιόδοξος μαρτυρεί εξυπνάδα» (σελ. 89)…
Υπάρχουν, νομίζω, τρία στάδια σοφίας: ένα στο οποίο είμαστε αισιόδοξοι από άγνοια, ένα δεύτερο στο οποίο είμαστε απαισιόδοξοι γιατί έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη φύση και μοίρα κι ένα τρίτο όπου έχουμε εν πολλοίς απαλλαγεί από τις δεσμεύσεις της ανθρώπινης φύσης και μοίρας.
 
Τώρα ζεις στο τρίτο αυτό στάδιο; 
Ας πούμε, ναι. Αν ζήσω πολλά χρόνια, ίσως ανακαλύψω κι ένα ακόμα σταδιάκι. 
 
«Δεν υπάρχει σκοτάδι· το βράδυ βγαίνουν οι πυγολαμπίδες» (σελ. 249). Μ’ αρέσει τόσο πολύ αυτή η μικρή φράση… Ποτέ δεν υπάρχει σκοτάδι, Σώτη; Παντού θα δούμε ένα μικρό φωτάκι;
Είναι ζήτημα αποδοχής και την ίδια στιγμή, η αποδοχή έχει κάποια όρια. Ίσως δεν ισχύει, για παράδειγμα, στη βόρεια Συρία αυτή τη στιγμή ή στους κόλπους του Ισλαμικού Κράτους. 
 
«…Αγάπησα τα βιβλία περισσότερο από τους ανθρώπους» (σελ. 24). Σου συνέβη σε περιόδους της ζωής σου – όταν καμία επικοινωνία και τίποτα δεν σε συνέδεε με τους ανθρώπους που υπήρχαν σε συγκεκριμένες στιγμές στη ζωή σου;
Αναμφισβήτητα. Συχνά είμαστε απογοητευτικοί εμείς οι ίδιοι ή μας απογοητεύουν οι άλλοι. Ή και τα δύο. Τα βιβλία, το ροκ και ο κινηματογράφος ήταν για μένα τα μέσα να τα βγάλω πέρα στην Ελλάδα όπου μέχρι σχετικά προσφάτως επικρατούσε σκοταδισμός, οθωμανικά ήθη, επαρχιωτισμός: για μια μακρά περίοδο τα βιβλία ήταν σημαντικότερα από τους ανθρώπους· δεν είχα ουσιαστικές σχέσεις με ανθρώπους για πολύ πολύ καιρό. Δεν βοηθούσε το ότι δεν συμμετείχα σε κινήματα και το ότι είχα και έχω την τάση να ιδρυματοποιούμαι μέσα σε τέσσερις τοίχους.
 
«Η ζωή είναι πιο παράξενη από τα βιβλία» (σελ. 21). Είναι;
Η πραγματικότητα μάς υπερβαίνει συχνά. Πρόεδρος των ΗΠΑ έγινε ένας γελοίος τύπος, τον οποίον κοροϊδεύαμε στη Νέα Υόρκη στη δεκαετία του 1980… Για τα ροδακινί μάρμαρα των ουρανοξυστών του… Λέγαμε ότι δεν μπορεί να κάνει δυο πράγματα μαζί: να περπατά και να μασά τσίχλα. Ζούμε σε μια δυστοπία που δεν είχαμε φανταστεί.
 
«Γράφουμε για ό,τι χάσαμε, για όσα αποτύχαμε» (σελ. 272). Ερώτηση που υποθέτω πως έχεις απαντήσει πολλές φορές – ίσως, καταρχήν, στον ίδιο σου τον εαυτό: Γιατί γράφεις; 
Θα μπορούσα να κάνω πολλές δουλειές, να έχω ακολουθήσει διαφορετικό επάγγελμα και να είμαι εξίσου ευτυχισμένη. Με ενδιέφερε η παιδεία, η φυσική, η χημεία, οι γλώσσες… Ωστόσο, μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια γιατί γράφω άρθρα: αν δεν τα γράψω θα κάνω ένα μεγάλο μπαμ και θ’ ακουστεί μέχρι την Κύπρο. Για τη μυθοπλασία το πράγμα είναι λίγο πιο περίπλοκο: μ’ αρέσει να σκαρώνω ιστορίες· από μικρή το είχα αυτό· με ενδιέφερε περισσότερο η αφήγηση μιας καλής ιστορίας από την πραγματολογική ακρίβεια, από την αλήθεια. 
 
«Οι συγγραφείς, ακόμα και οι μικροί, όπως ο Βενέδικτος Σίλκοξ, προσπαθούν να βρουν νόημα και να βάλουν τάξη στον τυχαίο κόσμο» (σελ. 29). Υπάρχει νόημα σ’ αυτή τη ζωή; 
Ο Αλμπέρ Καμύ έχει δώσει αυτές τις απαντήσεις στον «Μύθο του Σισύφου» και στον «Εξεγερμένο άνθρωπο». Η ζωή είναι παράλογη, αλλά μπορεί να έχει «νόημα» αν προσπαθείς να τη ζήσεις με το καλύτερο δυνατό ήθος. Κι αυτό είναι το στοίχημα, η πρόκληση κατά κάποιον τρόπο. 
 
«Όλοι θέλουμε να γράψουμε περιπετειώδεις ιστορίες, βασισμένες στη θλιβερή διαπίστωση της ανθρώπινης μετριότητας» (σελ.11). Διαπιστώνεις συχνότερα πια αυτή την ανθρώπινη μετριότητα; Σε θυμώνει;
Δεν με θυμώνει η μετριότητα, δεν με θυμώνει καν το ότι ασήμαντα ανθρωπάκια με βρόμικα χέρια καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας και λήψεως αποφάσεων. Τίποτα δεν με θυμώνει. Ούτε η κακιστοκρατία που περνιέται για μετριοκρατία… Μου φαίνεται απλώς μια φαιδρή κατάσταση.
 
«…Αν ζούσα περισσότερα χρόνια, ίσως έγραφα ένα ακόμα βιβλίο για εκείνη την εποχή όπου ό,τι σήμερα είναι σπουδαίο τότε ήταν ασήμαντο – κι ό,τι ήταν σπουδαίο σήμερα φαίνεται μηδαμινό» (σελ. 81). Τι, στη δική σου ζωή, αυτό που σήμερα είναι σπουδαίο κάποτε ήταν ασήμαντο – κι ό,τι ήταν σπουδαίο, σήμερα φαίνεται μηδαμινό;
Κάθε ηλικία έχει διαφορετικές προτεραιότητες. Προφανώς όταν είσαι 62 ετών δεν κυνηγάς τον έρωτα και το σεξ… Εξυπακούεται. 
   


Τότε ποιο είναι το σπουδαίο της ζωής σου σήμερα;
Η φιλία· το ότι μεγαλώνουμε όλοι μαζί με διαρκή συμπαράσταση που χρειάζεται όλο και περισσότερο. 

« “Καλύτερα να μην έχεις γνώμη, παρά να μην αλλάζεις ποτέ γνώμη”, είπε. “Μόνο τα τέλεια όντα δεν αλλάζουν γνώμη”» (σελ. 132). Αλλάζεις συχνά γνώμη – για ανθρώπους, για πράγματα, για την καθημερινότητά σου; 
Δεν αλλάζω «συχνά». Αλλάζω όμως. Μερικά πράγματα στα οποία είχα αντιρρήσεις παλιότερα, τα έχω αποδεχτεί σήμερα. 

Σε τι παραμένεις σταθερή μέσα στα χρόνια;
Παραμένω σταθερή στις βασικές μου ιδιότητες: την ανεξαρτησία του πνεύματος, την επιθυμία να είμαι δίκαιη, τη φιλοπονία, την ενσυναίσθηση.

«Πεθαίνω· σε λίγο καιρό δεν θα με θυμάται κανείς» (σελ. 17). Σε απασχολεί το τέλος; Σε φοβίζει; Ή ατρόμητη σ’ αυτό;
Νομίζω ότι νιώθω όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Με φοβίζει η αρρώστια και η ανημπόρια, όχι ο θάνατος. 

«Η νιότη μου -και η αρχή της ωριμότητάς μου- είχε ένα φτηνό μεγαλείο, μια ορμή που μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα, ακόμα κι εμένα τον ίδιο» (σελ. 81). Αφορά κι εσένα αυτή η φράση, για τη δική σου νιότη; Πώς θα την περιέγραφες – αν και οι φανατικοί σου κάπως γνωρίζουμε μέσα από το «ο χρόνος πάλι»…
Ήμουν νέα, με αυτά τα γνωρίσματα της νιότης, μέχρι την ηλικία των 50 ετών τουλάχιστον. Ροκ συναυλίες, χοροί και ρευστότητα στην προσωπική ζωή. Και παρ’ όλ’ αυτά, είχα ένα εσωτερικό μέτρο. Επίσης ήμουν τυχερή: έτρεχα πάρα πολύ οδηγώντας και, περιέργως, δεν σκοτώθηκα. Σήμερα, για τους προφανείς λόγους, φροντίζω περισσότερο για την επιβίωσή μου. Είμαι, αν και ίσως δεν φαίνεται, πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο παλιά – όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου. 

«… Ήταν ανθεκτικός στο κρύο, στην πείνα και στη σκληροκαρδία» (σελ. 30). Εσύ σε τι είσαι ανθεκτική, Σώτη;
Σε όλα αυτά και σε μερικά ακόμη. 

Σε ποια ακόμη; 
Αποτυχίες, πιέσεις, οικονομικές καταστροφές, το τρενάκι του ιλίγγου της ζωής. Είμαι σκληραγωγημένη: ζω ανεξάρτητη από 18 ετών, εργάζομαι 45 χρόνια χωρίς διακοπή, χωρίς Κυριακές και εορτές. 

«Για να προδώσεις κάποιον, πρέπει πρώτα να είσαι φίλος του» (σελ. 113). Τι είναι φιλία για σένα; Το πολυτιμότερό σου αγαθό μέσα στα χρόνια;
Παλιότερα είχα μεγάλη δυσκολία να αποχωριστώ ανθρώπους που θεωρούσα φίλους μου. Και ο θάνατος του πιο στενού μου φίλου, όταν ήμασταν 40 ετών, μου προκάλεσε τραυματικό πένθος από το οποίο δεν συνήλθα ποτέ. Στη συνέχεια, πολλές φιλίες χρεοκόπησαν κι άλλες πέθαναν. Δεν πειράζει. Ας μη σέρνουμε πίσω μας νεκροζώντανους κι ας μην είμαστε βάρος για κανέναν.

«Στην Αγγλία μισούμε τους ευτυχισμένους και περιφρονούμε τους δυστυχισμένους» (σελ. 168). Σε ποιες περιόδους της ζωής σου υπήρξες πραγματικά ευτυχισμένη και σε ποιες δυστυχής; 
Δυστυχισμένη ήμουν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, στα χρόνια που φοιτούσα στη Φαρμακευτική Αθηνών και εργαζόμουν σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Δεν είχα καμιά επαφή με το περιβάλλον, με τα αντάρτικα, με το φοιτητικό κίνημα και με τον εμφύλιο πόλεμο που εκτυλισσόταν εν καιρώ ειρήνης. Ήταν μια εποχή ασχήμιας και κακοφωνίας. Όταν έφυγα για το Παρίσι, συνέχισα να είμαι απαισιόδοξη, είχα πάθει σοκ· αλλά δυστυχισμένη δεν ήμουν πια. Είχα αποδράσει μαζί με όλους μου τους δίσκους βινυλίου.

«Η απουσία του Μπάξτερ στην άλλη όχθη του ποταμού και σε ταξίδια στον βορρά για να αγοράσει υφάσματα, έκανε τον Λούσιους ευτυχισμένο· αν μπορούσε, θα έπαυε να μεγαλώνει μόνο και μόνο για να διατηρήσει αυτή την ευτυχία…» (σελ. 35). Τι σε κάνει, λοιπόν, σήμερα ευτυχισμένη;
Το να ξυπνάω το πρωί και να έχω υγεία, ενέργεια και σχέδια. 

«Είχα την επιθυμία και την ανάγκη να ζήσω, αλλά δεν ήξερα τον τρόπο· δεν μου τον δίδαξε κανείς» (σελ. 82). Διδάσκεται το να ζεις; 
Μακάρι να μας δίδασκαν κάτι οι μεγαλύτεροι. Αλλά δεν είχαν ιδέα για τίποτα, δεν ήξεραν πώς λειτουργεί ο κόσμος. Επιπλέον, τους έλειπαν οι αξίες περί ανθρώπινης ευτυχίας· τους απασχολούσε το καθήκον, το «σωστό», το «πρέπει».

«Ας ζήσω για να μετανιώσω για όλα μου τα λάθη και τις αμαρτίες» (σελ. 177). Τα δικά σου λάθη στη ζωή σε τι αφορούν; Μετανιώνεις γι’ αυτά ή «ο γέγονε, γέγονε»;
Προσπαθώ να είμαι επιεικής με τον εαυτό μου, για να μη με βασανίζουν τα λάθη που δεν διορθώνονται. Μερικά, είναι αλήθεια, διορθώνονται και έχουν διορθωθεί.

 


Πες μου ένα τέτοιο λάθος που διορθώθηκε…
Ε, ξέρεις, τα γνωστά: σχέσεις που δεν έπρεπε να έχουν γίνει ή δεν έπρεπε να συνεχιστούν, οικονομικές αποφάσεις… Τοξικές φιλίες… Όλα αυτά διορθώνονται με ρήξεις και ανατροπές. 

«…Αν και είχε επιλέξει να τον φοβούνται κι όχι να τον αγαπάνε, ο βασιλιάς είχε, στο τέλος, τη μοίρα των ανθρώπων που κανείς δεν φοβόταν και κανείς δεν αγαπούσε» (σελ. 112). Μεγαλώνοντας έχεις την αγωνία τού να σε αγαπάνε περισσότερο από όσο στο παρελθόν;
Με τίποτα! Ας μη με αγαπάνε… Όποιος θέλει ας με αγαπάει, όποιος θέλει ας με συμπαθεί, όποιος θέλει ας με σέβεται, δεν έχω καμιά απαίτηση από κανέναν. Ούτε προσπαθώ να αρέσω σε κανέναν.

Πάντα σκεφτόσουν έτσι; 
Α, ναι. Αλλά παλιότερα ήμουν πιο υπομονετική, τώρα δεν έχω χρόνο για να κάνω υπομονή στη συμπεριφορά των άλλων που δεν μου ταιριάζει και δεν μου αρέσει.

«Κάθε ανθρώπινη ζωή περιέχει αρρώστιες, πάθη, φωτιά, πένθος, κατηγόριες, επαναστάσεις και τιμωρίες» (σελ. 178). Κι η δική σου; Όλα αυτά;
Όλα αυτά, ναι. Μέχρι και φωτιά. Το 1999 το διαμέρισμά μου, στην πλατεία Εξαρχείων, έγινε στάχτη. Εξερράγη η τηλεόραση και το χτίσαμε από την αρχή. Από επαναστάσεις άλλο τίποτα.

«Μερικές ευχές μοιάζουν με πένθος, ακόμα κι όταν δεν πραγματοποιούνται» (σελ. 74). Τι εύχεσαι για τη δική σου ζωή, Σώτη;
Κοινοτοπίες εύχομαι. Να ζήσω πολλά χρόνια, να είμαι υγιής και να μην πεθάνω στην ψάθα, όπως υπάρχει σοβαρή πιθανότητα.

Γιατί το λες αυτό; Οι πολύ επιτυχημένοι συγγραφείς, δεν έχετε λύσει το βιοποριστικό σας θέμα;
Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ πάντως είμαι ο Βασιλάκης Καΐλας. Εκτός του ότι είμαι, μ’ αρέσει και να τον παριστάνω.

«…Ο έρωτάς μου για τη Σουζάννα έμοιαζε με φανατική πίστη, με αίρεση· η Σουζάννα είχε απορρίψει αυτό τον έρωτα λες και επρόκειτο για μια ακόμα υπερβολή του χαρακτήρα μου. Αλλά δεν μπορείς να αγαπάς “λίγο”, όπως δεν μπορείς να είσαι νεκρός “λίγο”» (σελ. 58). Τι νομίζεις για τον έρωτα, Σώτη; Υφίσταται; Ή είναι μια πλάνη;
Αμέ, υφίσταται… Αλλά δεν διαρκεί πάνω από τρία χρόνια. Μετά τα τρία χρόνια χρειάζεται κάποια προσπάθεια.

Είχες υπομονή, στο παρελθόν, γι’ αυτή την «προσπάθεια»;
Εκ του αποτελέσματος, μάλλον δεν είχα (γελάει). Με το να προσπαθείς, κερδίζεις κάτι και χάνεις κάτι. Πράγμα που συμβαίνει και αντιστρόφως.

«Ο Λούσιους αναρωτιόταν τι είχε απογίνει η Σουζάννα· η ζωή τού φαινόταν αβάσταχτη…» (σελ. 53). Υπήρξαν φορές στη ζωή σου που κι η δική σου σού φαινόταν αβάσταχτη με την απουσία συγκεκριμένων ανθρώπων;
Όχι. Παρότι είχα πολλές απώλειες, δεν μπορώ να πω ότι η ζωή μου έγινε αβάσταχτη. Ας πούμε ότι, όπως έλεγε ο Τσόρτσιλ, προχωρώ από αποτυχία σε αποτυχία με αδιάπτωτο ενθουσιασμό.

xatzigeorgiou@yahoo.com
 
Φιλgood, τεύχος 244.
  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...