Με αφορμή το επίμαχο βίντεο που πλήττει τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη, αξίζει να επιχειρηθεί μια ψύχραιμη αποτίμηση, πέρα από κραυγές, εύκολους εντυπωσιασμούς και τη γνωστή ψηφιακή υστερία. Όχι για να «αγιοποιηθεί» οποιοδήποτε πολιτικό πρόσωπο, αλλά για να φωτιστούν δύο κρίσιμες πτυχές που σκόπιμα ή από άγνοια στην ουσία παραλείπονται: Αφενός η δύναμη της συρραφής και του μοντάζ στη διαμόρφωση εντυπώσεων και αφετέρου η βαθιά υποκριτική στάση όσων εμφανίζονται ξαφνικά ως ηθικολόγοι για πρακτικές που εδώ και δεκαετίες αποτελούν τον κανόνα στην προεκλογική πολιτική, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και διεθνώς.

Το μοντάζ δεν είναι απλώς μια τεχνική επεξεργασίας εικόνας και ήχου. Είναι εργαλείο αφήγησης, αποκοπής συμφραζομένων και ανακατασκευής της πραγματικότητας. Ένα βίντεο, όσο «αυθεντικό» κι αν παρουσιάζεται, μπορεί μέσα από επιλεκτική συρραφή φράσεων, παύσεων και πλάνων να μετατρέψει μια σύνθετη συζήτηση σε ενοχοποιητικό στιγμιότυπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αποκαλυπτικό υλικό είναι ψευδές. Σημαίνει όμως ότι ο πολίτης οφείλει να είναι επιφυλακτικός όταν του σερβίρεται μια «αλήθεια» σε μορφή αποσπάσματος, έτοιμη για κατανάλωση και οργή. Στην εποχή των social media, όπου το βίντεο λειτουργεί ως απόλυτος δικαστής, η κριτική σκέψη συχνά θυσιάζεται στον βωμό της ταχύτητας και του συναισθήματος.

Ακόμη πιο προβληματική, ωστόσο, είναι η προσποιητή έκπληξη γύρω από τις μεθόδους προεκλογικής χρηματοδότησης. Είναι υποκρισία να ξιπάζεστε ωσάν να ανακαλύψατε την ταχινόπιττα. Οι αθέμιτες ή γκρίζες πρακτικές στη χρηματοδότηση πολιτικών εκστρατειών δεν είναι κυπριακή πατέντα, ούτε πρόσφατη εφεύρεση. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα Super PACs διοχετεύουν τεράστια ποσά με νόμιμο αλλά αμφιλεγόμενο τρόπο, μέχρι την Ευρώπη, όπου σκάνδαλα χρηματοδότησης κομμάτων έρχονται περιοδικά στο φως, η σχέση χρήματος και πολιτικής παραμένει διαχρονικά προβληματική. Στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Βρετανία, αλλά και σε μικρότερα κράτη, οι αποκαλύψεις δεν οδήγησαν σε έναν «αγνό» πολιτικό κόσμο, αλλά απλώς επιβεβαίωσαν αυτό που όλοι γνωρίζουν: Ότι, το πολιτικό παιχνίδι σπάνια παίζεται με καθαρούς κανόνες. Και «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».

Το να εμφανίζονται σήμερα πολιτικοί αντίπαλοι, σχολιαστές, ψηφιακοί αναλυτές κ.λ.π, ως σοκαρισμένοι παρθενόπληκτοι, δεν συνιστά ηθική ανωτερότητα αλλά λαϊκιστική σκοπιμότητα. Άλλοτε προσβλέπουν στην άντληση ψήφων, άλλοτε επειδή δεν εξυπηρετούνται συγκεκριμένα συμφέροντα και συχνά απλώς για λίγα κλικ και κοινοποιήσεις. Εκμεταλλεύονται συνειδητά το φαινόμενο της εποχής, τη δίψα για σκάνδαλα. Μια δίψα που μετατρέπει την πολιτική σε reality show και τον δημόσιο διάλογο σε δικαστήριο χωρίς δικονομία. Κάθε βίντεο, κάθε αποσπασματική καταγγελία, συχνά κατασκευάζεται με γνώμονα την πολιτική ζημιά και όχι την αλήθεια. Η υποκρισία εδώ είναι πασιφανής.

Το επικίνδυνο σημείο είναι όταν αυτή η πρακτική φτάνει στα όρια -ή και πέρα από αυτά- της παραπλάνησης και της παραπληροφόρησης. Όταν το μισό γεγονός παρουσιάζεται ως ολόκληρη αλήθεια και όταν η ηθική αγανάκτηση γίνεται εργαλείο χειραγώγησης. Αν πραγματικά μας ενδιαφέρει η κάθαρση και η διαφάνεια, τότε η συζήτηση οφείλει να είναι συνολική, θεσμική και ειλικρινής. Διαφορετικά, δεν πρόκειται για αγώνα αξιών, αλλά για ακόμη ένα επεισόδιο πολιτικής υποκρισίας, καλομονταρισμένο για κατανάλωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική υποκρισία είναι όχι απλώς προσβλητική αλλά καταντά επικίνδυνη. Καλλιεργεί έναν πολιτικό κυνισμό που καθιστά τον πολίτη παθητικό, εύκολα χειραγωγήσιμο και απροετοίμαστο απέναντι στις πραγματικές παθογένειες του συστήματος. Όταν οι δημόσιες καταγγελίες γίνονται κυρίως για εντυπωσιασμό και ψηφιακή απήχηση, το διακύβευμα δεν είναι η ηθική ή η διαφάνεια, αλλά η πολιτική εκδίκηση ή η προσωπική προβολή.

Ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που θα έπρεπε να αντλήσουμε από τέτοια φαινόμενα είναι ότι η ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία απαιτεί θάρρος, συνέπεια και θεσμικούς μηχανισμούς. Δεν επαρκεί η καταγραφή σκάνδαλων ή η κοινοποίηση «κακοστημένων» βίντεο. Χρειάζεται πολιτική παιδεία, ενεργός πολίτης και θεσμική λογοδοσία. Μέχρι τότε, κάθε νέο «αποκαλυπτικό» βίντεο θα είναι απλώς το επόμενο επεισόδιο ενός θεάματος που υπηρετεί το θέαμα και όχι την αλήθεια.