Σήμερα η Κύπρος αποχαιρετά τον Γιώργο Βασιλείου. Έναν Πρόεδρο που, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, η συντριπτική πλειοψηφία συμφωνεί ότι υπήρξε φαινόμενο για την πολιτική ζωή του τόπου. Έναν οραματιστή ηγέτη. Έναν φανατικό ευρωπαϊστή. Έναν άνθρωπο που δεν διαχειρίστηκε απλώς την εξουσία, αλλά επιχείρησε να αλλάξει ριζικά την κατεύθυνση της χώρας.
Για τη δική μου γενιά –που μεγάλωσε πολιτικά ακούγοντας περισσότερο για «διαχειριστές κρίσεων» παρά για ηγέτες με σχέδιο– το όνομα του Γιώργου Βασιλείου λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Όχι γιατί υπήρξε αλάνθαστος. Επειδή ενσάρκωσε κάτι που σήμερα μοιάζει σπάνιο: Την πολιτική με προοπτική χρόνου, όχι στο όριο της θητείας και με στόχευση την επανεκλογή.
Ο Βασιλείου δεν ήταν «παιδί του συστήματος». Προερχόμενος από το χώρο της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, εισήλθε στην πολιτική σε μια εποχή όπου η Κύπρος λειτουργούσε ακόμη με όρους κλειστού κράτους, εσωστρέφειας και φόβου. Η εκλογή του το 1988 ανέτρεψε παγιωμένες νοοτροπίες και έσπασε στεγανά δεκαετιών. Αυτό από μόνο του ήταν μια πολιτική τομή. Τότε προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά σήμερα αναγνωρίζεται ως ιστορική καμπή.
Ο Γιώργος Βασιλείου πίστεψε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου πολύ πριν αυτή καταστεί εθνικός στόχος με καθολική αποδοχή. Αντιλήφθηκε ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν απλώς ένα διπλωματικό τρόπαιο, αλλά εργαλείο εκσυγχρονισμού, γεωπολιτικής ασφάλειας και θεσμικής προόδου. Σε μια εποχή που ο ευρωσκεπτικισμός εκφραζόταν με καχυποψία και κασσανδρικά συνθήματα, ο Βασιλείου επέμεινε σε μια στρατηγική επιλογή που τελικά δικαίωσε τον τόπο.
Παράλληλα, στο Κυπριακό, τόλμησε να κινηθεί έξω από την πεπατημένη. Υποστήριξε τον διάλογο, τη λύση, τη συνύπαρξη, γνωρίζοντας ότι το πολιτικό κόστος θα ήταν μεγάλο. Και ήταν. Όμως, η Ιστορία έχει την κακή συνήθεια να δικαιώνει εκ των υστέρων εκείνους που δεν πολιτεύτηκαν με γνώμονα τη δημοσκοπική επιβίωση.
Ως δημοσιογράφος που βίωσε από τις ημέρες Βασιλείου το όραμα για ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι δύσκολο να μην αναρωτιέμαι πόσα από όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα θα υπήρχαν χωρίς εκείνες τις πρώιμες πολιτικές συγκρούσεις. Χωρίς εκείνη την επιλογή να κοιτάξει ο τόπος προς τα έξω, αντί να κλειστεί φοβικά στον εαυτό του.
Αναλογιζόμενος κάποιος όλα όσα, πρωτοποριακά για την εποχή του, στόχευσε και προώθησε ο εν λόγω ηγέτης (από τις ελάχιστες περιπτώσεις που ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός αντανακλά την πραγματική έννοια σε αυτόν στον οποίο αποδίδεται) αναπόφευκτα γεννάται το ερώτημα: Θα μπορούσε σήμερα να αναδειχθεί και να επιβιώσει πολιτικά ένας Γιώργος Βασιλείου;
Σε μια εποχή βαθιάς απαξίωσης της πολιτικής, οργής απέναντι στους θεσμούς και γενικευμένης καχυποψίας απέναντι σε κάθε πρωτοβουλία, το πολιτικό περιβάλλον μοιάζει εχθρικό προς τα οράματα. Η κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη. Θυμωμένη. Συχνά έτοιμη να απορρίψει τα πάντα συλλήβδην. Εξαιτίας του γκρίζου αυτού πολιτικού τοπίου, έχουν αναπηδήσει πρόσωπα φαιδρά. Κραυγαλέα. Συχνά επικίνδυνα λόγω της πολιτικής τους ανεπάρκειας. Χωρίς βάθος ή σχέδιο. Που τρέφονται από τον θυμό, τις φωνασκίες και την ευκολία της καταγγελίας. Όχι από τις πολιτικές προτάσεις ή την πολιτική ευθύνη.
Η στήλη αυτή, που καθηκόντως παρακολουθεί την πολιτική καθημερινά για δεκαετίες, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει πόσο έχει φθαρεί η έννοια της πολιτικής ηγεσίας. Πόσο συχνά η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα. Σε αναρτήσεις και αντιπαραθέσεις χαμηλού επιπέδου. Σε ένα διαρκή θόρυβο χωρίς περιεχόμενο.
Το σημερινό πολυδιασπασμένο πολιτικό τοπίο, με κόμματα-ταμπέλες, με προσωποπαγή σχήματα και ένα δημόσιο λόγο που κινείται συχνά στα όρια της τοξικότητας, θα ήταν πιθανότατα τροχοπέδη για έναν ηγέτη ο οποίος ζητούσε χρόνο, εμπιστοσύνη και ωριμότητα σκέψης. Έναν ηγέτη που μιλούσε για μεταρρυθμίσεις και όχι για πρόσκαιρες λύσεις.
Η παρακαταθήκη του Γιώργου Βασιλείου δεν είναι μόνο όσα πέτυχε, αλλά και το μέτρο σύγκρισης που αφήνει πίσω του. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε πόσο χαμηλά έχουμε κατεβάσει τον πήχη των προσδοκιών μας. Πόσο συγχέουμε την πολιτική τόλμη με την πολιτική αυθαιρεσία και το όραμα με το σύνθημα.
Ο σημερινός αποχαιρετισμός δεν είναι απλώς μια τελετουργική πράξη μνήμης. Είναι μια υπενθύμιση ότι η Κύπρος υπήρξε κάποτε ικανή να εμπιστευτεί το διαφορετικό, το προοδευτικό, το πιο σύγχρονο. Και το ερώτημα σήμερα κατά πόσο εξακολουθεί να εμπιστεύεται κάτι ανάλογο από τους πολιτικούς, φαντάζει ιδιαιτέρως βασανιστικό.
Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι αν θα μπορούσε να υπάρξει ξανά ένας Γιώργος Βασιλείου. Το πρόβλημα είναι αν η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα θα τον άντεχαν.
Αυτή είναι η τεράστια και βαριά απορία που αφήνει πίσω του. Όχι για το παρελθόν που τιμούμε, αλλά για το μέλλον που δείχνουμε απρόθυμοι να διεκδικήσουμε. Ανεχόμενοι πολιτικούς περιορισμένων ικανοτήτων και θολών οραμάτων.