Για πολλούς μήνες μας έλεγαν ότι ο νόμος για τις διαδηλώσεις ήταν «αναγκαίος», «εκσυγχρονιστικός», «μέτρο ασφάλειας». Μας μιλούσαν για τάξη, ομαλότητα, προστασία της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που ψήφισαν 28 βουλευτές δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα θεσμικό φίμωτρο. Ένας νόμος κομμένος και ραμμένος για να περιορίζει τη λαϊκή αντίδραση. Όχι για να προστατεύει τη δημόσια ασφάλεια. Και σήμερα, που αναγκάζονται να τον αλλάξουν άρδην, αποδεικνύεται ποιος είχε δίκιο και ποιος προσποιείτο ότι υπηρετεί τη δημοκρατία.

Ας το πούμε καθαρά: Αν δεν είχε μεσολαβήσει το ηχηρό χαστούκι του ΟΑΣΕ, μετά από παρέμβαση της Ειρήνης Χαραλαμπίδου, ο εκτρωματικός αυτός νόμος θα ίσχυε κανονικά. Κανένα υπουργείο δεν ξύπνησε. Καμία Νομική Υπηρεσία δεν συγκινήθηκε. Η πίεση ήρθε απ’ έξω. Εκ των έσω, κάποιοι είχαν ήδη αποφασίσει ότι η κοινωνική διαμαρτυρία είναι πρόβλημα προς διαχείριση.

Θυμίζουμε τι προέβλεπε το μόρφωμα που ψήφισαν. Είκοσι άτομα θεωρούνταν διαδήλωση. Έπρεπε να ειδοποιήσουν την Αστυνομία επτά ημέρες πριν. Να δηλώσουν ώρα, διαδρομή, σκοπό. Και το πιο εξοργιστικό, να ενημερώσουν τι θα έγραφαν στα πανό τους. Με απλά λόγια, για να διαμαρτυρηθείς έπρεπε πρώτα να ζητήσεις άδεια από εκείνους εναντίον των οποίων διαμαρτύρεσαι. Αν αυτό δεν είναι δημοκρατική εκτροπή, τότε τι είναι;

Σήμερα, ευτυχώς, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της λογικής κατεδαφίζεται. Οι αυθόρμητες συγκεντρώσεις δεν θα απαιτούν πλέον συνεννόηση με την Αστυνομία. Οι διαδηλώσεις δεν θα εξορίζονται σε κλειστούς χώρους, αλλά θα μπορούν να γίνονται έξω από κτήρια εξουσίας. Ο διοργανωτής δεν θα αποτελεί προϋπόθεση ύπαρξης διαμαρτυρίας. Το κράτος οφείλει, πλέον ρητά, να σέβεται και να διευκολύνει το δικαίωμα στη συνάθροιση. Η γραπτή ειδοποίηση γίνεται ενημέρωση, όχι μηχανισμός φίμωσης. Και αν υπάρξουν μεμονωμένα επεισόδια, η Αστυνομία οφείλει να συλλάβει τους υπαίτιους, όχι να τιμωρεί συλλογικά, διαλύοντας τις συγκεντρώσεις.

Όλα αυτά είναι θετικά. Δεν μας τα χάρισε, όμως, η εξουσία. Αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί. Επειδή αποκαλύφθηκε η υποκρισία της. Την ώρα που δεν μπορεί να ελέγξει τη βία εκεί όπου πραγματικά υπάρχει, ήθελε να αποκτήσει εξουσία πάνω σε ειρηνικούς πολίτες με πλακάτ.

Η ίδια Αστυνομία που άφησε τη Χλώρακα να εκραγεί, που δεν διέβλεψε τα επεισόδια στη Λεμεσό, που επέτρεψε στους κυνηγούς να κλείσουν τον αυτοκινητόδρομο και να ανάψουν φουκούδες, αποκτούσε το δικαίωμα να διαλύει διαδηλώσεις με βάση «εύλογες υποψίες». Όχι στοιχεία. Όχι πραγματικό κίνδυνο. Υποκειμενική κρίση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν ήταν ποτέ η ασφάλεια. Ήταν η σιωπή. Δεν ήταν η τάξη. Ήταν ο έλεγχος. Ήθελαν μια κοινωνία σιωπηλή, όχι ενεργή. Υπάκουη, όχι διεκδικητική.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θετική ανατροπή, παραμένει ένα επικίνδυνο κενό: Η κουκούλα. Η νέα ρύθμιση επιτρέπει σε οποιονδήποτε να διαδηλώνει καλύπτοντας το πρόσωπό του. Μόνο αν κρατεί επιθετικό όργανο θα μπορεί η Αστυνομία να ζητήσει να την αφαιρέσει και να δώσει την ταυτότητά του. Αυτό, ωστόσο, είναι πολύ μεγάλο λάθος.

Η κουκούλα δεν είναι σύμβολο ελευθερίας. Είναι σύμβολο ατιμωρησίας. Κανένας ειρηνικός πολίτης δεν φοβάται να δείξει το πρόσωπό του. Μόνο όποιος σχεδιάζει βία ή θέλει να παραμείνει στο σκοτάδι τη χρησιμοποιεί. Μια δημοκρατία δεν μπορεί να ανέχεται την ανωνυμία και τα καλυμμένα πρόσωπα σε δημόσιο χώρο.

Η εξουσία τρόμαξε και έκανε πίσω. Αλλά κράτησε την κουκούλα ως δικλίδα για… το χάος. Αυτό δείχνει ότι, παρά τις διορθώσεις, δεν εμπιστεύεται ακόμη τη διαφάνεια και την ωριμότητα της κοινωνίας. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Επειδή η διαμαρτυρία δεν είναι απειλή. Είναι προϋπόθεση της δημοκρατίας. Και όποιος τη φοβάται, αποκαλύπτει πόσο λίγο αντέχει την αλήθεια.