Εκείνες τις μέρες το ηλιόλουστο πρόσωπο της γιαγιάς Δέσποινας, έτοιμο ανά πάσα στιγμή να χαμογελάσει ή να σκάσει στα γέλια, έπαιρνε μια αλλιώτικη μορφή. Στα παιδικά μου μάτια θύμιζε αυτή των αγίων ή της Παναγίας που έβλεπα στις εικόνες της εκκλησίας στην οποία με έπαιρνε τις Κυριακές αλλά και όλη την Αγία Εβδομάδα. Καθισμένη σ’ ένα πτυσσόμενο σκαμνάκι στα πόδια της παρακολουθούσα σιωπηλή τις λειτουργίες, χωρίς να καταλαβαίνω τι έλεγαν οι ιερείς και οι ψάλτες. Πρέπει να ήταν σπουδαία λόγια, λέξεις σημαίνουσες, βαρετές αφού η γιαγιά και όλες οι γυναίκες στο εκκλησίασμα είχαν θλιμμένο πρόσωπο. Μου μιλούσε πριν πάμε, για την Ανάσταση του Λαζάρου και για την Κυριακή των Βαΐων, τότε που αφήναμε σε μια γωνιά στον γυναικωνίτη μια θήκη μαξιλαριού, ραμμένη και γεμάτη με φύλλα ελιάς, στην οποία αναγραφόταν το όνομά της, Δέσποινα Χριστοφόρου. Με την ευλογημένη αυτή ελιά θα μας κάπνιζε ολόχρονα με το καπνιστήρι της.
Ακόμη και όταν ζύμωνε τις φλαούνες ή βάφαμε τα αυγά, η γιαγιά Δέσποινα δεν μπορούσε να κρύψει τη στενοχώρια της. Όσο για τη Μεγάλη Παρασκευή, το πρωί που έκοβε τα τριαντάφυλλα, τα κρίνα και τις αμαρυλλίδες για να τα πάρουμε στην εκκλησία με την αδελφή και να στολίσουμε τον Επιτάφιο, βρισκόταν μέσα στην απόλυτη θλίψη. Έφτιαχνε τη σούπα φακή, με κρεμμυδάκια και κόλιαντρο, «ούτε σταγόνα λάδι, μόνο ξύδι», μας έλεγε, όπως αυτό με το οποίο πότισαν τον Ιησού και όλο κυλούσαν τα δάκρυα στα μάγουλά της. Η ίδια θλίψη, όταν το απομεσήμερο μπαίναμε στο αυτοκίνητο και μας γύριζε η μητέρα από εκκλησία σε εκκλησία για να προσκυνήσουμε και να δούμε τους Επιτάφιους στολισμένους από τα άνθη των αυλάδων.
«Ω γλυκύ μου έαρ», έψελναν οι ιερείς, οι ψάλτες και η χορωδία ενώ οι μυροφόρες στους δρόμους μας έραιναν με ανθόνερο, κατά την περιφορά του Επιταφίου. Η γιαγιά δάκρυζε και θρηνούσε απόλυτα κι ας γνώριζε με βεβαιότητα πως ο Χριστός θα ανασταινόταν την επομένη. Έτσι ζούσε την κάθε μέρα και στιγμή, το κάθε συμβάν της ζωής της, με όλο της το είναι. Μια ζωή απλή, μιας γυναίκας χήρας που μεγάλωσε με τη βοήθεια της αδελφής της τα τρία της παιδιά, με κόπους και στερήσεις και απέραντη πίστη που δεν την άφηναν να λυγίσει ακόμη και όταν βρισκόταν αντιμέτωπη με οικογενειακές τραγωδίες. Έκλαιγε, σπάραζε και έπειτα σηκωνόταν με πίστη και άχραντη αγάπη, να μαγειρέψει, να φτιάξει γλυκά και ροδόσταμα, να φροντίσει τα άνθη της, να ταΐσει τα γατιά και να πάρει ένα πιάτο φαΐ σε κάποιους στη γειτονιά που το είχαν ανάγκη.
Μέσα σ’ αυτά, έβρισκε χρόνο να πιει καφέ με τις γειτόνισσες τα δειλινά, με το νήμα της κουβαρίστρας τυλιγμένο γύρω από τον δείχτη του χεριού της να κάνει ασταμάτητα αμέτρητους κύκλους, σχηματίζοντας μαργαρίτες και λουλούδια. Στη συνέχεια γίνονταν εσάρπες, τραπεζομάντηλα και παπλώματα για την προίκα μας, ένα για την κάθε εγγονή. Κρατούσε το νήμα του χρόνου στα χέρια της και έδινε νόημα και χαρά στη ζωή μας και στις μέρες μας. Το κάθε τι το έκανε με μεράκι και ανιδιοτέλεια, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την κάθε μέρα που ξημέρωνε.
Η κουβαρίστρα έπεφτε στο πάτωμα και κυλούσε μαζί με τις μέρες, τις εποχές και τα χρόνια. Οι ανθοί των κίτρων σηματοδοτούσαν την άνοιξη, άνθιζε κι η ζαμπουκιά στον φράχτη, τα κρίνα, τα λίρια, οι αμαρυλλίδες και οι τριανταφυλλιές. Έπειτα τα γιασεμιά, το αγιόκλημα, τα φούλια και ο βασιλικός στις γλάστρες. Ένας λιτός από λουλούδια καλοκαιρινός κήπος, αφού μόνο τα τσαρτελούδκια, τα γεράνια άντεχαν στο καλοκαιρινό λιοπύρι. Ώσπου να ξαναγεμίσει η αυλή με οκτωβρούδες, σε όλα τα χρώματα, και η κολοκύθα που όλο το καλοκαίρι μεγάλωνε, γινόταν πια πρώτη ύλη για τις κολοκωτές και τροφή για τη φαντασία μου, αφού μες στη νύχτα μεταμορφωνόταν σε χρυσή άμαξα. Το αλεξανδρινό, ή οι γλώσσες της πεθεράς, γινόταν ολοκόκκινο όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα.
Και όλα ξανά από την αρχή, με την ιεροτελεστία των τεσσάρων εποχών και των ονομαστικών γιορτών, με μυρωδιές, αισθήσεις και εδέσματα που γέμιζαν τις μέρες μας δίνοντας μια γεύση ουρανού στον ουρανίσκο. Σαν έκπτωτος άγγελος ένιωσα όταν έφυγε από τη ζωή η γιαγιά, που με τη βαθιά της πίστη, ακόμη και να μην υπήρχε παράδεισος, αυτή θα τον είχε επινοήσει, όπως άλλωστε είχε φτιάξει τον δικό μας επίγειο, πλημμυρισμένο από άνθη, αρώματα και θεϊκές γεύσεις.
Κάθε χρόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα, ενώ μου λείπει τόσο η γιαγιά Δέσποινα, η παρουσία της γίνεται από την άλλη αισθητή μέσα από τις μυρωδιές των ανθών που σκορπίζει το απριλιάτικο αεράκι. Τη νιώθω μέσα από τους ύμνους και τις ψαλμωδίες, «Ω γλυκύ μου έαρ», και το πρωινό του Σαββάτου στην Πρώτη Ανάσταση, όταν σείονται οι πολυέλαιοι και οι σκάμνοι μέσα στο ναό, ανάμεσα σε δάφνες και μυρσίνια και τη μαγική λέξη «Ανάσταση» που βγαίνει κάθε τόσο από το στόμα του ιερέα. Κοιτάζω στο βάθος του ναού, πίσω αριστερά στο στασίδι της, και τη βλέπω που με θεία κατάνυξη κτυπά τον σκάμνο της με τη μικρή της εγγονή, ενώ δάκρυα χαράς κυλούν στα δυο της μάγουλα.
dena.toumazi@gmail.com