Είναι γεγονός πως το λέει o λαός. «Ο αποθανών δεδικαίωται». Με ποια έννοια, όμως; Σίγουρα όχι του βιβλικού «Αφίενται σου αι αμαρτίαι». Κι αυτό βιβλικό είναι, αλλά δεν έχει τη διαστρεβλωμένη ερμηνεία της «δικαίωσης» που επικράτησε με την πάροδο των χρόνων. «Ο αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας» – δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει, αυτή είναι η πλήρης φράση και το νόημα.

Βέβαια, όταν λέει κανείς «ο αποθανών δεδικαίωται», περισσότερο εννοεί ότι δεν κάθεσαι να λες, «τι μαλάκας που ήταν, μη σώσει να λιώσει ο μπάσταρδος». Ακόμα κι αν ήταν. Δεν είναι κόσμιο. Άλλωστε εσύ, ούτε δικαίωση μπορείς να προσφέρεις, ούτε άφεση αμαρτιών.

Εδώ, δεν μπορείς να εξασφαλίσεις τη δική σου, γι’ άλλους θα μεριμνάς; Τη δικαίωση την επιζητούν συνήθως οι πέριξ αυτού, για τους ίδιους. Με μια ωφελιμιστική προσέγγιση, ενίοτε και ρεβανσιστική. Στην κατάσταση του νεκρού, λοιπόν, το μόνο που μπορείς να επιδείξεις είναι σεβασμό. Σπουδαίο πράγμα ο σεβασμός σ’ έναν νεκρό. Κάποτε σταματούσαν τους πολέμους, για να θάψουν τους νεκρούς τους με τις πρέπουσες τιμές, ενώ με το να ατιμάσεις έναν νεκρό εθεωρείτο ότι διέπραττες «ὕβριν».

Προς τον νεκρό, λοιπόν, δείχνεις σεβασμό. Κι αυτό για τη δική σου εικόνα. Τη δική σου αξιοπρέπεια. Όχι για τον νεκρό. Για να μην πουν εσένα μαλάκα στο τέλος. Και για να μην σε πουν μαλάκα, ο σεβασμός σου δεν πρέπει να είναι αμετροεπής. Ο σεβασμός απαιτεί μέτρο. Χωρίς υπερβολές, χωρίς εξιδανικεύσεις και αχαλίνωτες συναισθηματικές φλυαρίες που δεν πείθουν κανένα. Διατηρώντας δε πάντα, κριτική στάση απέναντι στα πεπραγμένα του. Ιδίως αν ήταν άνθρωπος που εκ της θέσεώς του επηρέαζε τη ζωή σου, τον τόπο και τους ανθρώπους του. 

Θυμάμαι χαρακτηριστικά, σ’ ένα μνημόσυνο του Σπύρου Κυπριανού ο ομιλητής έκανε λόγο για «…εθνικό οραματιστή, εμπνευσμένο καθοδηγητή, σοφό και δίκαιο κυβερνήτη, διορατικό πολιτικό ηγέτη…». Και όλοι, πλέον, ξέρουμε πόσο ήταν όλα αυτά ο Σπύρος. Στην κηδεία του Κληρίδη ο Γιαννάκης Ομήρου είχε καταφέρει να χώσει σε μια παράγραφο δέκα μόλις γραμμών, 23 επίθετα! Ναι, 23! Τον κατευόδωσαν με διθυραμβικά σχόλια, ακόμα κι εκείνοι που κάποτε τον είχαν βαφτίσει «Πράκτορα των Ναζί», εκείνοι που του χρέωναν «προδοσίες», που του σύστηναν «να αυτοκτονήσει» (!), ακόμα κι εκείνοι που τον στόλιζαν με ιστορίες «ακράτειας» και «πάμπερς». Καταλαβαινόμαστε.

Την τελευταία βδομάδα, ερήμην μου, ανακυκλώθηκε στα σόσιαλ ένα κείμενό μου του 2018, μέσα από το οποίο σταχυολογούσα όλες εκείνες τις φορές κατά τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β´ βρισκόταν, σύμφωνα πάντα με τη δική μου κρίση, σε εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία με το ήθος. Προφανώς ανακυκλώθηκε από κάποιους που δεν άντεξαν τις υπερβολές, την αμετροέπεια, τα  δημοσιογραφικά κλισέ, τις φλυαρίες και την υποκρισία. Αν έτσι ένιωθαν, καλά έκαναν. Δικαίωμά τους. Κάποιοι, όμως, θεώρησαν ότι το άρθρο ήταν σημερινό κι ότι εγώ «πήρα θέση» πάνω από το ανοιχτό φέρετρο. Σ’ ό,τι μ’ αφορά προσωπικά, είμαι άλλης σχολής.

Υπάρχει μια νοητή λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τον κανίβαλο, από την αγελαία συμπεριφορά, από τη ζούγκλα. Την οποία το αρχέγονο ένστικτο, αραιά και πού, μάς σπρώχνει να δρασκελίσουμε. Το «όλα εδώ πληρώνονται» ούτε το ενστερνίζομαι, ούτε με αφορά. Εγώ έμαθα, όταν μακραίνουν οι ίσκιοι, να μην τους κυνηγάω. Απεναντίας. Γι’ αυτό και δεν έγραψα τίποτα τις μέρες που χειροτέρεψε η υγεία του. Τα «ο σεβασμός δεν επιβάλλεται, κερδίζεται» ισχύουν, αλλά για μετά. Πάνω από νωπό τάφο, δεν χορεύω. Όποιον κι αν σκεπάζει το χώμα. Επιπλέον, άλλο κριτική, όταν ο άλλος είναι εν ζωή, όπου επικεντρώνεσαι μόνο στα λάθη κι άλλο μια συνολική αποτίμηση, όταν ο άλλος έχει πλέον «κοιμηθεί». Η ζωή του μακαρίτη περιλαμβάνει και τα δυο – αν και είναι προφανές ποιο επικρατούσε.

Ελεύθερα, 13.11.2022.