Η αποτυχία των μαθητών μας στην τελευταία διεθνή εξέταση, που ήρθε ως συνέχεια των αποτελεσμάτων των περσινών εξετάσεων τετραμήνων, υπήρξε το έναυσμα για έναν νέο γύρο συζητήσεων – αντιπαραθέσεων για τις αιτίες της αποτυχίας και το τι πρέπει να γίνει, ώστε να καταστεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποτελεσματικό. Μάλιστα, ο νέος γύρος αναζητήσεων εμπλουτίζεται- ύστερα από την ανησυχία που προκάλεσαν τα τελευταία κρούσματα βίας στα σχολεία- με τη συζήτηση για την ανάγκη ανθρωπιστικής αγωγής.
Το παράδοξο είναι ότι οι θέσεις και οι απόψεις που εκφράζονται, ενώ είναι επαναλαμβανόμενες, παρουσιάζονται ως προτάσεις αφετηριακές για τη διερεύνηση και τον καθορισμό των παραμέτρων μιας «ρηξικέλευθης μεταρρύθμισης» που θα αλλάξει άρδην το εκπαιδευτικό μας σύστημα και θα το καταστήσει αποτελεσματικό. Ωστόσο, εκείνο που χρειάζεται σήμερα είναι να εστιάσουμε στις βασικές κοινές παραδοχές και να προχωρήσουμε στα πρακτικά βήματα που θα μπορούσαν να γίνουν.
Καταρχάς, ο σκοπός της θεσμοθετημένης παιδείας είναι με σαφήνεια διακηρυγμένος και επαρκώς τεκμηριωμένος. Από τη μια το σχολείο οφείλει να εφοδιάζει τον νέο με γνώσεις και δεξιότητες που θα τον βοηθήσουν να αποκατασταθεί επαγγελματικά, ενώ, από την άλλη -και κυρίως-, να καλλιεργήσει όλα τα ταλέντα και τις κλίσεις του και να τον βοηθήσει να καταστεί ολοκληρωμένη ψυχοπνευματική οντότητα, να τον απαλλάξει από την άγνοια και τις προκαταλήψεις, να τον εφοδιάσει με κριτική σκέψη και να τον οδηγήσει στην ατομική και κοινωνική ελευθερία.
Αναντίρρητα, η επίτευξη των στόχων αυτών ήταν πάντα δύσκολη. Πολύ περισσότερο είναι δύσκολη στη σύγχρονη εποχή που οι αλλαγές είναι καταιγιστικές σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα μας προσπερνούν, το επαγγελματικό τοπίο γίνεται ομιχλώδες, η ανασφάλεια επιτείνεται, τα αξιακά συστήματα αποδομούνται και οι κοινωνικοί θεσμοί διαβρώνονται.
Ωστόσο, η παιδεία παραμένει πάντα ο πιο σημαντικός προσαρμοστικός μηχανισμός του ανθρώπου και για αυτό όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα επιχειρούν μεταρρυθμίσεις που θα τα βοηθήσουν να πετύχουν τους στόχους τους. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου βρίσκεται εδώ και μια εικοσαετία υπό μεταρρύθμιση με στόχους όπως τη «μετάλλαξη του Κυπριακού σχολείου, όχι σε σχολείο της οικονομίας της αγοράς, αλλά σε δημοκρατικό σχολείο της αγοράς του δήµου» («Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση», 2004) και άλλες εξίσου πομπώδεις στοχεύσεις.
Ποιο είναι, όμως, το σχολείο που δημιουργήσαμε πραγματικά όλα αυτά τα χρόνια των «ριζικών» αλλαγών στην εκπαίδευση;
Όλοι συμφωνούμε ότι το σημερινό κυπριακό σχολείο σε αντίθεση με τις διακηρύξεις της αέναης μεταρρύθμισης, είναι ένα εξετασιοκεντρικό σχολείο που προάγει την αποστήθιση παρωχημένων γνώσεων και επιβάλλει την άκριτη αποδοχή της αυθεντίας του σχολικού εγχειριδίου και του δασκάλου στους μαθητές. Η βασική μέριμνα των εκπαιδευτικών είναι να «καλύψουν» μια τεράστια ύλη που δημιουργεί άγχος στους ίδιους και τους μαθητές και τους κάνει να νιώθουν ματαίωση. Οι μέθοδοι διδασκαλίας παραμένουν οι ίδιες εδώ και πενήντα χρόνια. Η καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας, της δημιουργικότητας και της καινοτόμου σκέψης παραμένουν γράμμα κενό. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα παραμένει, επίσης, απόλυτα συγκεντρωτικό όπως και η οργάνωση της σχολικής μονάδας και, χωρίς αμφιβολία, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για το «δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο» στο οποίο υποτίθεται ότι στοχεύουμε.
Είναι η ώρα να πράξουμε τα αυτονόητα και εφαρμόσιμα με ουσιαστικά βήματα και όχι με ουτοπικά θεωρητικά άλματα.
Καταρχάς, να μειωθεί (και όχι να «αποφορτιστεί» όπως λανθασμένα διατυπώνεται από επίσημα χείλη) η ύλη με την αφαίρεση των παρωχημένων γνώσεων και πληροφοριών και την ένταξη νέων που ταιριάζουν στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και να τεθούν νέες στοχεύσεις. Όταν γίνει αυτό μπορεί να δοθεί χρόνος στους εκπαιδευτικούς (και με την κατάλληλη επιμόρφωση) να χρησιμοποιήσουν επιτέλους μαθητοκεντρικές μεθόδους διδασκαλίας που προάγουν την ενεργητική μάθηση. Η στόχευση της διδασκαλίας τότε δεν θα είναι η απομνημόνευση-αποστήθιση των γνώσεων που τους προσφέρει ο δάσκαλος ως αυθεντία αλλά η κατανόηση, η κριτική ανάλυση, η συνθετική δημιουργικότητα και η εφαρμογή. Τέλος, το σχολείο να γίνει πράγματι «ανθρώπινο και δημοκρατικό» στην πράξη. Αυτό σημαίνει να αποκτήσει έναν βαθμό αυτονομίας, να λειτουργήσει με πιο συμμετοχικές διαδικασίες, να ενισχύσει τις δράσεις που γνωρίζουν στους μαθητές τον πολιτισμό, τις αξίες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να ενδυναμώσει τον διάλογο ως εργαλείο συνεργασίας.
Ας ελπίσουμε ότι η υπουργός Παιδείας δηλώνοντας ότι το σχολείο χρειάζεται «εκ βάθρων αναδόμηση» δεν εννοεί ότι θα ακολουθηθεί το γνωστό μοτίβο: εντοπισμός του προβλήματος- διορισμός «επιτροπών σοφών» – μεγαλόστομες διακηρύξεις και τελικά εμμονή στις παλιές αγκυλώσεις. Αντιθέτως, ευελπιστούμε ότι θα δώσει προτεραιότητα στις ουσιώδεις και εφαρμόσιμες αλλαγές όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω.
*Φιλόλογος, MSc Εκπαιδευτική Διοίκηση/ Πολιτική, πρ. προϊστάμενος τομέα Εκπ.Τ. Παιδαγωγικού Ινστιτούτου