Για δύο μέρες καθηλώθηκα στους τηλεοπτικούς δείκτες και παρακολουθούσα τον άριστο παρουσιαστή να πολυβολεί τους Υπουργούς Παιδείας και Εμπορίου, απνευστί,  με δυναμική διάθεση αυστηρής αντικειμενικής κριτικής. Και με την αδιάκοπη εμπειρία της κριτικής, ίσως κατά παράδοση αντιπολιτευτική 60 χρόνων, οφείλω να ομολογήσω την κατάπληξή μου.

Διότι εις μεν την πρώτη περίπτωση, άκουσα την Αθηνά Μιχαηλίδου να απαντά με εντυπωσιακή εμβρίθεια στις ερωτήσεις Π. Ποταμίτη, εφ’ όλης της ύλης. Μιάμιση ώρα απαντούσε σ’ όλο το βάθος των ερωτήσεων και σ’ όλες τις διαστάσεις των κριτικών ερωτημάτων επί των γεγονότων που αναπάντητα στο περισσότερο μέρος, απασχολούν βασανιστικά τον κόσμο μας. Κι έδινε απαντήσεις σε χρόνια αγωνίας που φανέρωναν το παρόν προβληματικό και το μέλλον αόρατο, αν μη βασανιστικό. Η Υπουργός  ήταν πλήρης στις απαντήσεις της που έδινε με ακρίβεια και ταχύτατα. Ήταν αριστουργηματική στην αμεσότητα και την πληρότητα των θέσεων. Δεν συνηθίσαμε να είμαστε μάρτυρες τόσης σιγουριάς,  ούτε στα εξήντα χρόνια της δημοσιογραφίας μας δηλώσαμε τη σημερινή ικανοποίηση επί των γεγονότων.

Στη δεύτερη περίπτωση, του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας, παρατήρησα την ίδια πληρότητα, την ίδια ακρίβεια στην ενημέρωση και, βέβαια την ικανοποίηση από τις απαντήσεις του Γιώργου Παπαναστασίου. Ουδέποτε διαπιστώσαμε τέτοια εγκυρότητα στα χρόνια της λεγόμενης ανεξαρτησίας. Και καταλήγω στα συγχαρητήρια στους δύο Υπουργούς αλλά και στον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως που συγκεντρώνει αμφισβητήσεις από διάφορες πλευρές για το έργο του. Και χωρίς πρόθεση κολακείας, εντελώς ξένης για μας, ομολογώ ευαρέσκεια και αίσθημα αισιοδοξίας.

 Οι επιλογές Χριστοδουλίδη, της Μιχαηλίδου και του Παπαναστασίου, ήταν άριστες και αποδεικνύουν ότι ο Πρόεδρος μπορεί να αργεί αλλά παίρνει εξαίρετες αντικειμενικές κριτικές. Παρά ταύτα εμφιλοχωρούν κάποιες απορίες σχετικές με τη χορεία κληρονομηθέντων, κυρίως συμβουλατόρων της προεδρίας, ιδιαίτερα, γιατί παραμερίζουν από την ενημερωτική επικαιρότητα τέτοια θετικά παραδείγματα.

Πέραν όμως τούτων αιωρούνται μαστιγωτικές άλλες επισημάνσεις στο δημόσιο βίο που οδηγούν σε αμαρτωλά παρελθόντα, όπως σε κοινοβουλευτικές αποφάσεις. Οι κύριοι αντιπρόσωποι του λαού, ‘’εθνοπατέρες’’ στην κοινή ελληνική, διέπραξαν λάθη (;) που δεν είναι δυνατόν να τύχουν απαλλαγής στη συνειδητότητά τους. Αντί να κρίνουν με εντιμότητα πολιτικούς και πολιτικές αποφάσεις επιδίδονταν σε επευφημίες εξουσιών και χειροκροτούσαν ενέργειες που απέβησαν ολέθριες για την πατρίδα και σαρωτικά καταστροφικά στην ιστορία της εποχής τους που διέσυραν εξευτελιστικά. Επί παραδείγματι δεν ράπισαν τη διασπάθιση των ταμείων άμυνας και την διάθεση εκατομμυρίων στους βωμούς της ψηφοθηρίας και του κομματικού συμφέροντος.

Δεν κατέκριναν την ακηδία στη διάθεση αμυντικών αποθεμάτων χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς την επιβαλλόμενη υπερκάλυψη των αναγκών που ούρλιαζαν προκλητικά. Παρέλειψαν να πάρουν θέση σε αποφάσεις, που θα ήσαν δυνατόν να ταυτιστούν με άσκεφτες έστω εκχωρήσεις σε ‘’φίλους’’ που μας προδίδουν ακατάσχετα. Τεκμήρια οι απώλειες δυνατοτήτων απελευθέρωσης τμημάτων των τουρκοκρατούμενων εδαφών όπως της Μεσαορίας, της Αμμοχώστου της Καρπασίας. Δεν τήρησαν οφειλές εκμεταλλευόμενοι τη συμφωνία Κληρίδη-Ντενκτάς για τη δυστυχή Καρπασία. Ήταν η μόνη συμφωνία που επετεύχθη στον λεγόμενο ενδοκοινοτικό διάλογο, την οποία ο μεν Ντενκτάς εξεμεταλλεύθη μέχρι λεπτομερείας και οι εξουσίες μας έπνιξαν, οι δε Βουλές συνεχίζουν τον πνιγμό… Οι Βουλές δεν βρήκαν λέξη να εκφέρουν θέση επί φοβερών θεμάτων, όπως οι αρνήσεις λήψεως μέτρων προς αντιμετώπιση της επερχόμενης βοώσας εισβολής. Πλέον τούτου ετήρησαν ουσιαστική σιγή επί κραυγαλέων προδοτικών ενεργειών.

Όπως οι εγκαταλείψεις διοικήσεων σε ώρα πολέμου,  η διαφυγή από θέσεις μάχης, η προδοσία τεταγμένων σε διοικήσεις, οι εντολές αποφυγής πυρών ενώ ο εχθρός αποβιβαζόταν στις ακτές μας. Και ας μην αντιτείνει κανείς ότι έγιναν έρευνες και καταγράφηκαν τόμοι δεδομένων και συμπερασμάτων. Γιατί αξιωματούχοι που έπρεπε να καταλήξουν στις φυλακές ανενόχλητοι και παρασημοφόροι περιφέρονται στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Ελλάδας απολαμβάνοντας τις συντάξεις τους. Οι Βουλές ενέχονται παμψηφεί στις παροχές αλλεπάλληλων βασιλικών συντάξεων που συνιστούν προσβλητικές προκλήσεις και στους βουλευτές και στον λαό. Τους θυμίζω την επιλογή Καποδίστρια στην Εθνοσυνέλευση  που πρότεινε αμοιβές:‘’Έφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν δια να ζήσω, αρνούμαι  να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν’’.

Αυτά καταγράφονται προς προβληματισμό και αυτοεπίγνωση των επαϊόντων. Οι περισσότεροι των οποίων αρέσκονται να κρίνουν και να κατακρίνουν άλλους αλλά αποφεύγουν να αναγνωρίσουν σφάλματα ή ενοχές που διαπράχθηκαν και στον λεγόμενο ναό της Δημοκρατίας όπου στρογγυλοκάθονται και συνεχίζουν τακτικές που δεν λαμπρύνουν αλλά καταδικάζουν και παρελθόντες και παρόντες… Και δεν τολμούν να αμφισβητήσουν εγκρίσεις της Βουλής για τις τερατώδεις 4-5 που θα αρμέγουν εσαεί τη μισοπεθαμένη Δημοκρατία μας…

*Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών της ΕΟΚΑ.