Μέρος 2ον

Ο Μακάριος φαίνεται δεν έλαβε ποτέ σοβαρά υπόψη τις απόψεις ή και τις συμβουλές των ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά ούτε μελέτησε την διαμόρφωση των βρετανικών συμφερόντων στην Μ. Ανατολή.
Αντίθετα, ενέτεινε συνεχώς τις κινητοποιήσεις του στην Ελλάδα, ασκώντας αφόρητη πίεση πάνω στην εκάστοτε κυβέρνηση.

Για να κατανοήσουμε την αποφασιστικότητα και το πείσμα με το οποίο ασκούσε πίεση πάνω στις ελληνικές κυβερνήσεις αξίζει να αναφερθούν μερικά περιστατικά.

Τον Μάιο του 1950 (ως μητροπολίτης Κιτίου), προπέμποντας τα μέλη της αντιπροσωπείας που μετάβαινε στην Αθήνα για να επιδόσουν τα αποτελέσματα του Ενωτικού Δημοψηφίσματος στην Ελληνική κυβέρνηση, τους προέτρεψε: «Μεταδώστε τους παλμούς της ψυχής ανά το πανελλήνιο…τρέφομεν την ελπίδαν ότι η μητρική κυβέρνησις θα υιοθετήσει πλήρως το ζήτημά μας…». Συνέχισε προειδοποιώντας την ελληνική ηγεσία: «Αν λόγοι κακώς εννοούμενης σκοπιμότητας δεν θέσουν το ζήτημά μας ως πανελλήνιον αξίωσιν προ των αρμοδίων, ο ελληνικός λαός έχει τον λόγο του».

Όταν έφτασε η αντιπροσωπεία στην Αθήνα, τα μέλη της πρέπει να συνει¬δητοποίησαν πόση απόσταση χώριζε τα ρομαντικά και αφελή οράματα του Μακαρί¬ου από τα πραγματικά βιώματα των Αθηνών. Η κυβέρνηση του στρατηγού Πλαστήρα, αρνήθηκε να παραλάβει τους τόμους του Δημοψηφίσματος «γιατί φοβόταν πως μια τέτοια ενέργεια της θα δημιουργούσε παρεξηγή¬σεις και ψυχρότητα στις σχέσεις Βρετανίας και Ελλάδας». (Χριστοδούλου, Μ. «Η πορεία μιας εποχής», σ. 62).

Σε μεταγενέστερη συνάντηση που είχε με τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας, στρατηγό Πλαστήρα, ο τελευταίος του είπε:

«Άκουσε, Μακαριώτατε, αν ήρχεσο εις την πτωχικήν μου καλύβην και μου εζήτεις να πάω να πολεμήσω διά την Κύπρον, θα το έκαμνα ευχαρίστως, διότι είμαι στρατιώτης. Αλλά έρχεσαι εις το γραφείον του Πρωθυπουργού της Ελλάδος και μου ζητάς να κάψω την Ελλάδα, χωρίς να ημπορώ να ωφελήσω την Κύπρο. Κάθησε, λοιπόν, ήσυχα». (Χριστοδούλου, Μ. «Η πορεία μιας εποχής», σ. 71).

Ο δε Σ. Βενιζέλος το 1956, δήλωσε στην ελληνική Βουλή « «Δεν διστάζω να ομολογήσω ότι το 1951, ως πρόεδρος της κυβερνήσεως, ηρνήθην να προσφύγω εις τα Ηνωμένα Έθνη. Κατά το 1952, κατόπιν ισχυράς πιέσεως του Εθνάρχου Μακαρίου, ηρνήθην και πάλιν την προσφυγήν, και ο Μακάριος τότε, μέσα εις το γραφείον μου εις το Υπουργείο Εξωτερικών, μου είπε: «θα σας καταγγείλω εις τον Ελληνικόν Λαόν ότι αρνείσθε να κάμετε την προσφυγήν εις τα Ηνωμένα Έθνη». Του απήντησα: «Μπορείτε να κάμετε ό,τι θέλετε, να με καταγγείλετε όπου θέλετε, αλλά δεν πρόκειται εσείς να διευθύνετε την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος». (Πρακτικά Ελληνικής Βουλής, 25 Απριλίου 1956).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνομιλία του αρχιεπισκόπου με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, όταν ήταν υφυπουργός εξωτερικών το 1951-52. Σε εκείνη την συνάντηση, του εξήγησε : «Ότι η Ελλάδα δεν είχε ακόμα συνέλθει από τις καταστροφές μιας ολόκληρης δεκαετίας, ότι ούτε η ευζωία ούτε η εθνική υπόσταση των ελληνοκυπρίων κινδύνευε, ούτε η εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού θα μπορούσε να αλλοιωθεί. Γι΄ αυτό, εκείνη την ώρα προείχαν για μας δύο πράγματα: Πρώτον, πως θα θρέψουμε καλύτερα τους πολλούς πεινασμένους, πως θα στεγάσουμε τους άστεγους, γενικά πως θα βελτιώσουμε το χαμηλότατο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων. Δεύτερον, να μην κάνουμε τίποτα που να θίξει τον πολύτιμο ελληνισμό της Κωνσταντινουπόλεως, που τον απειλούσαν πολλά. Ήρεμα αλλά ψυχρά ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε ότι συμφωνεί κατ’ αρχήν αλλά: Πρώτον θέματα που αφορούν την ελευθερία των Ελλήνων έχουν το προβάδισμα από θέματα βιοτικού επιπέδου. Δεύτερον, ότι ο Ελληνισμός της Κωνσταντινουπόλεως, πράγματι πολύτιμος, ήταν για πολλούς λόγους καταδικασμένος σε εξαφάνιση».

Μόλις άκουσε αυτές τις απαντήσεις ο Αβέρωφ πρέπει να έμεινε άφωνος, γιατί προσθέτει: «Αισθάνθηκα, αν ταιριάζει αυτή η έκφραση, πόνο στην ψυχή μου. Ακόμα περισσότερο γιατί αυτά τα έλεγε βέβαιος πώς η θέση του ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Γι’ αυτό άλλωστε όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν αποτελούσαν τη μόνη απάντηση του αποφασισμένου αγωνιστή. Την απάντηση προς την κυβέρνηση την έδωσε με ομιλία του από το ραδιόφωνο των Αθηνών, στην οποία υπήρχαν έντονες επικριτικές περιπλοκές και στην οποία – πρέπει να επισημανθεί – μιλούσε εν ονόματι του Έθνους. Ιδού παραδείγματα: Είμαι υποχρεωμένος να σου μιλήσω την γλώσσα της αλήθειας και να σου καταγγείλω και την κυβέρνησιν και την αντιπολίτευσιν. Δεν ήρθησαν εις το ύψος των περιστάσεων. Δεν έδειξαν ούτε τόλμην ούτε θάρρος. Εις την αξίωσιν του Έθνους περί προσφυγής, απήντησαν με δισταγμόν και νυσταγμόν, ότι παρακολουθούν το ζήτημα αγρύπνως (Αβέρωφ, Ε. «Ιστορία χαμένων ευκαιριών», α’ τόμος, σ.35-36).

Εδώ πρέπει να επισημανθεί, ότι ο Μακάριος ευρισκόμενος στην πρωτεύουσα του ελληνισμού, κατηγορούσε – μιλώντας εκ μέρους του Έθνους – ολόκληρη την εκλεγμένη πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση και αντιπολίτευση), ακόμα και τη μη εκλεγμένη (όλα τα πολιτικά κόμματα εντός ή εκτός κυβέρνησης και βουλής) ότι δεν αίρονται στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί το Έθνος. Όλοι οι πολιτικοί ηγέτες της Ελλάδας (εκλεγμένοι και μη) δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν και να ερμηνεύουν τα συμφέροντα του ελληνικού Έθνους. Μόνο αυτός τα ερμήνευε σωστά.

Παρόμοιες δηλώσεις, τόσο σε περιεχόμενο, όσο και σε χαρακτηρισμούς προέβαινε τακτικά ο αρχιεπίσκοπος.

Το καλοκαίρι του 1953, οργάνωσε ένα ογκώδες συλλαλητήριο στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία και «εξεφώνησε μπροστά στο πλήθος που παραληρούσε, ένα φλογερό πατριωτικό λόγο». Όπως καταγράφει ο Αβέρωφ: «Ο εθνάρχης της Κύπρου δεν περιοριζόταν σε βαριές κατηγορίες- που κι αυτές υπήρχαν στο λόγο του – κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως…προχωρούσε πολύ πιο πέρα, και για πρώτη φορά χάραζε ανεξάρτητη όσο και δυναμική κυπριακή πολιτική». Διακήρυξε: «Εις εκείνο το οποίον η ελληνική κυβέρνησις διστάζει να προβή, θα προβώμεν ημείς οι ίδιοι…θα απευθυνθώμεν προς αυτά (προς τα Ηνωμένα Έθνη) ζητούντες την εφαρμογήν της αρχής της αυτοδιαθέσεως και επί της Κύπρου…Αλλωστε, ούτε εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν εξ ολοκλήρου στηριζόμεθα, ούτε εις τα Ηνωμένα Έθνη κατά πάντα βασιζόμεθα. Στηριζόμεθα πρό παντός εις τα ιδίας ημών δυνάμεις και βασιζόμεθα ιδιατέρως επί του αγώνος εις το εσωτερικόν. Ηνωμένοι και ομονοούντες υπό την εθναρχική σημαίαν, θα αγωνισθώμεν με συνέπειαν και συνέχειαν, εν ημέρα και εν νυκτί, με όλα τα μέσα και με όλους τους τρόπους, προς ένα σκοπόν πάντοτε αποβλέποντες: την ελευθερίαν και την ένωσιν με την μητέρα πατρίδα». (Αβέρωφ, Ε. «Ιστορία χαμένων ευκαιριών», α’ τόμος, σ.39-40).

Με άλλα λόγια ο συσχετισμός δυνάμεων (μέσων και στόχων), τότε τόσο τοπικά όσο και περιφερειακά ήταν:

α) Μια Ελλάδα πολύ εξασθενημένη σε όλους τους τομείς , όπως την περιέγραψε ο Άγγελος Βλάχος: «Η Ελλάς, τότε εκτός από την προβολή του δικαίου της δεν διέθετε, (ούτε προβλεπόταν δυνατότητα να διαθέτει) κανένα απολύτως μέσο. Αντιθέτως, θα βρισκόταν μόνιμα, σε σαφέστατα μειονεκτική θέση αφού εξηρτάτο κατά τα πάντα από τους συμμάχους της». Αυτή την Ελλάδα, την έσπρωχνε αφόρητα ο Μακάριος, να στραφεί και εναντίον των δικών της συμφερόντων.

β) Μια Μεγάλη Βρετανία (που είχε και τη διπλωματική υποστήριξη των Αμερικανών και που διέθετε πλήρη διοικητικό και στρατιωτικό έλεγχο πάνω στο κυπριακό έδαφος), αποφασισμένη για ολοκληρωτική και ολομέτωπη σύγκρουση και με φανερή διάθεση να εμπλέξει και προωθήσει τα συμφέροντα της Άγκυρας και τοπικά να ενθαρρύνει τον ξεσηκωμό των Τ/Κ εναντίον των Ε/Κ.

γ) Οι ελληνοκύπριοι: Να τους καθοδηγεί ο αρχιεπίσκοπος με υποσχέσεις για απραγματοποίητους και παραμυθένιους εθνικούς στόχους και οράματα, όπως την πιο πάνω ομιλία, που εκφώνησε από τον άμβωνα της εκκλησίας της Φανερωμένης, που με τη συνηθισμένη πατριωτική αοριστολογία του, υπογράμμισε μεταξύ άλλων ότι: «Υπό την εθναρχική σημαίαν, θα αγωνισθώμεν με συνέπειαν και συνέχειαν, εν ημέρα και εν νυκτί, με όλα τα μέσα και με όλους τους τρόπους», χωρίς να κατονομάσει κανένα μέσο και κανένα τρόπο.

Συνεχίζεται…