ΜΕΡΟΣ Ε’
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση να σέβεται τα δικαιώματα των νέων ιδιοκτητών των κατεχομένων Ελληνοκυπριακών Περιουσιών;
Εφόσον οι συναλλαγές σε εγκαταλελειμμένα ακίνητα έγιναν σύμφωνα με το Νόμο 67/2005 της «Τ.Δ.Β.Κ.» το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, πρέπει να αναγνωρίζονται ως τέτοιες από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή η αρχή αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφαση Κύπρος εναντίον Τουρκίας του 2001, η οποία ανέφερε ότι οι πράξεις που ισχύουν βάσει του διεθνούς δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστές από τρίτα κράτη:
«Το να θεωρήσουμε διαφορετικά θα ισοδυναμούσε με αφαίρεση όλων των δικαιωμάτων από τους κατοίκους της επικράτειας όποτε συζητούνται σε διεθνές πλαίσιο, πράγμα που ισοδυναμούσε με στέρηση ακόμη και από το ελάχιστο επίπεδο που δικαιούνται».
Επαναλαμβάνω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναγνωρίσει αυτό το καθεστώς χωρίς επιφυλάξεις. Όταν, το επιχείρημα στην υπόθεση Güzelyurtlu εναντίον της Κύπρου και Τουρκίας, επεσήμανε «την απαίτηση βάσει της Σύμβασης ότι μεμονωμένοι αιτούντες μπορεί να χρειαστεί να συμμετάσχουν σε εγχώρια ένδικα μέσα που παρέχονται εντός της «Τ.Δ.Β.Κ.».
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου δεν έχει ακόμη επιληφθεί του θέματος. Την τελευταία φορά που ασχολήθηκε με δικαιώματα εγκαταλελειμμένης ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα αναφέρθηκε σε ερώτημα εάν τα άτομα που είχαν αγοράσει δικαιώματα σε τέτοια ιδιοκτησία μπορούσαν να ισχυριστούν ότι το είχαν κάνει καλόπιστα (Orams εναντίον Αποστολίδη (2006) ). Η εν λόγω απόφαση αναφερόταν σε συναλλαγή που είχε πραγματοποιηθεί πριν από τη δημοσίευση του Νόμου 67/2005.
Ως εκ τούτου, το Κυπριακό Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στον Νόμο 67/2005 και στην απόφαση Δημόπουλος που αναγνώριζε την ισχύ του Νόμου 67/2005 και στην απόφαση Δημόπουλος που αναγνώριζε την ισχύ του Νόμου 67/2005 βάσει της ΕΣΔΑ.
Το Δικαστήριο απέρριψε την υπεράσπιση της καλής πίστης, ορίζοντας ότι λόγω της παρανομίας του καθεστώτος της «Τ.Δ.Β.Κ.», οι φερόμενοι ως νέοι ιδιοκτήτες «έπρεπε να είχαν ειδοποιηθεί να είχαν ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από τις αρμόδιες κτηματολογικές αρχές του μοναδικού αναγνωρισμένου και νόμιμου κράτους δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας» ενώ ήταν σαφές ότι το περιουσιακό καθεστώς της «Τ.Δ.Β.Κ.» «όπως αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Λοϊζίδου, δεν είχε νομική ισχύ με οποιονδήποτε τρόπο».
Εδώ πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι η κυπριακή απόφαση εκδόθηκε πριν το ΕΔΑΔ όπου είχε αποσαφηνίσει τα δικαιώματα των νέων ιδιοκτητών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και υπό το φως του Νόμου 67/2005. Ως έχει, η κυπριακή απόφαση είναι ασυμβίβαστη με το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο όπως διευκρινίζεται περαιτέρω από το ΕΔΑΔ.
Η Κυπριακή απόφαση είναι ασυμβίβαστη με το διεθνές δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα για τους ακόλουθους λόγους:
(α) το ζήτημα της νομιμότητας ή της παρανομίας του καθεστώτος της ΤΔΒΚ αφορά σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή στη σχέση Τουρκίας-Κύπρου. Δεν έχει καμία συνέπεια για τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των αρχικών και των νέων ιδιοκτητών. Όπως αναγνωρίζει η νομολογία του ΕΔΑΔ, βάσει του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα υπάρχει διάκριση μεταξύ της (παράνομης) νομιμότητας του καθεστώτος της ΤΔΒΚ και των (έγκυρων) συνεπειών των κανονισμών του καθεστώτος από την οπτική γωνία των μεμονωμένων αγοραστών. Αυτός ο διαχωρισμός βρίσκεται στο επίκεντρο του Νόμου 67/2005 και της προσέγγισης του ΕΔΑΔ, αλλά το κυπριακό δικαστήριο δεν έχει ακόμα αναγνωρίσει αυτή τη θεμελιώδη διάκριση.
(β) Οι νέοι ιδιοκτήτες μπορούν να ενεργούν καλή τη πίστη όταν βασίζονται στον προσδιορισμό του ΕΔΑΔ σε σχέση με τον Νόμο 67/2005 ότι αναγνωρίζει το δικαίωμά τους να αγοράζουν ακίνητη περιουσία βάσει αυτού του νόμου. Διαφορετικά, δεν θα ήταν δυνατό να τους εξασφαλιστεί ένα νομικό περιβάλλον που είναι, σύμφωνα με τα λόγια του ΕΔΑΔ «ανεκτό και …. Προστατευόμενο…. και προς το ίδιο το συμφέρον των κατοίκων (χωρίς) να στερηθούν οι κάτοικοι της επικράτειας όλα τους τα δικαιώματα». Πρόκειται για μια νέα εξέλιξη που δεν είχε προβλεφθεί από το κυπριακό δικαστήριο.
(γ) Οι νέοι ιδιοκτήτες δεν έχουν κανένα τρόπο να ρωτήσουν συγκεκριμένα για προηγούμενες αξιώσεις για οποιοδήποτε ακίνητο στη ΤΔΒΚ που επιθυμούν να αγοράσουν: οι διαδικασίες της ΕΑΠ δεν είναι ανοιχτές στο κοινό και επομένως δεν μπορούν να βεβαιωθούν εάν ο αρχικός ιδιοκτήτης έχει υποβάλει αίτηση και διευθέτηση της απαίτησής τους με την ΕΑΠ. Οι αιτούντες μπορεί να επιλέξουν την εμπιστευτικότητα, και οι περισσότεροι το κάνουν επειδή «είναι χαρακτηρισμένοι μεταξύ πολλών στην {ελληνοκυπριακή} κοινότητα ως «προδότες», ότι συνεργάζονται με τον «εχθρό» και πουλούν την πατρογονική τους γη για οικονομικό όφελος». Ως εκ τούτου, δεν έχει νόημα για τους πιθανούς αγοραστές να συμβουλεύονται το επίσημο κτηματολόγιο στην Κύπρο, επειδή αυτό δεν ενημερώνεται από την ΕΑΠ, η οποία διατηρεί μια ανώνυμη λίστα αιτήσεων. Ως αποτέλεσμα, τα κυπριακά μητρώα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση των διευθετημένων απαιτήσεων ιδιοκτησίας με την ΕΑΠ. Επομένως, η απαίτηση της απόφασης Orams να συμβουλευθούν το επίσημο κυπριακό κτηματολόγιο δεν έχει πλέον νόημα.
Πραγματικά διερωτούμαι για τον άνδρα Νίκον Αναστασιάδη. Δέκα χρόνια αυτός ο λαός του εμπιστεύτηκε την τύχη της Κύπρου, διαπραγματεύτηκε την τύχη της Κύπρου, διαπραγματευόταν τις ζωές μας και την τύχη των μελλούμενων γενεών και δεν ανέφερε μια λέξη για την τύχη των κατεχομένων ελληνοκυπριακών περιουσιών. Η διαπλοκή και διαφθορά δεν είναι τίποτε μπροστά στην σιωπή του Πρώην.
Ο σοφός Βίαντας έλεγε: «Ανάξιον άνδρα μη επαίνει δια πλούτον».
Να μην επαινείς τους ανάξιους ανθρώπους, μονάχα γιατί είναι πλούσιοι.
Θα επανέλθω.