Σε μια πραγματική δημοκρατία που σέβεται το όνομά της, τα δικαιώματα όλων των ατόμων που βρίσκονται νόμιμα στην επικράτειά της πρέπει να γίνονται σεβαστά και να περιορίζονται νόμιμα και με βάση την αρχή της αναλογικότητας. 

Σύμφωνα με το άρθρο 169Α Ποινικού Κώδικα,  η διακοπή της κύησης υπό τις προϋποθέσεις του νόμου δεν είναι ποινικό αδίκημα. Την ίδια στιγμή, ο κάθε γιατρός έχει δικαίωμα στη θρησκευτική του συνείδηση, με βάση το άρθρο 18 του Συντάγματος, και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της επιστημονικής του άποψης για συναφή ζητήματα με την άμβλωση, όπως για το πότε αρχίζει η ζωή, και με βάση το άρθρο 19 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο « Παράνομη η άρνηση γιατρού να προβεί σε άμβλωση λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων» του Παναγιώτη Βασιλείου, που δημοσιεύτηκε στις 26/2/2024 στην εφημερίδα Χαραυγή,  η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής συζήτησε περίπτωση άρνησης γιατρού να προβεί σε διακοπή κύησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο της ΧΑΡΑΥΓΗΣ, η πρόεδρός της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βουλευτής του ΑΚΕΛ Ειρήνη Χαραλαμπίδου ανέφερε ότι, «η ασθενής προσήλθε στο νοσοκομείο και άρχισε τη διαδικασία άμβλωσης, η οποία ωστόσο διακόπηκε όταν άλλαξαν βάρδια οι αναισθησιολόγοι και ο δεύτερος αναισθησιολόγος αρνήθηκε να χορηγήσει αναισθησία επικαλούμενος θρησκευτικές/προσωπικές πεποιθήσεις. Αυτό, όπως εξήγησε, είχε σαν αποτέλεσμα η ασθενής να περάσει ένα κολαστήριο, κατά την έκφρασή της, που διήρκεσε πέντε συνολικά μέρες.»

Δεδομένων των γεγονότων όπως αυτά παρουσιάζονται στο άρθρο της Χαραυγής, το δικαίωμα της εγκύου με βάση το άρθρο 169Α ΠΚ και το άρθρο 15 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιωτική ζωή, φαίνεται να έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση του γιατρού που αρνείται να συμμετέχει στη διακοπή της κύησης με βάση το άρθρο 18 του Συντάγματος. Τόσο το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή(άρθρο 15 του Συντάγματος), το δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση (άρθρο 18 του Συντάγματος) και στην ελεύθερη έκφραση (άρθρο 19 του Συντάγματος) είναι δικαιώματα σχετικά, δηλαδή δεν είναι απόλυτα.  Μπορούν να περιοριστούν υπό όρους σε μια δημοκρατική κοινωνία με βάση τους νόμους και το Σύνταγμα, αλλά και τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ερώτημα είναι ποια θα πρέπει να είναι η πολιτειακή διευθέτηση, έτσι ώστε τα πιο πάνω δικαιώματα να γίνουν σεβαστά και να εναρμονιστούν και εξισορροπηθούν σε μια δημοκρατική πολιτεία με βάση τις αρχές του δικαίου. Οπότε, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία οι θρησκευτικές πεποιθήσεις έχουν να κάνουν με την ιατρική επιστήμη, ακόμα κι όταν το κράτος έχει νομοθετήσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος, όπως στην περίπτωση της ΚΔ, η οποία έχει νομοθετήσει επί της ανυπαρξίας ποινικής ευθύνης για τη διαδικασία της άμβλωσης υπό τις προϋποθέσεις του α.169Α του Ποινικού Κώδικα.

Τόσο όμως οι γιατροί του ιδιωτικού, όσο και του δημοσίου τομέα μπορούν να αρνηθούν να προβούν σε συμμετοχή σε διαδικασία διακοπής της κύησης λόγω θρησκευτικής συνείδησης. Αποτελούν, ας τους ονομάσουμε, λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος υπό το άρθρο 169Α ΠΚ τους «αντιρρησίες συνείδησης» στο συγκεκριμένο θέμα. Έχουν δικαίωμα να είναι «αντιρρησίες συνείδησης» σε μια δημοκρατική πολιτεία για λόγους που βασίζονται στο Σύνταγμα και την προστασία του δικαιώματος τους, με βάση το άρθρο 18 του Συντάγματος.

Το πρόβλημα όμως που τίθεται και περιπλέκεται το θέμα, το οποίο μπορεί πράγματι να επιφέρει ευθύνη της ΚΔ, λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος υπό το άρθρο 169Α ΠΚ, είναι σε ποιο στάδιο και διαδικαστική φάση γίνεται η άρνηση του γιατρού και τι επιπτώσεις επιφέρει αυτή η άρνηση τη δεδομένη στιγμή και η τυχόν καθυστέρηση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής της εγκύου. Αυτό όμως είναι και θέμα οργάνωσης και πολιτειακής διευθέτησης, ώστε η κάθε έγκυος που ενδιαφέρεται να προχωρήσει σε διακοπή της κύησης της, με βάση τις προϋποθέσεις του νόμου, να μπορεί να ξέρει σε ποιους γιατρούς μπορεί να απευθυνθεί. Θα μπορούσε δηλαδή ίσως να τηρείτο ένας κατάλογος γιατρών στο Υπουργείο Υγείας, ο οποίος θα συμπεριλάμβανε τους γιατρούς οι οποίοι δεν έχουν συνειδησιακά θέματα για συμμετοχή στη διαδικασία διακοπής της κύησης. Μια τέτοια διευθέτηση θα βοηθούσε τα νοσηλευτήρια να μην έρχονται αντιμέτωπα με περιστατικά εισαγωγής της εγκύου για τη διακοπή της κύησης και άρνησης κάποιου γιατρού να συμμετέχει τελευταία στιγμή στη διαδικασία, εκτός και αν, είναι την τελευταία στιγμή που γίνεται η μεταβολή του γιατρού σε «αντιρρησία συνείδησης» στο θέμα της διακοπής της κύησης, που και αυτό πρέπει γενικά να γίνει σεβαστό. Μια τέτοια διευθέτηση θα πρέπει να τεθεί υπό την εποπτεία της Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αλλά και της Επιτρόπου Διοίκησης και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να ληφθούν τέτοια μέτρα, ώστε η παρουσία κωλύματος με βάση τη θρησκευτική ή ηθική συνείδηση του γιατρού να συμμετέχει σε διαδικασία άμβλωσης, να μην καταλήγει να επιφέρει στην πράξη δυσμενή μεταχείριση των εν λόγω γιατρών στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Φυσικά μια τέτοια άνιση μεταχείριση των γιατρών θα είναι καταδικαστέα, αφού η «αντίρρηση» τους βασίζεται στην άσκηση δικαιώματός τους, το οποίο κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα.

Δηλαδή, ενώ οι γιατροί στα ιδιωτικά αλλά και στα δημόσια νοσηλευτήρια μπορούν να αρνηθούν να προβούν σε άμβλωση για λόγους συνείδησης, το νοσηλευτήριο θα πρέπει γενικά να ξέρει εκ των προτέρων, ποιοι είναι αντιρρησίες και ποιοι όχι, για να μπορεί να οργανωθεί και να παρέχει τις υπηρεσίες που εξυπακούει το άρθρο 169Α ΠΚ έγκαιρα. Αν πάλι δεν υπάρχουν αρκετοί γιατροί για να διεξαχθεί έγκαιρα η άμβλωση, τότε σίγουρα η ΚΔ παραμένει εκτεθειμένη, αφού παρέχει ένα κατά νόμο δικαίωμα το οποίο δεν θα μπορεί να εκπληρώσει.

Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι έτσι όπως τα ανέφερε η Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, κα Ειρήνη Χαραλαμπίδου κατά το άρθρο της εφημερίδας ΧΑΡΑΥΓΗ, τότε το νοσοκομείο έπρεπε να ξέρει ποιοι αναισθησιολόγοι έχουν αντιρρήσεις λόγω συνείδησης και να είχε ενημερώσει την έγκυο πότε και αν θα υπάρχει η ομάδα των απαιτούμενων γιατρών για να προχωρήσει στην άμβλωση σε εύλογο χρονικό διάστημα.  Είναι αυτή η έλλειψη οργάνωσης ως προς το συγκεκριμένο προσωπικό που θα συμμετείχε στη διακοπή της κύησης τη στιγμή που η έγκυος άρχισε τη διαδικασία της άμβλωσης που σίγουρα δεν συνηγορεί υπέρ της έλλειψης ευθύνης της ΚΔ ως προς τη σωστή διευθέτηση που πρέπει να παρέχει, λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος υπό το άρθρο 169Α ΠΚ, το οποίο παρέχει το δικαίωμα στην άμβλωση υπό προϋποθέσεις.

Πολύ σημαντική είναι σίγουρα η παρόμοια υπόθεση που αντιμετώπισε ο Συνήγορος του Πολίτη στην Ελλάδα με την απόφαση των αναισθησιολόγων του Γενικού Νοσοκομείου της Σάμου να απέχουν από τη χορήγηση αναισθησίας σε περιπτώσεις διακοπής κύησης, παρά μόνο αν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της υγείας της.[1] Σημειώνεται ότι το άρθρο 169Α ΠΚ της Κύπρου είναι πολύ παρόμοιο με το άρθρο 304 παρ.4 ΠΚ της Ελλάδας, ως ισχύει με το άρθρο 2 ν.1609/1986.

Ο Συνήγορος του Πολίτη ήταν σαφής στα συμπεράσματά του ότι οι γιατροί έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να συμμετέχουν σε διαδικασία κύησης με βάση το άρθρο 31 παρ.1. ν 3418/2005, επικαλούμενοι τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής τους συνείδησης. Όπως αναφέρει στο Πόρισμα, «ο Συνήγορος του Πολίτη εξαίρει τη σημασία του δικαιώματος άρνησης για λόγους συνείδησης που είναι εξίσου κατοχυρωμένη για τους ιατρούς του δημοσίου συστήματος υγείας. Δεν πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζεται ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν είναι ανεξέλεγκτη, αφού δεν επιτρέπεται να εμφιλοχωρούν άλλου τύπου αξιολογήσεις ούτε να μετατρέπεται σε όχημα για την αποδέσμευση αυτών που το ασκούν από το υπηρεσιακό ή δεοντολογικό καθήκον για άλλους λόγους από λόγους συνείδησης.»[2]

Καταλήγοντας, ο Συνήγορος του Πολίτη, αναφέρει,

«Εν γένει πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την εξισορρόπηση της άσκησης του δικαιώματος άρνησης για λόγους ηθικής συνείδησης με την εκπλήρωση των υπηρεσιακών καθηκόντων των ιατρών του δημοσίου συστήματος υγείας. Χωρίς η αντίρρηση για λόγους συνείδησης να επιτρέπεται να υποβιβαστεί σε τυπικό κώλυμα διορισμού ή η απουσία της σε προσόν πρόσληψης, οι ιατροί του δημοσίου συστήματος υγείας φέρουν το βάρος να δηλώνουν εγκαίρως, ήδη κατά την πρόσληψη, την όποια αντίρρηση συνείδησης, όσο και τη μεταστροφή της στάσης τους και τη μεταγενέστερη αλλαγή των πεποιθήσεών τους, ώστε να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προγραμματισμό και την οργάνωση του νοσοκομείου. Ιδίως σε νησιά ή απομονωμένες περιοχές, λόγω του περιορισμένου αριθμού παρόχων υπηρεσιών υγείας, έχει προταθεί να τηρείται και να επικαιροποιείται ανά τακτά διαστήματα κατάλογος των μελών των ιατρικών συλλόγων που έχουν προβλήματα συνείδησης σε σχέση με την τεχνητή διακοπή κύησης για λόγους ηθικής συνείδησης, ώστε να γνωρίζει κάθε γυναίκα σε ποιο γυναικολόγο πρέπει να απευθυνθεί, για να λάβει τις υπηρεσίες που επιθυμεί. Παρόμοιος κατάλογος θα μπορούσε να τηρείται και στο Υπουργείο Υγείας, ώστε κατά το δυνατόν να αποφεύγεται η τοποθέτηση στο ίδιο δημόσιο νοσοκομείο περισσότερων ιατρών που ασκούν το δικαίωμα άρνησης για λόγους ηθικής συνείδησης και να μην παρακωλύεται έτσι η λειτουργία του. Εξυπακούεται ότι ζητήματα τήρησης εντός τέτοιου αρχείου θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εγκαίρως σε συνεργασία με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Καταλήγοντας, ο Συνήγορος του Πολίτη τονίζει ότι θα πρέπει να διαφυλαχθεί η ελευθερία της εγκύου να προσφεύγει σε τεχνητή διακοπή κύησης υπό τους όρους του άρθρου 304 παρ. 4 ΠΚ και να απεμπολούνται πρακτικές που τη θέτουν υπό αίρεση ή αναζωπυρώνουν συζητήσεις περί της νομιμότητάς της, υπέρ της οποίας ο έλληνας νομοθέτης έχει τοποθετηθεί ήδη από το 1986. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα πρέπει αφενός η διαδικασία πρόσβασης των εγκύων σε τεχνητή διακοπή κύησης στα δημόσια νοσοκομεία κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες κύησης να κινείται εντός των προβλέψεων του νόμου και να μην εξαρτάται η άσκηση του δικαιώματός τους από όρους χωρίς νομικό έρεισμα, όπως η κοινωνική εκτίμηση. Αφετέρου, θα πρέπει να αποτελέσουν μέριμνα εξίσου και του ιατρικού κόσμου, μέσω των ιατρικών συλλόγων, η οριοθέτηση και η περιφρούρηση της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος άρνησης του ιατρού σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 ν. 3418/2005, ώστε να συμβαδίζει με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του ιατρού από την εργαλειοποίηση και να μην εκπέσει σε μέσο σχετικοποίησης ή χειραγώγησης των

επιλογών της εγκύου κι εν τέλει ιδεολογικής παλινδρόμησης στο ζήτημα της τεχνητής διακοπής κύησης. »[3]

Καταληκτικά, ένας γιατρός που δεν προβαίνει σε διακοπή κύησης λόγω συνειδησιακών κωλυμάτων δεν παραβιάζει οποιοδήποτε δικαίωμα της εγκύου, η οποία επιθυμεί να προβεί σε διακοπή της κύησής της. Λόγω όμως του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος υπό το άρθρο 169Α του ΠΚ, η ΚΔ έχει ευθύνη να υλοποιήσει τις νομικές της υποχρεώσεις, χωρίς όμως να καταπιέσει και/ή επιβάλει άμεσα ή έμμεσα στους «αντιρρησίες» γιατρούς τη συμμετοχή τους στην άμβλωση. Έτσι, μπορεί να υπάρχει ευθύνη της Πολιτείας αν δεν προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις, ώστε να σέβεται το κατά νόμο δικαίωμα της εγκύου που επιθυμεί να προβεί σε διακοπή κύησης, αλλά και το δικαίωμα των γιατρών στη θρησκευτική και επιστημονική τους συνείδηση στο θέμα της διακοπής της κύησης. Θα πρέπει να υπάρξουν τέτοιες διευθετήσεις, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Αν όμως, στην ΚΔ υπάρχουν τόσοι γιατροί, οι οποίοι για λόγους θρησκευτικής αλλά και επιστημονικής συνείδησης, δεν μπορούν να συμμετέχουν σε διαδικασία διακοπής της κύησης, τότε η ΚΔ είναι εκτεθειμένη και σίγουρα θα πρέπει διαβουλευτεί ξανά με τους εμπειρογνώμονες στο θέμα της διακοπής της κύησης που είναι σίγουρα, μεταξύ άλλων, οι γιατροί.

Πρέπει να τονιστεί ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση φαίνεται να εμπίπτει στον πυρήνα του δικαιώματος στη θρησκεία υπό το άρθρο 18 του Συντάγματος. Δηλαδή, πιο εύκολα μπορούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία να δεχθούμε περιορισμούς στο δικαίωμα στη θρησκευτική λατρεία, παρά στο δικαίωμα στη θρησκευτική συνείδηση. Πόσον μάλλον, στην περίπτωση του ζητήματος της διακοπής της κύησης, για το οποίο υπάρχει βαθιά και ειλικρινής διχογνωμία, τόσο στην κοινωνία γενικότερα, αλλά και στον ιατρικό κόσμο. Το θέμα της διακοπής της κύησης  και το θέμα της νομικής προστασίας του εμβρύου είναι θέματα που σε μια πραγματική δημοκρατική κοινωνία, θα πρέπει, ως πρώτο βήμα, να συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε. Πάνω σε αυτή τη βάση πρέπει να προσπαθούμε να ορίσουμε, περιορίσουμε και εναρμονίσουμε όλα τα εμπλεκόμενα δικαιώματα στην εκάστοτε υπόθεση διακοπής της κύησης σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Δρ Έλενα Λ. Δρυμιώτου

Μέλος δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας


[1] Άρνηση αναισθησιολόγων του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου να συμμετέχουν σε επεμβάσεις τεχνητής διακοπής κύησης ΠΟΡΙΣΜΑ (Άρθρο 4 § 6 Ν. 3094/2003, Άρθρο 5 § 5 Π 273/1999) Συνήγορος του Πολίτη: Ανδρέας Ι. Ποττάκης Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Χρήστος Α. Ιωάννου, Ειδική Επιστήμονας: Ειρήνη Ν. Κυριακάκη, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017.

[2] Πόρισμα, σελ. 17-18.

[3] Πόρισμα, σελ.18- 19.