Αυτή η φράση στάθηκε αρκετή ώστε να ενεργοποιηθούν οι ήδη ευαίσθητες κεραίες μου. Σήκωσα το κεφάλι και παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη συζήτηση που εκτυλισσόταν ενώπιον μου, σε μια σύναξη μετά από θρησκευτικό μνημόσυνο. Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα απεβίωσε προ μηνών και κληροδότησε το σπίτι σε ένα από τα παιδιά της. Δε λογαριάζουν βέβαια να μετοικήσουν οι ίδιοι στη γειτονιά, αφού το σπίτι χρειάζεται πολλά χρήματα ώστε να επιδιορθωθεί και να κριθεί κατοικήσιμο. Και κάπου εδώ πέφτει η φράση… «Ελπίζω μόνο να μεν μας κουβαλήσουν που τζίνους τους μαύρους μες τη γειτονιά…» και προσθέτει ο αφυπηρετήσας μεγαλοδικηγόρος (κάπως έτσι μου τον σύστησαν στο αυτί), «τούτοι ζιουν μες τα χαλαμάντουρα τζιαι έχουν μες στο γαίμαν τους τον καφκάν τζιαι την κλεψιάν».

Πόσα στερεότυπα μαζεμένα σκέφτομαι σε λίγες μόνο προτάσεις. Αρχικά με πόση ευκολία το χρώμα των ανθρώπων οδήγησε αυτόματα σε αποκλεισμό τους, με συνεπακόλουθο την αυτόματη υποτίμηση και την περιθωριοποίηση τους. Η αντωνυμία «τζίνους» είναι αρκετή ώστε να ομαδοποιήσει με υποτίμηση μια μερίδα ανθρώπων με μόνο κριτήριο, όπως παρατίθεται στον λόγο, το μαύρο χρώμα, «μαύρους». Στη συνέχεια το ρήμα «να κουβαλήσουν», υπονοεί τον παραλληλισμό των ανθρώπων με αντικείμενα που χωρίς βούληση μεταφέρονται σε κάποιο μέρος που πρόκειται να σπιλωθεί από την παρουσία τους και μόνο. Αυτό το μέρος φυσικά ανήκει σε «εμάς», τη συλλογική ομάδα, κατασκευασμένη με αρετές και μόνον, που κινδυνεύει να αμαυρωθεί από την παρουσία των παρείσακτων «μαύρων» ανθρώπων. Ο Van Dijk (2008) τονίζει πως η έννοια του ρατσισμού περιλαμβάνει κοινωνικές πρακτικές διάκρισης και σχέσεις κατάχρησης της εξουσίας από κυρίαρχες ομάδες και θεσμούς, μέσα από κοινωνικά διαδεδομένες και αρνητικά διαμορφωμένες αναπαραστάσεις για τους «Άλλους», ενισχύοντας παράλληλα ένα θετικά κατασκευασμένο συλλογικό εαυτό. Το σύστημα αναπαράστασης κοινωνικών υποκειμένων στον λόγο που συνέταξε ο Theo van Leeuwen (1996), στηρίζεται στις στρατηγικές θετικής αυτό-αναπαράστασης αφενός και αφετέρου στην αρνητική αναπαράσταση του «άλλου». Πιο πάνω εντοπίζονται οι στρατηγικές αναφοράς σωματικοποίησης και αντικειμενικοποίησης, που στηρίζονται στην αναπαράσταση των ατόμων στη βάση των φυσικών τους χαρακτηριστικών με απώτερο σκοπό τον αποκλεισμό τους δια-μέσω του λόγου.

Ο Fairclough (2015), αναφέρει ότι η κριτική ανάλυση λόγου προϋποθέτει τη μετακίνηση της οπτικής της γλώσσας ως ολότητα, στις μονάδες λόγου που την αποτελούν. Εξετάζοντας τις λέξεις που ο κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί, προφορικά ή γραπτώς, μεταφέρονται νοήματα συνδεδεμένα με το κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει. Οι λέξεις που επιλέγονται δεν είναι λοιπόν ποτέ αθώες. Η κριτική ανάλυση λόγου, αναλαμβάνει να εξετάσει τον λόγο σε επίπεδο λέξης, ώστε να δώσει φωνή σε περιθωριοποιημένα άτομα και να θέσει υπό αμφισβήτηση τον λόγο αυτών που κατέχουν την εξουσία. Σκοπός είναι να εγερθούν στην επιφάνεια κρυμμένες ατζέντες, κίνητρα και βαθύτερα ενδιαφέροντα που θα διατηρήσουν τη διάκριση ανωτερότητας στην κοινωνική διαστρωμάτωση.

Στην παρούσα συζήτηση, μέσα από τον λόγο κατασκευάζεται μια ομάδα ανθρώπων με κριτήριο το χρώμα, στην οποία προσδίδονται χαρακτηρίστηκα που φέρεται να κληροδοτούνται βιολογικά από γενιά σε γενιά, ωσάν χρωματοσώματα που καθορίζουν την ποιότητα των ανθρώπων. Η αναπαράσταση της ομάδας ως κλέφτες και καυγατζήδες, εντοπίζονται μέσα στο DNA των ανθρώπων, «μες στο γαίμαν τους», που φέρουν τα χαρακτηριστικά αυτά χωρίς αμφισβήτηση απλά και μόνο επειδή ταξινομήθηκαν ως μέλη της συγκεκριμένης ομάδας. Ο Van Dijk (1990), αναφέρεται στη χρήση στρατηγικών κεκαλυμμένης ανοχής από την κυρίαρχη ομάδα προς τις μειονοτικές, με τις οποίες εξυπηρετείται η αναπαραγωγή της ανισότητας, και η διατήρηση των προνομίων που πηγάζουν από την εξουσία. Μέσα από τον λόγο είναι δυνατό, τα άτομα να ομαδοποιούνται και να κατηγοριοποιούνται, στη βάση υπεργενικευμένων πεποιθήσεων, δημιουργώντας στερεότυπα. Τα στερεότυπα αναπαράγονται ευκολότερα σε βάρος των αδύναμων μειονοτικών ομάδων, λαμβάνουν συχνά αρνητικό πρόσημο και ανάγονται σε προκαταλήψεις και ρατσιστικές συμπεριφορές.

Η συζήτηση της παρέας φυσικά κατέληξε με το αφήγημα «τζι εμείς επήαμεν μετανάστες στην Αγγλία αλλά επροκόψαμεν». Ειδικά όσον αφορά το κυπριακό συγκείμενο οι λέξεις «πρόσφυγας» και «μετανάστης», περικλείουν έντονη συναισθηματική βαρύτητα. Το ιστορικοπολιτικό παρελθόν κατέγραψε ανάλογες εμπειρίες διασποράς πλαισιωμένες με αφηγήσεις υπερηφάνειας για την εργατικότητα, τον πόνο του αποχωρισμού και τις διακρίσεις που βίωσαν οι ελληνοκύπριοι μετανάστες στις χώρες υποδοχής. Αντίφαση παρουσιάζεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου πρόσφυγες και μετανάστες, που δε φέρουν την ελληνική ταυτότητα, ταυτίζονται με άτομα ασθενέστερων οικονομικά και πολιτισμικά ομάδων, περιθωριοποιούνται, στιγματίζονται και γίνονται δέκτες εχθρικής και αρνητικής αντιμετώπισης (Στεργίου & Σιμόπουλος, 2019). 

Το όλο σκηνικό μου φάνηκε τουλάχιστον τραγικό. Σε μια εποχή που οι θεσμοί του κράτους και της εκκλησίας, αδυνατούν να λειτουργήσουν ομαλά λόγω της διαφθοράς, οδηγώντας μια ολάκερη κοινωνία σε κατρακύλα ηθικών αξιών και αρετών, τα μέλη της ίδιας κοινωνίας κωφεύουν και κλείνουν τα μάτια αρνούμενα να σκεφτούν κριτικά και να αξιολογήσουν τον άνθρωπο που γνωρίζουν απαλλαγμένο από σκιές και προκαταλήψεις. Ως εκπαιδευτικός λοιπόν, προτείνω μια ανθρωπιστική εκπαιδευτική πολιτική συμπερίληψης, απαλλαγμένη από εθνικούς και θρησκευτικούς φανατισμούς, με έμφαση στη διαμόρφωση μελλοντικών πολιτών με κριτική σκέψη και ολόπλευρη θεώρηση των πραγμάτων και όχι υποκειμένων που δέχονται αδιαμαρτύρητα οτιδήποτε λανσάρεται μέσα από τον καταιγισμό πληροφοριών ενός ελεγχόμενου συστήματος .