Υπηρετώντας την ενημέρωση για πάνω από 40 χρόνια, θεωρώ ιδιαιτέρως θετικό όταν η όποια μορφή επικοινωνίας ή τέχνης (άρθρο, ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό πρόγραμμα, θεατρική παράσταση, ζωγραφικός πίνακας, βιβλίο κ.ο.κ.) βρίσκει ανταπόκριση και γίνεται αφορμή γόνιμης συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων και γνωμών. Πολύ περισσότερο, όταν επενεργεί και ως έναυσμα και αφορμή για περαιτέρω προβληματισμό και παραγωγικό διάλογο. Για τον λόγο αυτό, αισθάνομαι ικανοποίηση, επειδή το άρθρο μου με τίτλο «Μία σωστή θέση και ένα μεγάλο λάθος», που φιλοξενήθηκε προσφάτως στον «Φ» και αναρτήθηκε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), προκάλεσε αφενός ενδιαφέρον και έγινε αφορμή συζήτησης αφετέρου, με συμμετοχή αρκετών και αξιόλογων πολιτών, γνωστών μου αλλά και αγνώστων.
Μία τέτοια αντίδραση με σοβαρό και αξιοπρόσεκτο περιεχόμενο υπήρξε από τον γνωστό πολιτικό αναλυτή και τακτικό αρθρογράφο του «Φ» κ. Πέτρο Θ. Παντελίδη. Κατ’ αρχάς, ευχαριστώ τον κ. Παντελίδη για τα καλά του σχόλια αναφορικά με το άτομό μου, τα οποία εκτιμώ ιδιαιτέρως. Για όσους εκ των αναγνωστών δεν διάβασαν το υπό αναφορά άρθρο μου, σημειώνω συνοπτικά ότι υποστήριξα πως η δημόσια δήλωση του προέδρου Χριστοδουλίδη ότι «δεν θα φέρει ενώπιον του λαού σχέδιο λύσης με το οποίο δεν θα συμφωνεί» είναι μία σωστή θέση και υποστήριξα παράλληλα ότι το 2004 το σύνολο τής τότε ηγεσίας (τονίζω τη λέξη σύνολο), θα έπρεπε ομόφωνα να μεταφέρουν στον Γ.Γ. των Η.Ε. ότι, ενώ δεν αρνούνταν τη δέσμευση να θέσουν το σχέδιό του ενώπιον του λαού σε δημοψήφισμα, για τρεις, τουλάχιστον, σοβαρότατους λόγους η απόφαση τής συντριπτικής πλειοψηφίας των Ε/Κ θα ήταν οπωσδήποτε αρνητική και ότι ούτε οι ίδιοι θα μπορούσαν να το υποστηρίξουν, εκτός αν ικανοποιούνταν, κατ’ ελάχιστον, τρεις όροι: α) Κατάργηση εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων, β) εγγυημένο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των στρατευμάτων και γ) εγγυημένος μηχανισμός εφαρμογής των προνοιών του σχεδίου.
Επί της ουσίας όλων των ανωτέρω δεν υπάρχει καμία διαφωνία με τον κ. Παντελίδη, αντιθέτως δηλώνει τη συμφωνία του με την άποψή μου ότι το Σχέδιο Ανάν δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως είχε, όπως και με τους λόγους που προέβαλα. Εκεί που εκφράζει τη διαφωνία του-και βεβαίως είναι απολύτως σεβαστή- είναι στη θέση μου ότι ήταν μέγα λάθος οι τότε ηγέτες μας (όχι μόνον ο πρόεδρος Παπαδόπουλος), να οδηγηθούν στην υποχρεωτική επιδιαιτησία, να μην προειδοποιήσουν τον Γ.Γ. ότι τέτοιο σχέδιο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό (αντιθέτως τού μεταφέρονταν από τους ίδιους ή στενούς συνεργάτες τους αντιφατικά και εν πολλοίς παραπλανητικά μηνύματα), και ότι ουσιαστικά μετέθεσαν τις δικές τους ευθύνες στον λαό, για μια τόσο κρίσιμη ιστορικά απόφαση, σε ένα δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες πόλωσης, οξύτατης αντιπαράθεσης και διχασμού, που κατατρύχει τον λαό μας μέχρι σήμερα και επιπροσθέτως επέφερε σειρά αρνητικότατων εξελίξεων στην πορεία του Κυπριακού.
Ο κ. Παντελίδης υποστηρίζει ότι «ένα δημοψήφισμα ποτέ δεν αποτελεί λανθασμένη ενέργεια, διότι δίνεται η ευκαιρία στον λαό να εκφράσει την άποψή του» και ότι «ουσιαστικά το δημοψήφισμα λειτούργησε ως δικλείδα ασφαλείας για την κυπριακό Ελληνισμό». Μα, αγαπητέ κ. Παντελίδη, ούτε κι εγώ υποστήριξα σε κανένα σημείο του άρθρου μου ότι, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, δεν έπρεπε να γίνει το δημοψήφισμα. Ούτε, βέβαια, και ότι είμαι εναντίον των δημοψηφισμάτων, παρόλο που δεν συμμερίζομαι την απόλυτη άποψή σας ότι «ποτέ δεν αποτελεί λανθασμένη ενέργεια». Ιστορικά αποδεικνύεται ότι καθ’ όλα δημοκρατικές λειτουργίες, όπως εκλογές και δημοψηφίσματα, δεν είναι πάντα ορθές ενέργειες, οποτεδήποτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διεξαχθούν. Ας σκεφτούμε δύο μόνο παραδείγματα: Το πιο πρόσφατο δημοψήφισμα για το BREXIT στη Βρετανία και τις «ατυχείς» εκλογές στην Ελλάδα του 1920, εν μέσω του πολέμου, από τις οποίες βγήκε ηττημένος ο μέγας Βενιζέλος, επειδή πίστεψε ότι «ο ελληνικός λαός είναι αρκετά νοήμων ώστε δεν είναι δυνατόν να καταδικάση την πολιτικήν μου, καθ’ ην στιγμήν του επέτυχα τόσα εις την εθνικήν υπόθεσιν». Πόσο έξω έπεσε. Και πόσο εθνικά επιζήμιες απεδείχθησαν.
Εν κατακλείδι, δύο ακόμη επισημάνσεις: Πρώτον, ο γράφων είναι εις θέσιν να γνωρίζει ότι ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, μαζί με την παραδοχή του ότι λανθασμένα δέχθηκε την επιδιαιτησία, δεν παρέλειπε να αναφέρει ότι δέχθηκε «αφόρητες πιέσεις» για να τη δεχθεί από την πλειονότητα των Κυπρίων ηγετών και όχι μόνο, και δεύτερον, ότι τις απόψεις που εξέφρασα στο συγκεκριμένο άρθρο τώρα, τις υποστήριξα από την τηλεόραση του ΑΝΤΕΝΝΑ και το 2004, στη διάρκεια των τηλεοπτικών συζητήσεων για το Σχέδιο Ανάν, που συντόνιζα μαζί με τον φίλο Γιώργο Τσαλακό. Αυτό το τελευταίο δεν το αναφέρω για τον κ. Παντελίδη, τον οποίον ευχαριστώ και πάλι για την κριτική του και για τη συμβολή του σε έναν καθόλα εποικοδομητικό διάλογο.
*Δημοσιογράφος