Είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο πως, το απόλυτο και συνήθως μονοδιάστατο δεν αποδίδει και μοιραία οδηγεί σε απαξίωση και τελικά σε κατάρρευση. Τα παραδείγματα είναι πολλά, τόσο σε άτομα, ηγέτες και μη, όσο και σε ιδεολογίες και πολιτικά συστήματα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.
Ομοίως και η προσπάθεια επαναφοράς της συναντίληψης και της συνεργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους θα πρέπει να έχει μια ενιαία πορεία και ένα κοινό σημείο αναφοράς ως προς τη στόχευση και την αποδοχή. Οι έωλες, οι αδιευκρίνιστες και αιθεροβατούσες πρακτικές, ιδιαίτερα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές και οι ανάγκες των ανθρώπων και βέβαια εάν δεν είναι κοινωνικοοικονομικά δίκαιες και ισορροπημένες, είναι καταδικασμένες να οδηγηθούν σε κατάρρευση και αναπόφευκτα να οδηγήσουν σε τέλμα. Η ευαισθησία της πολιτικής διάστασης του Κανονισμού, επιβάλλει τη δημιουργία συνθηκών άρσης του αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα αποκλίνει από τη στόχευση της σύγκλισης μέσα από τα όποια Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.
Ανεξάρτητα από την όποια θεώρηση ή και ιδεολογική προσέγγιση διασυνδέεται με την πολιτική διάσταση του Κυπριακού προβλήματος, ο Κανονισμός της Πράσινης Γραμμής αποτελεί ένα στοιχείο το οποίο προκύπτει ως ενταξιακή υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στη βάση της προοπτικής πλήρους εφαρμογής του κεκτημένου σε όλο το φάσμα και σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας, μετά την επίλυση του Κυπριακού και ως τέτοιος, χρήζει συστηματικής και συγκροτημένης αναθεώρησης ή και αναπροσαρμογής, ιδιαίτερα στη βάση των αρχών και αξιών της Ένωσης, κυρίως περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Αυτό που είναι επίσης σημαντικό να αναδειχθεί, είναι το γεγονός πως, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα, τη δυνατότητα και κυρίως την υποχρέωση απέναντι στους πολίτες τους, να διεκδικούν τεκμηριωμένα εκείνες τις ρυθμίσεις που διασυνδέονται με την ομαλή κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, την ισότιμη μεταχείριση και τη δικαιοσύνη.
Στη βάση αυτών των παραμέτρων, η ΣΕΚ έχει κατ’ επανάληψη εκφράσει την άποψη και τη θέση πως, ο Κανονισμός της Πράσινης Γραμμής χρήζει αναθεώρησης, σε μια προσπάθεια άρσης του αθέμιτου ανταγωνισμού προς τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ελεύθερες περιοχές, αφενός και, αφετέρου, διασφάλισης της ποιότητας και της υγιεινής των προϊόντων και της υγείας των ίδιων των καταναλωτών. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε καταγγελθεί στο πρόσφατο παρελθόν ο αθέμιτος ανταγωνισμός που βίωνε συγκεκριμένη εταιρεία Μέσων Μαζικής Μεταφοράς (λεωφορείων), λόγω χρήσης καυσίμων από τα κατεχόμενα από ανταγωνιστική της εταιρεία στις ελεύθερες περιοχές, με αποτέλεσμα να προκύπτει ανταγωνιστικό μειονέκτημα στη διεκδίκηση προσφορών, ιδιωτικών και δημοσίων, δημιουργώντας αρνητικό αντίκτυπο στην κερδοφορία και στη βιωσιμότητα της εταιρείας, στους εργαζόμενους και κατ’ επέκταση στο καταναλωτικό κοινό.
Ανάλογη είναι και η πρόσφατη περίπτωση εταιρείας γαλακτοκομικών προϊόντων, η οποία αγοράζει γάλα από κτηνοτροφική μονάδα που δραστηριοποιείται σε περιοχή που γειτνιάζει με τα κατεχόμενα (πράσινη γραμμή) και η οποία είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας. Η ποσότητα γάλακτος με την οποία προμηθεύει την εν λόγω γαλακτοβιομηχανία, είναι δυσανάλογα μεγάλη, σε σχέση με τον αριθμό των ζώων που εκτρέφονται, καθώς υπάρχει συμπληρωματική προμήθεια μέσω της μονάδας αυτής, γάλακτος από την Τουρκία, δραστηριότητα που βέβαια εκπίπτει του κανονισμού της πράσινης γραμμής.Το αποτέλεσμα αυτής της αθέμιτης και παράνομης διαδικασίας είναι, η παροχή της δυνατότητας σημαντικής μείωσης της τιμής πώλησης του συσκευασμένου γάλακτος που προωθείται στην αγορά στις ελεύθερες περιοχές, προάγοντας σαφώς τον αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των υπόλοιπων εταιρειών παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων. Σύμφωνα με την ανάλογη ενημέρωση, έχουν γίνει κατ’ επανάληψη καταγγελίες προς τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη διαχείρισης ή πρόθεσης επίλυσης του προβλήματος.
Παράλληλα, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως, η πορεία προς την πράσινη μετάβαση και η αυστηρότερη ρύθμιση των ρυπογόνων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των φυτοφαρμάκων, των εντομοκτόνων και μυκητοκτόνων, όπως και άλλων φαρμάκων προστασίας των πρώτων υλών και της υγείας των καταναλωτών, θα διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στα προϊόντα που παράγονται στις ελεύθερες περιοχές σε σχέση με όσα έρχονται, νόμιμα και κυρίως παράνομα, μέσω του κανονισμού της πράσινης γραμμής και ως εκ τούτου, θα πρέπει να υπάρξουν διορθωτικά μέτρα που να προστατεύουν τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ελεύθερες περιοχές.
Η Κυβέρνηση οφείλει να συμπεριλάβει αυτά τα θέματα και στη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε σχέση με τον φορολογικό μετασχηματισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες των κοινωνικών εταίρων και προστατεύοντας τις νομοταγείς επιχειρήσεις, τους γεωργούς, τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, όπως επίσης και τους εργαζόμενους μέσα από τη διατήρηση ποιοτικών θέσεων εργασίας, τους καταναλωτές και τελικά την ίδια την κοινωνία. Είναι ακριβώς και για αυτούς τους λόγους που ως ΣΕΚ θέτουμε επισταμένως, από το 2016, την ανάγκη δημοσιονομικά ουδέτερης πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης, έτσι ώστε να παρέχονται ουσιαστικά αντισταθμιστικά οφέλη, τα οποία θα λειτουργήσουν υποβοηθητικά στην ομαλή μετάβαση. Σίγουρα όμως, η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά και ο κανονισμός της πράσινης γραμμής δεν μπορεί να εκπίπτει των υπολοίπων υποχρεώσεων που δημιουργεί η πράσινη μετάβαση, έτσι ώστε στο όμοιο του χρώματος να είναι κοινή και η στόχευση.
Η αβίαστη, ατεκμηρίωτη και αποσπασματική προσέγγιση της πολιτικής που διασυνδέεται με τον κανονισμό της πράσινης γραμμής, αποτελεί κίνδυνο στην προοπτική κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, σταθερότητας και συνοχής, ενώ η μη σωστή ρύθμιση των παραμέτρων που τη συνθέτουν, έτσι ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά στην ανάδειξη στοιχείων διάκρισης εις βάρος της νομιμότητας, θα επιφέρουν αντίθετα από τα προσδοκόμενα αποτελέσματα και αυτό θα πρέπει να υποδειχθεί έγκαιρα προς την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μετατρέποντας την πολιτική του εξευμενισμού, σε στόχευση αρχών, αξιών και προοπτικής.
* Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ